Ελληνοαγγλικό Λεξικό Όρων

Displaying 37 - 72 of 98
2 | I | P | Α | Β | Γ | Δ | Ε | Ζ | Η | Θ | Ι | Κ | Λ | Μ | Ν | Ξ | Ο | Π | Ρ | Σ | Τ | Ύ | Φ | Χ | Ψ | Ω
Ελληνικός όρος:
Ρευματοδότης
Αγγλικός όρος:
Socket

Μετάφραση: Socket
Ελληνικός όρος:
Ρευματοειδής αρθρίτιδα
Αγγλικός όρος:
Rheumatoid arthritis

Μετάφραση: Rheumatoid arthritis
Ελληνικός όρος:
Ρευματολήπτης
Αγγλικός όρος:
Plug

Μετάφραση: Plug
Ελληνικός όρος:
Ρευστά κοπής
Αγγλικός όρος:
Cutting fluids

Μετάφραση: Cutting fluids
Ελληνικός όρος:
Ρευστές επιστρώσεις
Αγγλικός όρος:
Flow coating

Μετάφραση: Flow coating
Ελληνικός όρος:
Ρευστοποίηση
Αγγλικός όρος:
Whisking

Μετάφραση: Whisking
Ελληνικός όρος:
Ρευστότητα
Αγγλικός όρος:
Flowability

Μετάφραση: Flowability
Ελληνικός όρος:
Ρηγμάτωση
Αγγλικός όρος:
Cracking

Μετάφραση: Cracking
Ελληνικός όρος:
Ρηγμάτωση λόγω διάβρωσης υλικού υπό τάση
Αγγλικός όρος:
Stress corrosion cracking

Μετάφραση: Stress corrosion cracking
Ελληνικός όρος:
Ρηνικός
Αγγλικός όρος:
Nasal

Μετάφραση: Nasal
Ελληνικός όρος:
Ρήνιο
Αγγλικός όρος:
Rhenium (Re)

Μετάφραση: Rhenium (Re)
Ελληνικός όρος:
Ρητινέλαια
Αγγλικός όρος:
Rosin oil

Μετάφραση: Rosin oil
Ελληνικός όρος:
Ρητίνη
Αγγλικός όρος:
Resin

Μετάφραση: Resin
Ελληνικός όρος:
Ρήτρα διασφάλισης
Αγγλικός όρος:
Safeguard clause

Μετάφραση: Safeguard clause
Ελληνικός όρος:
Ρήτρα ελεύθερης κυκλοφορίας
Αγγλικός όρος:
Free movement clause

Μετάφραση: Free movement clause
Ελληνικός όρος:
Ριβιτόλη
Αγγλικός όρος:
Ribitol

Μετάφραση: Ribitol
Ελληνικός όρος:
Ριβόζη
Αγγλικός όρος:
Ribose

Μετάφραση: Ribose
Ελληνικός όρος:
Ριβονουκλεϊνικό οξύ
Αγγλικός όρος:
Ribonucleic acid (RNA)

Μετάφραση: Ribonucleic acid (RNA)
Ελληνικός όρος:
Ριβοσαζόνη
Αγγλικός όρος:
Ribosazone

Μετάφραση: Ribosazone
Ελληνικός όρος:
Ριβουλόζη
Αγγλικός όρος:
Ribulose

Μετάφραση: Ribulose
Ελληνικός όρος:
Ρίγος
Αγγλικός όρος:
Shivering

Μετάφραση: Shivering
Ελληνικός όρος:
Ρινική κοιλότητα
Αγγλικός όρος:
Nasal cavity

Μετάφραση: Nasal cavity
Ελληνικός όρος:
Ρινική πλύση
Αγγλικός όρος:
Nasal Lavage

Μετάφραση: Nasal Lavage
Ελληνικός όρος:
Ρινίσματα ψευδαργύρου
Αγγλικός όρος:
Zinc fillings

Μετάφραση: Zinc fillings
Ελληνικός όρος:
Ρινίτιδα
Αγγλικός όρος:
Rhinitis

Μετάφραση: Rhinitis
Ελληνικός όρος:
Ρινίτιδες αλλεργικής φύσης προκαλούμενες από την εισπνοή αλλεργιογόνων ουσιών οι οποίες έχουν αναγνωριστεί ως τέτοιες και είναι εγγενείς στο είδος της εργασίας
Αγγλικός όρος:
Allergic rhinitis caused by the inhalation of substances consistently recognised as causing allergies and inherent to the type of work

Μετάφραση: Allergic rhinitis caused by the inhalation of substances consistently recognised as causing allergies and inherent to the type of work
Ελληνικός όρος:
Ρινοσκόπηση
Αγγλικός όρος:
Rhinoscopy

Μετάφραση: Rhinoscopy
Ελληνικός όρος:
Ροδάνιο
Αγγλικός όρος:
Rhodane

Μετάφραση: Rhodane
Ελληνικός όρος:
Ρόδιο
Αγγλικός όρος:
Rhodium (Rh)

Μετάφραση: Rhodium (Rh)
Ελληνικός όρος:
Ροή
Αγγλικός όρος:
Flow

Μετάφραση: Flow
Ελληνικός όρος:
Ροή δειγματοληψίας
Αγγλικός όρος:
Sampling flow rate (Q)

Μετάφραση: Sampling flow rate (Q)
Ελληνικός όρος:
Ροή θερμότητας
Αγγλικός όρος:
Heat flow

Μετάφραση: Heat flow
Ελληνικός όρος:
Ρολό για βαφή
Αγγλικός όρος:
Paint roller

Μετάφραση: Paint roller
Ελληνικός όρος:
Ρόλος στην οργάνωση
Αγγλικός όρος:
Role in organisation

Μετάφραση: Role in organisation
Ελληνικός όρος:
Ροννέλ
Αγγλικός όρος:
Ronnel, fenclorophos, runnel, dimethyl trichlorophenyl thiophosphate

Μετάφραση: Ronnel, fenclorophos, runnel, dimethyl trichlorophenyl thiophosphate
Ελληνικός όρος:
Ροπή
Αγγλικός όρος:
Torgue

Μετάφραση: Torgue

Ακολουθήστε μας