Υ.Α. Η.Π. 52115/2970/Ε103/2008 (ΦΕΚ 2575/Β` 19.12.2008)
| Συνημμένο | Μέγεθος |
|---|---|
| ΦΕΚ 2575Β_2008 | 1.25 MB |
1. Τις διατάξεις του άρθρου δεύτερου του ν. 2077/1992 «Κύρωση Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση … κ.λπ.» (Α΄ 136) και τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 (παρ. 1ζ και 2) του ν. 1338/1983 «Εφαρμογή του Κοινοτικού Δικαίου« (Α΄ 34) όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 6 του ν. 1440/1984 «Συμμετοχή της Ελλάδας στο κεφάλαιο, στα αποθεματικά και στις προβλέψεις της Ευρ. Τράπεζας Επενδύσεων κ.λπ.« (Α΄ 70) και του άρθρου 65 του ν. 1892/1990 (Α΄ 101).
2. Τις διατάξεις του ν. 2205/1994 «Κύρωση της Σύμβασης – Πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές μεταβολές» (Α΄ 60).
3. Tις διατάξεις των άρθρων δευτέρου και τρίτου του ν. 3017/2002 «Κύρωση του Πρωτοκόλλου του Κιότο στη σύμβαση – πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την αλλαγή του κλίματος» (Α΄ 117).
4. Τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 1650/1986 «Για την προστασία του περιβάλλοντος» (Α΄ 160).
5. Τις διατάξεις του ν. 3010/2002 «Εναρμόνιση του ν. 1650/1986 με τις οδηγίες 97/11 και 96/61 …… κ.λ.π.» (Α΄ 91).
6. Τις διατάξεις των άρθρων 6 (παρ. 1, 2, 3, 4 και 6β) και 7 της υπ’ αριθμ. 54409/2632/2004 κοινής υπουργικής απόφασης «Σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου σε συμμόρφωση με τις διατάξεις της οδηγίας 2003/87/ΕΚ … κ.λπ.» (Β΄ 1931).
7. Την υπ’ αριθμ. 5/27.2.2003 πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ) «Έγκριση Εθνικού Προγράμματος μείωσης εκπομπών αερίων φαινομένου θερμοκηπίου (2000− 2010) σύμφωνα με το άρθρο τρίτο (παρ. 3) του ν. 3017/2002 (Α΄ 117)» (Α΄ 58).
8. Την οδηγία 2003/87/ΕΚ του Συμβουλίου της 13ης Οκτωβρίου 2003 των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων «σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εκτός της Κοινότητας και την τροποποίηση της οδηγίας 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου» και ειδικότερα τις διατάξεις των άρθρων 9, 10 και 11 (παρ. 2) αυτής.
9. Την απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 2006 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής «Σχετικά με το εθνικό σχέδιο κατανομής δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου που κοινοποίησε η Ελλάδα σύμφωνα με την οδηγία 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου» (C (2006) 5610 τελικό της 29.11.2006).
10. Το υπ’ αριθμ. 118615/1.9.2006 έγγραφο κοινοποίησης του Εθνικού Σχεδίου Κατανομής Δικαιωμάτων Εκπομπών (ΕΣΚΔΕ) αερίων θερμοκηπίου του Γενικού Διευθυντή Περιβάλλοντος του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. προς τη Γενική Γραμματεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής μέσω της Μόνιμης Ελληνικής Αντιπροσωπείας (ΜΕΑ) στις Βρυξέλλες.
11. Την από 2.7.2008 επιστολή του Γενικού Διευθυντή Περιβάλλοντος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προς το Μόνιμο Αντιπρόσωπο της Ελλάδος στις Βρυξέλλες, σχετικά με την αποδοχή των αναθεωρήσεων του Εθνικού Σχεδίου Κατανομής.
12. Την από 5.9.2008 απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δια του υπογράφοντος Γενικού Διευθυντή Περιβάλλοντος, με την οποία διαπιστώνεται ότι το Εθνικό Σχέδιο Κατανομής είναι συμβατό με το Παράρτημα ΧΙV του Κανονισμού (ΕΚ) 2216/2004.
13. Τις διατάξεις των άρθρων 23 (παρ. 1 ) και 24 του ν. 1558/1985 «Κυβέρνηση και Κυβερνητικά όργανα» (Α΄ 137) και των άρθρων 9 και 13 του π.δ. 473/1985 «Καθορισμός και ανακατανομή των αρμοδιοτήτων των Υπουργείων» (Α΄ 157).
14. Τις διατάξεις του άρθρου 90 του π.δ. 63/2005 « Κώδικας νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και Κυβερνητικά Όργανα» (Α΄ 98).
15. Την εισήγηση της διυπουργικής Επιτροπής του άρθρου 4 (παρ. Α) της υπ’ αριθμ. 54409/2632/2004 κοινής υπουργικής απόφασης, προς τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων για την τελική έγκριση του Εθνικού Σχεδίου Κατανομής Δικαιωμάτων Εκπομπής (ΕΣΚΔΕ) 2008−2012, η οποία διαβιβάστηκε με το υπ’ αριθμ. 155872/6.2.2008 έγγραφο της Διεύθιυνσης ΕΑΡΘ.
16. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις της απόφασης αυτής δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού, αποφασίζουμε:
Με την παρούσα απόφαση αποσκοπείται η εφαρμογή του άρθρου 7 (παρ. 1, 2β, 3, 4 και 5) της υπ’ αριθμ. 54409/2632/2004 κοινής υπουργικής απόφασης και κατ’ επέκταση του άρθρου11 (παραγ. 2) της οδηγίας 2003/87/ΕΚ του Συμβουλίου της 13ης Οκτωβρίου 2003 των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων «σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εκτός της Κοινότητας και την τροποποίηση της οδηγίας 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου» (ΕΕ L 275/32/25.10.2003) με την έγκριση του Εθνικού Σχεδίου Κατανομής Δικαιωμάτων Εκπομπών (ΕΣΚΔΕ) αερίων θερμοκηπίου, περιόδου 2008− 2012, ώστε μέσω μιας περιβαλλοντικά ολοκληρωμένης εθνικής στρατηγικής, να συμβάλλει περαιτέρω η χώρα στην συνολική μείωση σε Κοινοτικό επίπεδο, των ανθρωπογενών εκπομπών των αερίων θερμοκηπίου με στόχο την αποτελεσματική προστασία του κλιματικού συστήματος.
1. Το Εθνικό Σχέδιο Κατανομής Δικαιωμάτων Εκπομπών (ΕΣΚΔΕ), καταρτίσθηκε σύμφωνα με τους όρους και τη διαδικασία του άρθρου 6 (παρ. 1,2,3,4 και 6β) της υπ’ αριθμ. 54409/2632/2004 κοινής υπουργικής απόφασης και κατ’ επέκταση σε συμμόρφωση με τα άρθρα 9 (παρ. 1) και 10 της οδηγίας 2003/87/ΕΚ και έγινε οριστικά αποδεκτό από την Επιτροπή ΕΚ με την σπόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2008 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή του άρθρου 9 (παρ. 2 και 3) της οδηγίας 2003/87/ΕΚ.
2. Το Εθνικό Σχέδιο Κατανομής Δικαιωμάτων Εκπομπών (ΕΣΚΔΕ), το οποίο περιγράφεται αναλυτικά στο Παράρτημα του άρθρου 3 της παρούσας απόφασης, αναφέρεται σε γενικές γραμμές:
α) στον προσδιορισμό της συνολικής ποσότητας των δικαιωμάτων που κατανέμονται κατά την περίοδο 2008− 2012.
β) στη κατανομή των δικαιωμάτων αυτών σε επίπεδο δραστηριότητας και σε επίπεδο εγκατάστασης.
γ) στη μέθοδο κατανομής σύμφωνα με την οποία τα δικαιώματα κατανέμονται δωρεάν.
δ) στους κανόνες πρόσβασης των νεοεισερχόμενων στην αγορά δικαιωμάτων.
3. Το Εθνικό Σχέδιο Κατανομής Δικαιωμάτων Εκπομπών (ΕΣΚΔΕ) εγκρίνεται με την παρούσα απόφαση.
Προσαρτάται και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παρούσας απόφασης το Παράρτημα με το αναλυτικό περιεχόμενο του Εθνικού Σχεδίου Κατανομής Δικαιωμάτων Εκπομπών (ΕΣΚΔΕ), που ακολουθεί.
Κάθε διάταξη που αντίκειται στις διατάξεις της παρούσας απόφασης ή ανάγεται σε θέματα που ρυθμίζονται από αυτήν καταργείται.
Η ισχύς της παρούσας απόφασης αρχίζει από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Αθήνα, 3 Δεκεμβρίου 2008
ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ
|
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ Γ. ΑΛΟΓΟΣΚΟΥΦΗΣ |
ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Χ. ΦΩΛΙΑΣ |
|
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ, ΧΩΡΟΤΑΞΙΑΣ ΚΑΙ ΔΗΜ. ΕΡΓΩΝ Γ. ΣΟΥΦΛΙΑΣ |
Το Εθνικό Σχέδιο Κατανομής 2008−2012 (ΕΣΚΔΕ−2) συντάχθηκε στη βάση των κριτηρίων του Παραρτήματος ΙΙΙ της υπ’ αριθμ. 54409/2632/2004 κοινής υπουργικής απόφασης και των Κατευθυντήριων Οδηγιών της Ευρ. Επιτροπής για τον τρόπο εφαρμογής τους. Προσδιορίζει τη συνολική ποσότητα των δικαιωμάτων, την κατανομή μεταξύ των υπόχρεων εγκαταστάσεων και το σύνολο των βασικών κανόνων που διέπουν την κατανομή δικαιωμάτων, καθώς και τη λειτουργία του σχετικού συστήματος.
Ταυτόχρονα, το σχέδιο περιλαμβάνει τις απαραίτητες πληροφορίες βάσης που τεκμηριώνουν τις όποιες ρυθμίσεις προβλέπονται σε αυτό.
