Ελληνοαγγλικό Λεξικό Όρων
Ελληνικός όρος: Εναρμονισμένα πρότυπα
Αγγλικός όρος: Harmonized Standards
Μετάφραση: Harmonized Standards
Ελληνικός όρος: Ενδείκτης
Ελληνικός όρος: Ενδεικτικά όργανα
Ελληνικός όρος: Ενδείξεις κινδύνου
Αγγλικός όρος: Indications of danger
Μετάφραση: Indications of danger
Ελληνικός όρος: Ένδειξη (οργάνου)
Ελληνικός όρος: Ενδεκάνιο
Ελληνικός όρος: Ενδεκανοϊκό οξύ
Αγγλικός όρος: Undecanoic acid
Μετάφραση: Undecanoic acid
Ελληνικός όρος: Ενδεκένιο
Ελληνικός όρος: Ενδεκυλαλκοόλη ή ενδεκανόλη
Αγγλικός όρος: Undecyl alcohol or undecanol
Μετάφραση: Undecyl alcohol or undecanol
Ελληνικός όρος: Ενδιάμεση επαναληψιμότητα
Αγγλικός όρος: Intermediate precision
Μετάφραση: Intermediate precision
Ελληνικός όρος: Ενδιάμεση συσκευασία
Αγγλικός όρος: Intermediate packaging
Μετάφραση: Intermediate packaging
Ελληνικός όρος: Ενδιάμεσο
Αγγλικός όρος: Intermediate
Ελληνικός όρος: Ενδιάμεσο για διαρρηκτική εκρηκτική ύλη
Αγγλικός όρος: Intermediate for blasting explosives
Μετάφραση: Intermediate for blasting explosives
Ελληνικός όρος: Ενδιάμεσο προϊόν
Αγγλικός όρος: Intermediate
Ελληνικός όρος: Ενδιαφερόμενο κοινό
Αγγλικός όρος: The public concerned
Μετάφραση: The public concerned
Ελληνικός όρος: Ενδιαφερόμενο μέρος
Αγγλικός όρος: Interested party
Μετάφραση: Interested party
Ελληνικός όρος: Ενδοεργαστηριακή αναπαραγωγιμότητα
Αγγλικός όρος: Within-laboratory reproducidility
Μετάφραση: Within-laboratory reproducidility
Ελληνικός όρος: Ενδόθερμη αντίδραση
Αγγλικός όρος: Endothermic reaction
Μετάφραση: Endothermic reaction
Ελληνικός όρος: Ενδοκρινής διάσπαση
Αγγλικός όρος: Endocrine disruption
Μετάφραση: Endocrine disruption
Ελληνικός όρος: Ενδοκρινική τοξικολογία
Αγγλικός όρος: Endocrine toxicology
Μετάφραση: Endocrine toxicology
Ελληνικός όρος: Ενδοκρινικοί διαταράκτες
Αγγλικός όρος: Endocrine disrupters or endocrine disruptors
Μετάφραση: Endocrine disrupters or endocrine disruptors
Ελληνικός όρος: Ενδοκρινολογικές παθήσεις
Αγγλικός όρος: Endocrinological disorders
Μετάφραση: Endocrinological disorders
Ελληνικός όρος: Ενδοπλασματικό δίκτυο
Αγγλικός όρος: Endoplasmic reticulum
Μετάφραση: Endoplasmic reticulum
Ελληνικός όρος: Ενδοσκόπηση
Ελληνικός όρος: Ενδοσουλφάν
Αγγλικός όρος: Endosuflan
Ελληνικός όρος: Ενδοτοξίνες
Αγγλικός όρος: Endotoxins
Ελληνικός όρος: Ενδυμασία υψηλής ευκρίνειας
Αγγλικός όρος: Visibility clothing
Μετάφραση: Visibility clothing
Ελληνικός όρος: Ενεργειακό περιεχόμενο
Αγγλικός όρος: Energy content
Μετάφραση: Energy content
Ελληνικός όρος: Ενέργειες προώθησης της υγείας στο χώρο εργασίας
Αγγλικός όρος: Health promotion activities at the workplace
Μετάφραση: Health promotion activities at the workplace
Ελληνικός όρος: Ενεργές πηγές ανάφλεξης
Αγγλικός όρος: Effective source of ignition
Μετάφραση: Effective source of ignition
Ελληνικός όρος: Ενεργές χρωστικές τριαζίνης
Αγγλικός όρος: Reactive triazine dyes
Μετάφραση: Reactive triazine dyes
Ελληνικός όρος: Ενεργοποιημένος
Ελληνικός όρος: Ενεργοποιώ