Ελληνοαγγλικό Λεξικό Όρων
Ελληνικός όρος: Ασπαραγίνη
Αγγλικός όρος: Asparagine
Ελληνικός όρος: Ασπαρτικό οξύ
Αγγλικός όρος: Aspartic acid
Ελληνικός όρος: Αμινοηλεκτρικό οξύ
Αγγλικός όρος: Aminosuccinic acid
Μετάφραση: Aminosuccinic acid
Ελληνικός όρος: Α-αμινογλουταρικό οξύ
Αγγλικός όρος: Α-aminoglutaric acid
Μετάφραση: Α-aminoglutaric acid
Ελληνικός όρος: Αμινοοξικό οξύ
Αγγλικός όρος: Aminoacetic acid
Μετάφραση: Aminoacetic acid
Ελληνικός όρος: Αμινοαιθανικό οξύ
Αγγλικός όρος: Aminoethanoic acid
Μετάφραση: Aminoethanoic acid
Ελληνικός όρος: Α-αμινοϊσοκαπροϊκό οξύ
Αγγλικός όρος: Α-aminoisocaproic acid
Μετάφραση: Α-aminoisocaproic acid
Ελληνικός όρος: Ακτινική χρωματογραφία χάρτου
Αγγλικός όρος: Radial paper chromatography
Μετάφραση: Radial paper chromatography
Ελληνικός όρος: Ανιούσα χρωματογραφία χάρτου
Αγγλικός όρος: Ascending paper chromatography
Μετάφραση: Ascending paper chromatography
Ελληνικός όρος: Ανοδική αναδιαλυτική βολταμετρία
Αγγλικός όρος: Anodic stripping voltametry
Μετάφραση: Anodic stripping voltametry
Ελληνικός όρος: Ανοδική αναδιαλυτική βολταμετρία διαφορικού παλμού
Αγγλικός όρος: Differential pulse anodic stripping voltametry
Μετάφραση: Differential pulse anodic stripping voltametry
Ελληνικός όρος: Ανίχνευση σύλληψης ηλεκτρονίων
Αγγλικός όρος: Electron capture detection
Μετάφραση: Electron capture detection
Ελληνικός όρος: Ανίχνευση ιονισμού φλόγας
Αγγλικός όρος: Flame ionization detection
Μετάφραση: Flame ionization detection
Ελληνικός όρος: Αέρια χρωματογραφία
Αγγλικός όρος: Gas chromatography
Μετάφραση: Gas chromatography
Ελληνικός όρος: Ανίχνευση φωτοϊοντισμού
Αγγλικός όρος: Photoionization detection
Μετάφραση: Photoionization detection
Ελληνικός όρος: Αβεβαιότητα
Αγγλικός όρος: Uncertainty
Ελληνικός όρος: Αβιετικό οξύ
Αγγλικός όρος: Abietic acid
Ελληνικός όρος: Αβιοτική αποδόμηση
Αγγλικός όρος: Abiotic degradation
Μετάφραση: Abiotic degradation
Ελληνικός όρος: Αγγειονευρωτικές ασθένειες που προκαλούνται από μηχανικές δονήσεις
Αγγλικός όρος: Angioneurotic diseases caused by mechanical vibration
Μετάφραση: Angioneurotic diseases caused by mechanical vibration
Ελληνικός όρος: Αγγελιοφόρο RNA
Αγγλικός όρος: Messenger RNA
Ελληνικός όρος: Αγορά εργασίας
Αγγλικός όρος: Labour market
Ελληνικός όρος: Αγχώδεις διαταραχές
Αγγλικός όρος: Anxiety disorders
Μετάφραση: Anxiety disorders
Ελληνικός όρος: Αγωγή (π.χ. θερμότητας)
Αγγλικός όρος: Conduction
Ελληνικός όρος: Αγωγή ασφάλειας
Αγγλικός όρος: Safety culture
Μετάφραση: Safety culture
Ελληνικός όρος: Αγωγή υγείας
Αγγλικός όρος: Health education
Μετάφραση: Health education
Ελληνικός όρος: Αγωγιμότητα
Αγγλικός όρος: Conductivity
Ελληνικός όρος: Αγωγός (π.χ. ηλεκτρισμού, θερμότητας)
Ελληνικός όρος: Αγωγός (π.χ. υδραυλικός, αερίων)
Αγγλικός όρος: Conduit or duct
Μετάφραση: Conduit or duct
2η Μετάφραση: Authorization
Ελληνικός όρος: Άδεια απουσίας
Αγγλικός όρος: Leave of absence
Μετάφραση: Leave of absence