Το ΕΣΚΔΕ−2 διαρθρώνεται ως εξής:
Το Κεφάλαιο 2 (Προσδιορισμός συνολικής ποσότητας δικαιωμάτων 2008−2012) περιλαμβάνει περιγραφή της μεθοδολογίας για τον προσδιορισμό της συνολικής ποσότητας δικαιωμάτων εκπομπών και τα αποτελέσματά της, λαμβάνοντας υπόψη την εξέλιξη των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και στο επίπεδο των υπόχρεων δραστηριοτήτων και εγκαταστάσεων.
Το Κεφάλαιο 3 (Κατανομή δικαιωμάτων σε επίπεδο δραστηριότητας και εγκατάστασης) περιλαμβάνει περιγραφή των προβλεπόμενων κανόνων κατανομής δικαιωμάτων σε επίπεδο δραστηριότητας και εγκατάστασης και τα αποτελέσματα κατανομής για κάθε μία από τις δραστηριότητες. Επίσης, περιλαμβάνει τους λοιπούς βασικούς κανόνες λειτουργίας του συστήματος.
Το Κεφάλαιο 4 (Λοιπά τεχνικά θέματα) περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνεται υπόψη στο ΕΣΚΔΕ−2 το δυναμικό μείωσης εκπομπών σε επίπεδο δραστηριότητας και οι καθαρές τεχνολογίες.
Το Κεφάλαιο 5 (Κοινοτική νομοθεσία και πολιτική) συγκεντρώνει πληροφορίες σχετικά με τη διαχείριση στο πλαίσιο του ΕΣΚΔΕ−2 των θεμάτων που άπτονται της δημιουργίας ομάδων εγκαταστάσεων, του πλαισίου και των κανόνων πρόσβασης στην αγορά δικαιωμάτων των νεοεισερχομένων, καθώς και των νομοθετικών / πολιτικών μέσων που οδηγούν σε αύξηση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου.
Τέλος, ο Πίνακας Κατανομής περιλαμβάνει τα αναλυτικά αποτελέσματα σε σχέση με την κατανομή δικαιωμάτων σε επίπεδο δραστηριότητας και εγκατάστασης.
2.1 Εθνικές υποχρεώσεις περιορισμού των εκπομπών σύμφωνα με την απόφαση 2002/358/ΕΚ
Η τελευταία επίσημη εθνική απογραφή εκπομπών/ απορροφήσεων αερίων του θερμοκηπίου πριν την εκπόνηση του Εθνικού σχεδίου Κατανομής και την υποβολή του στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, υποβλήθηκε τον Φεβρουάριο του 2006 στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και στη Γραμματεία της Σύμβασης − Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή (στο εξής η Σύμβαση) και καλύπτει την περίοδο 1990 – 2004.
Σύμφωνα με την απόφαση 2002/358/ΕΚ για την έγκριση εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας του Πρωτοκόλλου του Κιότο, η Ελλάδα δεσμεύεται να περιορίσει την αύξηση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου κατά τη περίοδο 2008−2012 στο 25% σε σχέση με τις εκπομπές του έτους βάσης.
2.2 Εθνικές και Κοινοτικές πολιτικές και μέτρα που λαμβάνονται υπόψη στον προσδιορισμό των συνολικών δικαιωμάτων
2.2.1 Το Εθνικό Πρόγραμμα μείωσης εκπομπών αερίων θερμοκηπίου για την περίοδο 2000−2010
Το 2ο Εθνικό Πρόγραμμα για την Κλιματική Αλλαγή συντάχθηκε και υιοθετήθηκε το 2002 (ΠΥΣ 5/27.2.2003) και είχε ως στόχο τον προσδιορισμό μίας δέσμης πρόσθετων πολιτικών και μέτρων περιορισμού των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου προκειμένου η Ελλάδα να εκπληρώσει τις εθνικές υποχρεώσεις που απορρέουν από την εφαρμογή του Πρωτοκόλλου του Κιότο και συγκεκριμένα τον περιορισμό της αύξησης των συνολικών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στο 25% σε σχέση με τις εκπομπές βάσης.
Το 2ο Εθνικό Πρόγραμμα στοχεύει στην εκπλήρωση του στόχου του Κιότο για τη χώρα με την υλοποίηση κατά βάση εγχώριων πολιτικών και μέτρων περιορισμού των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, χωρίς ταυτόχρονα να αποκλείεται και η χρήση των ευέλικτων μηχανισμών του Πρωτοκόλλου εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο. Η υλοποίηση των εν λόγω πολιτικών και μέτρων προχωρά αρκετά ικανοποιητικά και επικαιροποιημένες ποσοτικές εκτιμήσεις σχετικά με την εξέλιξη εφαρμογής τους δίνονται τόσο στην 4η Εθνική Έκθεση για την Κλιματική Αλλαγή όσο και στην Έκθεση Προόδου της χώρας μέχρι το 2005 ως προς τους στόχους του Κιότο, που έχουν κατατεθεί στη Γραμματεία της Σύμβασης για τη κλιματική αλλαγή.
