Ελληνοαγγλικό Λεξικό Όρων
Ελληνικός όρος: Ζελατινοποίηση
Ελληνικός όρος: Ζελατινώδης
Αγγλικός όρος: Gelatinous
Ελληνικός όρος: Ζεματίσματα
Ελληνικός όρος: Ζεύξη οπλισμού καλωδίου
Αγγλικός όρος: Cable armour bonding
Μετάφραση: Cable armour bonding
Ελληνικός όρος: Ζητήστε πληροφορίες από τον παραγωγό / προμηθευτή για ανάκτηση / ανακύκλωση
Αγγλικός όρος: Refer to manufacturer/ supplier for information on recovery/recycling
Μετάφραση: Refer to manufacturer/ supplier for information on recovery/recycling
Αγγλικός όρος: Zirconium (Zr)
Μετάφραση: Zirconium (Zr)
Ελληνικός όρος: Ζιρκόνιο (ορυκτό)
Αγγλικός όρος: Zircon (ZrSiO4)
Μετάφραση: Zircon (ZrSiO4)
Ελληνικός όρος: Ζιρκονύλιο
Αγγλικός όρος: Zirconyl (ZrO2+)
Μετάφραση: Zirconyl (ZrO2+)
Ελληνικός όρος: Ζύμη ή μαγιά ή ζυμομύκητας
Ελληνικός όρος: Ζύμοτζεν ή ζυμογόνο
Αγγλικός όρος: Fermentation
Ελληνικός όρος: Ζύμωση με μαγιά
Αγγλικός όρος: Yeast fermentation
Μετάφραση: Yeast fermentation
Ελληνικός όρος: Ζωικά υλικά
Αγγλικός όρος: Animal material
Μετάφραση: Animal material
Ελληνικός όρος: Ζώνες ασφαλείας
Αγγλικός όρος: Safety belts
Ελληνικός όρος: Ζώνες καθίσματος
Αγγλικός όρος: Seat belts
Ελληνικός όρος: Ζώνη απελευθέρωσης (π.χ. σε ασανσέρ)
Αγγλικός όρος: Unlocking zone
Μετάφραση: Unlocking zone
Ελληνικός όρος: Ζώνη κινδύνου
Αγγλικός όρος: Danger zone
Ελληνικός όρος: Ζωοτροφές
Αγγλικός όρος: Feeding stuffs
Μετάφραση: Feeding stuffs
Ελληνικός όρος: Η εισπνοή ατμών μπορεί να προκαλέσει υπνηλία και ζάλη
Αγγλικός όρος: Vapours may cause drowsiness and dizziness
Μετάφραση: Vapours may cause drowsiness and dizziness
Ελληνικός όρος: Η επαφή με καύσιμο υλικό μπορεί να προκαλέσει πυρκαγιά
Αγγλικός όρος: Contact with combustible material may cause fire
Μετάφραση: Contact with combustible material may cause fire
Ελληνικός όρος: Η θέρμανση μπορεί να προκαλέσει έκρηξη
Αγγλικός όρος: Heating may cause an explosion
Μετάφραση: Heating may cause an explosion
Ελληνικός όρος: Η θέρμανση μπορεί να προκαλέσει πυρκαγιά
Αγγλικός όρος: Heating may cause a fire
Μετάφραση: Heating may cause a fire
Ελληνικός όρος: Η κατάλληλη διατύπωση καθορίζεται από τον παραγωγό
Αγγλικός όρος: Appropriate wording to be specified by the manufacturer
Μετάφραση: Appropriate wording to be specified by the manufacturer
Ελληνικός όρος: Ηλεκτοσκωρίωση
Αγγλικός όρος: Electroslag
Ελληνικός όρος: Ηλεκτρικές εγκαταστάσεις
Αγγλικός όρος: Electrical installation
Μετάφραση: Electrical installation
Ελληνικός όρος: Ηλεκτρικές καλωδιώσεις
Αγγλικός όρος: Electrical cabling and wiring
Μετάφραση: Electrical cabling and wiring
Ελληνικός όρος: Ηλεκτρικές παράμετροι καλωδίων
Αγγλικός όρος: Electrical parameters of cables
Μετάφραση: Electrical parameters of cables
Ελληνικός όρος: Ηλεκτρικές σκούπες
Αγγλικός όρος: Vacuum cleaners
Μετάφραση: Vacuum cleaners