2.2.2 Άλλες εθνικές πολιτικές και μέτρα
Οι βασικοί άξονες της εθνικής ενεργειακής στρατηγικής έχουν ληφθεί υπόψη τόσο κατά την εκπόνηση του Εθνικού Προγράμματος για την Κλιματική Αλλαγή 2000− 2010 (Παράγραφος 2.2.1), όσο και στο επικαιροποιημένο Σενάριο Αναμενόμενης Εξέλιξης (ΣΑΕ) των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου (Παράγραφος 2.3) που διαμορφώθηκε στο πλαίσιο του ΕΣΚΔΕ−2. Επιπρόσθετα, σε σχέση με τους ενεργειακούς τομείς που δεν εμπίπτουν στην Οδηγία για την Εμπορία Δικαιωμάτων Εκπομπών (οικιακός, μεταφορές), ελήφθησαν υπόψη οι βασικοί άξονες πολιτικής που προβλέπονται στο Εθνικό Πρόγραμμα για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και η πορεία υλοποίησής τους.
2.2.3 Κοινοτικές πολιτικές και μέτρα
Κατ’ εφαρμογή και του κριτηρίου 4 του Παραρτήματος ΙΙΙ της υπ’ αριθμ. 54409/2632/2004 κοινής υπουργικής απόφασης, για τη διαμόρφωση του ΕΣΚΔΕ−2 εξετάσθηκαν και ελήφθησαν υπόψη μια σειρά από κοινοτικές πολιτικές και μέτρα, όπως έχουν ενσωματωθεί στην εθνική έννομη τάξη, οι οποίες επηρεάζουν – άλλες σε μικρότερο και άλλες σε μεγαλύτερο βαθμό − την εξέλιξη των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και κατ’ επέκταση το συνολικό αριθμό δικαιωμάτων εκπομπών. Οι πλέον σημαντικές εξ’ αυτών για την εξέλιξη των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου στην Ελλάδα και ο τρόπος με τον οποίο ελήφθησαν υπόψη κατά τη διαμόρφωση του ΕΣΚΔΕ−2 έχουν συνοπτικά ως εξής:
- Οδηγία 2003/54/EK σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Η εφαρμογή της Οδηγίας αναμένεται να διαφοροποιήσει το μίγμα καυσίμων και ενεργειακών πόρων που χρησιμοποιούνται στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής στην Ελλάδα συμβάλλοντας στην περαιτέρω αξιοποίηση του φυσικού αερίου και των ανανεώσιμων ενεργειακών πόρων.
- Οδηγία 1996/61/ΕΚ για την ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχο της ρύπανσης. Στο ΣΑΕ που διαμορφώθηκε και ειδικότερα όσον αφορά στις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου από τον ενεργειακό τομέα, ενσωματώνονται μια σειρά από παρεμβάσεις που σχετίζονται με την εφαρμογή Βέλτιστων Διαθέσιμων Τεχνικών σε συγκεκριμένους βιομηχανικούς κλάδους.
- Οδηγία 1999/31/EΚ για την υγειονομική ταφή απορριμμάτων. Η Οδηγία αυτή λαμβάνεται υπόψη στη διαμόρφωση του ΣΑΕ με χρήση της 4ετίας χάριτος όσον αφορά στην επίτευξη των στόχων της Οδηγίας για τα βιοαποδομήσιμα, που έχει ως αποτέλεσμα οι στόχοι της Οδηγίας να επιτυγχάνονται τα έτη 2010, 2013 και 2020 αντί των 2006, 2009 και 2016 που καθοριζόταν αρχικά.
- Οδηγία 2001/77/ΕΚ για την προώθηση της αξιοποίησης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Στο ΣΑΕ που διαμορφώθηκε υιοθετείται σημαντική διείσδυση των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή και θεωρείται η συνέχιση των υφιστάμενων υποστηρικτικών πολιτικών προώθησής τους (ν. 2244/1995, αναπτυξιακός νόμος, κλπ.). Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνονται σημαντικές μειώσεις εκπομπών από τον περιορισμό λειτουργίας θερμικών μονάδων.
- Την Οδηγία του Συμβουλίου 2001/80/ΕΚ για τον περιορισμό των εκπομπών αερίων ρύπων από μεγάλες εγκαταστάσεις καύσεις. Η εν λόγω Οδηγία επηρεάζει τη λειτουργία συγκεκριμένων μονάδων (π.χ. στην ηλεκτροπαραγωγή) και έχει ληφθεί υπόψη κατά τη διαμόρφωση του ΣΑΕ ως προς τη διαθεσιμότητα / και λειτουργία των εν λόγω εγκαταστάσεων.
- Οδηγία 2001/81/ΕΚ σχετικά με εθνικά ανώτατα όρια εκπομπών για ορισμένους ατμοσφαιρικούς ρύπους. Η εν λόγω Οδηγία έχει ληφθεί υπόψη κατά τη διαμόρφωση του ΣΑΕ, ειδικά όσον αφορά στις εκπομπές SO2 και ΝΟx. Συγκεκριμένα, η ανάπτυξη/εξέλιξη του ενεργειακού συστήματος στο χρονικό ορίζοντα του 2010 θεωρήθηκε έτσι ώστε οι συνολικές εκπομπές των εν λόγω ρύπων να μην υπερβαίνουν ή να είναι πολύ κοντά στα εθνικά όρια που θεσπίζονται με την Οδηγία.
- Οδηγία 2002/91/ΕΚ για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων. Στο διαμορφωθέν ΣΑΕ λαμβάνεται υπόψη η βελτιωμένη ενεργειακή συμπεριφορά των νέων κτιρίων, καθώς και βελτιώσεις σε μια σειρά υφιστάμενων κτιρίων.
- Οδηγία 2003/17/ΕΚ για την ποιότητα βενζινών και πετρελαίου. Στο διαμορφωθέν ΣΑΕ λαμβάνονται υπόψη οι πρόσθετες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου που οφείλονται είτε στη λειτουργία νέων μονάδων ή και σε αυξημένη λειτουργία υφιστάμενων μονάδων στα Ελληνικά διυλιστήρια λόγω της συμμόρφωσης με την υποχρέωση παραγωγής καυσίμων πολύ χαμηλής περιεκτικότητας σε θείο.
- Οδηγία 2003/30/ΕΚ για την προώθηση των βιοκαυσίμων και άλλων ανανεώσιμων ενεργειακών πόρων στον τομέα των μεταφορών. Οι μειώσεις εκπομπών από τη χρήση βιοκαυσίμων στον τομέα των μεταφορών έχουν ληφθεί υπόψη κατά τη διαμόρφωση του ΣΑΕ στο πλαίσιο του ΕΣΚΔΕ−2.
- Οδηγία 2004/8/ΕΚ για την προώθηση της συμπαραγωγής. Οι μειώσεις εκπομπών από τη διείσδυση συστημάτων συμπαραγωγής υψηλής απόδοσης έχουν ληφθεί υπόψη κατά τη διαμόρφωση του ΣΑΕ στο πλαίσιο του ΕΣΚΔΕ−2.
- Εθελοντική συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και των αυτοκινητοβιομηχανιών (ACEA, KAMA, JAMA) σχετικά με τη διείσδυση στην αγορά αυτοκινήτων με χαμηλότερες εκπομπές. Η εθελοντική αυτή συμφωνία έχει ενσωματωθεί στο ΣΑΕ των εκπομπών από τον τομέα των μεταφορών.
2.3 Πρόβλεψη εξέλιξης εκπομπών αερίων θερμοκηπίου – Επικαιροποιημένο Σενάριο Αναμενόμενης Εξέλιξης (ΣΑΕ)
Στο πλαίσιο εκπόνησης του ΕΣΚΔΕ−2 επικαιροποιήθηκαν οι προβλέψεις εξέλιξης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου προκειμένου ο προσδιορισμός της συνολικής ποσότητας δικαιωμάτων εκπομπών να βασισθεί στις πλέον πρόσφατες πληροφορίες που θα απεικονίζουν με τον κατά το δυνατόν καλύτερο τρόπο τις αναπτυξιακές τάσεις ανά τομέα. Για την εκτίμηση της εξέλιξης των εκπομπών στον ενεργειακό τομέα χρησιμοποιήθηκε το υπολογιστικό εργαλείο ENPEP (ENergy and Power Evaluation Program), ενώ στους μη−ενεργειακούς τομείς οι υπολογισμοί βασίσθηκαν σε προσαρμοσμένα μοντέλα τάσης, τα οποία υπολογίζουν τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου με βάση την εξέλιξη των δεδομένων δραστηριότητας, κατάλληλους συντελεστές εκπομπής και συγκεκριμένες παραδοχές ανά τομέα και με εφαρμογή μεθοδολογίας υπολογισμού ανά τομέα / αέριο αντίστοιχης αυτής που εφαρμόζεται στην ετήσια Απογραφή Εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.
Στο ΣΑΕ προβλέπεται ότι οι εκπομπές των αερίων του θερμοκηπίου το έτος 2010 (153,7 Mt CO2 eq) θα είναι αυξημένες κατά 38,4% σε σύγκριση με τις υπολογιζόμενες, βάσει των στοιχείων της προαναφερόμενης Εθνικής Απογραφής, εκπομπές του έτους βάσης (111,05 Mt CO2 eq), ενώ το 2020 (175,8 Mt CO2 eq) το αντίστοιχο ποσοστό αύξησης εκτιμάται σε 58,3%. Συνολικά για την περίοδο 2008−2012 οι προβλεπόμενες από το ΣΑΕ εκπομπές θα είναι 762 Μt CO2 eq, ήτοι 37,2% κατά μέσο όρο υψηλότερα από το έτος βάσης.
Η εξέλιξη αυτή, που καθορίζει και το βαθμό της προσπάθειας περιορισμού των εκπομπών καθ’ όλη την περίοδο μέχρι το 2012, λαμβάνεται υπόψη κατά τη διαμόρφωση του ΕΣΚΔΕ−2, κατ΄εφαρμογή και του κριτηρίου 1 του Παραρτήματος ΙΙΙ της υπ’ αριθμ. 54409/2632/2004 κοινής υπουργικής απόφασης.
2.4 Μέθοδος προσδιορισμού συνολικής ποσότητας δικαιωμάτων εκπομπών για την περίοδο 2008 − 2012 – Αποτελέσματα
2.4.1 Υπολογισμός εκπομπών αναφοράς και προβλεπόμενων εκπομπών υπόχρεων εγκαταστάσεων
Για την περίοδο 2008 – 2012 οι υπόχρεες εγκαταστάσεις ανέρχονται σε 140. Αυτές περιλαμβάνουν 34 εγκαταστάσεις ηλεκτροπαραγωγής, 11 λοιπές εγκαταστάσεις καύσης, 4 διυλιστήρια, 1 εγκατάσταση φρύξης μεταλλευμάτων, 5 εγκαταστάσεις παραγωγής σιδήρου και χάλυβα, 8 εγκαταστάσεις παραγωγής κλίνκερ τσιμέντου, 19 ασβεστοποιίες εκ των οποίων μία περιλαμβάνεται στις 34 εγκαταστάσεις ηλεκτροπαραγωγής που αναφέρθηκαν παραπάνω, 1 υαλουργία, 44 εγκαταστάσεις παραγωγής κεραμικών και τέλος 14 εγκαταστάσεις παραγωγής χαρτιού και χαρτονιού.
Στο πλαίσιο διαμόρφωσης του ΕΣΚΔΕ−2, με στόχο τον υπολογισμό των εκπομπών CO2 για κάθε υπόχρεη εγκατάσταση πραγματοποιήθηκε σχετική απογραφή των εγκαταστάσεων, η οποία περιέλαβε τρία βασικά στάδια:
(I) Το πρώτο στάδιο (Συλλογή απαραίτητων στοιχείων εισόδου) αφορούσε στη διαμόρφωση και αποστολή στις μονάδες απογραφικών δελτίων (ανά κατηγορία δραστηριότητας που αναφέρεται στο Παράρτημα Ι της υπ’ αριθμ. 54409/2632/2004 κοινής υπουργικής απόφασης), τον έλεγχο των στοιχείων των συμπληρωμένων απογραφικών δελτίων βάσει διαθέσιμων στοιχείων για τις εγκαταστάσεις (π.χ. αποφάσεις Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων, επαληθευμένες εκθέσεις εκπομπών για το 2005), τη συμπλήρωση στοιχείων σε περιπτώσεις ελλειπών δεδομένων.
(II) Το δεύτερο στάδιο (Επεξεργασία στοιχείων εισόδου – Αποτελέσματα) αφορούσε στον υπολογισμό των εκπομπών CO2 για κάθε εγκατάσταση με βάση τα δεδομένα δραστηριότητας που προέκυψαν από την επεξεργασία των απογραφικών δελτίων. Η διαμόρφωση των απογραφικών δελτίων ανά δραστηριότητα και ο υπολογισμός των εκπομπών πραγματοποιήθηκαν με βάση τις Κατευθυντήριες Οδηγίες για την παρακολούθηση και την υποβολή εκθέσεων σχετικά με τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατ’ εφαρμογή της Οδηγίας 2003/87/ΕΚ.
(III) Το τρίτο στάδιο (υπολογισμός εκπομπών αναφοράς) τέλος αφορούσε στον προσδιορισμό των εκπομπών αναφοράς στη βάση των οποίων έγινε, σε επόμενο στάδιο, η κατανομή των δικαιωμάτων εκπομπών ανά εγκατάσταση. Οι εκπομπές αναφοράς υπολογίστηκαν ως εξής:
i. Για το ΕΣΚΔΕ−2 της περιόδου 2008−2012, ως χρονική περίοδος αναφοράς επιλέχθηκε η πενταετία 2000−2004 καθώς α) για την περίοδο αυτή υπήρχαν διαθέσιμα στοιχεία για τη συντριπτική πλειοψηφία των εγκαταστάσεων, β) περιλαμβάνει πρόσφατα στοιχεία τα οποία μπορούν ευκολότερα να επαληθευτούν γ) κατά την περίοδο αυτή έλαβαν χώρα ενεργειακές επεμβάσεις σε επίπεδο εγκατάστασης, όπως εξοικονόμηση ενέργειας, υποκατάσταση καυσίμων κλπ. οι οποίες μπορούν να ληφθούν υπόψη. Οι επαληθευμένες εκπομπές του 2005 ελήφθησαν υπόψη σε περιπτώσεις όπου κρίθηκε απαραίτητο να αποτυπωθεί η πιο πρόσφατη κατάσταση των εγκαταστάσεων.
ii. Από την χρονική περίοδο αναφοράς εξαιρείται το έτος με τις χαμηλότερες συνολικές εκπομπές και υπολογίζεται ο μέσος όρος των εκπομπών των υπολοίπων. Με τον τρόπο αυτόν υποστηρίζονται έμμεσα οι εγκαταστάσεις οι οποίες εντός της περιόδου αναφοράς υλοποίησαν έργα και δράσεις που οδήγησαν σε μείωση εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου (π.χ. υποκατάσταση μαζούτ από φυσικό αέριο).
iii. Σε περίπτωση που για μια εγκατάσταση τα διαθέσιμα στοιχεία καλύπτουν μόνο 2 έτη πλήρους λειτουργίας, τότε υπολογίζεται απλώς ο μέσος όρος αυτών χωρίς να εξαιρεθεί το έτος με τις χαμηλότερες εκπομπές.
iv. Στις εγκαταστάσεις που ξεκίνησαν τη λειτουργία τους εντός της περιόδου 2000 – 2004, λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των εκπομπών αναφοράς μόνο τα έτη κανονικής λειτουργίας της κάθε εγκατάστασης.
v. Ειδικότερα αν η ημερομηνία έναρξης λειτουργίας μιας εγκατάστασης τοποθετείται εντός του τελευταίου έτους της περιόδου αναφοράς και μάλιστα όχι στη αρχή του έτους (και άρα τα δεδομένα εκπομπών της εγκατάστασης δεν αντιστοιχούν σε συνθήκες πλήρους ετήσιας λειτουργίας) ή αν η έναρξη λειτουργίας πραγματοποιήθηκε μετά το τελευταίο έτος της περιόδου αναφοράς, οι εκπομπές αναφοράς εκτιμώνται σε συνθήκες κανονικής ετήσιας λειτουργίας λαμβάνοντας υπόψη τα σχετικά στοιχεία που καταθέτει ο φορέας εκμετάλλευσης,, τον βαθμό αξιοποίησης της δυναμικότητας των υπολοίπων ομοειδών εγκαταστάσεων του κλάδου καθώς και κάθε επιπλέον στοιχείο που έχει στη διάθεσή της η Αρμόδια Αρχή.
vi. Για τους Γνωστούς Νεοεισερχόμενους του ΕΣΚΔΕ−1, σημείο εκκίνησης των εκπομπών αναφοράς λαμβάνονται αυτές που προβλέπονταν στην Αποθήκη Γνωστών Νεοεισερχομένων της περιόδου 2005 – 2007 κατ’ έτος. Στην περίπτωση νέων μονάδων ηλεκτροπαραγωγής (πλην συμπαραγωγής και μη μονίμων μονάδων αεριοστροβιλικού τύπου) φυσικού αερίου στο διασυνδεδεμένο σύστημα που δεν λειτουργούσαν την περίοδο 2000 – 2004, οι εκπομπές αναφοράς υπολογίζονται στη βάση 5.000 ωρών λειτουργίας ετησίως.
vii. Σε περίπτωση που σε μια εγκατάσταση αναγνωρίστηκε από την αρμόδια Αρχή ότι πραγματοποιήθηκε νόμιμη επέκταση, η οποία επηρεάζει τις εκπομπές CO2 , κατά τη διάρκεια της χρονικής περιόδου αναφοράς ή μετά από αυτή, για τον υπολογισμό των εκπομπών αναφοράς λαμβάνονται τα έτη μετά την ολοκλήρωση της μεταβολής. Αν δεν υπάρχουν επαρκή διαθέσιμα στοιχεία οι εκπομπές υπολογίζονται θεωρώντας συντελεστή αξιοποίησης του τμήματος αυτού ίσο με αυτόν της υπόλοιπης εγκατάστασης, όπως αυτό προκύπτει από τις ιστορικές εκπομπές.
viii. Στην περίπτωση αλλαγής βασικού καυσίμου, η αλλαγή αυτή ελήφθη υπόψη στον προσδιορισμό των εκπομπών αναφοράς, προκειμένου να εκτιμηθεί ορθά το σχετικό κόστος / όφελος, στη φάση της κατανομής δικαιωμάτων εκπομπών ανά εγκατάσταση, όπως αυτή περιγράφεται στην Παράγραφο 3.2.1.1.
Η πρόβλεψη των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα από τις εγκαταστάσεις που εμπίπτουν στην κοινή υπουργική απόφαση για την Εμπορία Δικαιωμάτων Εκπομπών έγινε στο πλαίσιο του ΕΣΚΔΕ−2 σύμφωνα με τα ακόλουθα:
Στις περιπτώσεις βιομηχανικών δραστηριοτήτων που το σύνολο των μονάδων του κλάδου εμπίπτει στις απαιτήσεις της κοινής υπουργικής απόφασης, χρησιμοποιούνται οι προβλέψεις που προκύπτουν σε επίπεδο δραστηριότητας από το επικαιροποιημένο ΣΑΕ, τα αποτελέσματα του οποίου παρουσιάσθηκαν στην Παράγραφο 2.3.
Στις περιπτώσεις που οι εμπίπτουσες εγκαταστάσεις είναι μέρος μόνο των εγκαταστάσεων μίας δραστηριότητας, τότε στις εκπομπές αναφοράς μιας εκάστης των εν λόγω μονάδων (Παράγραφος 2.4.1) εφαρμόζονται οι τάσεις αύξησης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου όπως αυτές προέκυψαν από το επικαιροποιημένο ΣΑΕ (Παράγραφος 2.3).
Με βάση τα παραπάνω, υπολογίστηκε το ποσοστό των συνολικών προβλεπόμενων εκπομπών CO2 των μονάδων που εμπίπτουν στην κοινή υπουργική απόφαση για την Εμπορία Δικαιωμάτων Εκπομπών σε σχέση με τις συνολικές προβλεπόμενες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατά την περίοδο 2008−2012.
2.4.2 Προσδιορισμός συνολικής ποσότητα δικαιωμάτων εκπομπών για την περίοδο 2008 – 2012
Σύμφωνα με το κριτήριο 1 του Παραρτήματος ΙΙΙ της υπ’ αριθμ. 54409/2632/2004 κοινής υπουργικής απόφασης η συνολική ποσότητα των δικαιωμάτων εκπομπής που θα κατανεμηθούν στις υπόχρεες εγκαταστάσεις θα πρέπει να συμβαδίζει με τις υποχρεώσεις των Κρατών – Μελών στο πλαίσιο του Πρωτοκόλλου του Κιότο. Με βάση την προβλεπόμενη συνεισφορά των υπόχρεων εγκαταστάσεων στις συνολικές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου της χώρας εξαιρουμένου του τομέα Χρήσεις γης, Αλλαγή χρήσεων γης και δασοπονία (ΧΓΑΧΓΔ) και το Συμφωνηθέν Ποσό Εκπομπής (Assigned Amount) της χώρας στο πλαίσιο του Πρωτοκόλλου του Κιότο, τα συνολικά δικαιώματα εκπομπών προς κατανομή για την πενταετία 2008−2012 υπολογίστηκαν σε 377.508.045 t CO2 , ήτοι 8,9% χαμηλότερα των εκπομπών του ΣΑΕ. Μετά την απόφαση της Επιτροπής της 29ης Νοεμβρίου 2006 για το Εθνικό Σχέδιο της Ελλάδας,, τα δικαιώματα προς κατανομή διαμορφώνονται στο ποσό των 345.437.745 t CO2 , ήτοι 16,7% χαμηλότερα των εκπομπών του ΣΑΕ. Με την προσθαφαίρεση των δικαιωμάτων των εγκαταστάσεων που αφαιρέθηκαν ή προστέθηκαν στον πίνακα κατανομής μετά την κατάθεσή του στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σύμφωνα με τις οδηγίες της, ανέρχονται τελικά σε 341.547.710 t CO2 .
Tα δικαιώματα αυτά κατανέμονται στο σύνολό τους δωρεάν. Τυχόν ετήσια αδιάθετα υπόλοιπα της Αποθήκης Νεοεισερχομένων ενδέχεται να πωληθούν/ δημοπρατηθούν.
Όπως προκύπτει και από την ανάλυση που προηγήθηκε, κατά τον υπολογισμό των συνολικών δικαιωμάτων εκπομπών λήφθηκαν υπόψη όλες οι παράμετροι για την ορθή εφαρμογή του κριτηρίου 1 του Παραρτήματος ΙΙΙ της υπ’ αριθμ. 54409/2632/2004 κοινής υπουργικής απόφασης, και συγκεκριμένα:
(α) Η συνολική ποσότητα δικαιωμάτων εκπομπών προς κατανομή υπολογίστηκε στη βάση των εθνικών δεσμεύσεων στο πλαίσιο του Πρωτοκόλλου.
(β) Η συνολική ποσότητα προσδιορίστηκε με βάση τα πλέον πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία για την εκτίμηση της ποσοστιαίας συμμετοχής των εκπομπών των υπόχρεων εγκαταστάσεων στο σύνολο των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου της χώρας.
(γ) Η συνολική ποσότητα δικαιωμάτων εκπομπών προς κατανομή δεν προσαυξήθηκε λόγω μελλοντικής χρήσης των ευέλικτων μηχανισμών του Πρωτοκόλλου που θα επέτρεπε υπέρβαση του στόχου του Κιότο.
(δ) Τα συνολικά δικαιώματα της περιόδου 2008−2012 είναι χαμηλότερα σε σχέση με τις προβλεπόμενες εκπομπές των υπόχρεων εγκαταστάσεων στο ΣΑΕ.
Η συνολική ποσότητα των δικαιωμάτων προς κατανομή είναι συμβατή με την απόφαση 280/2004/ΕΚ, καθώς η ποσότητα αυτή όχι μόνο δεν υπερβαίνει τις προβλεπόμενες εκπομπές των υπόχρεων εγκαταστάσεων για την περίοδο 2008−2012, αλλά είναι σημαντικά χαμηλότερη από αυτές, και έτσι η κατανομή των συνολικών δικαιωμάτων υπερκαλύπτει το κριτήριο 2 του Παραρτήματος ΙΙΙ της υπ’ αριθμ. 54409/2632/2004 κοινής υπουργικής απόφασης.
2.5 Δημοπράτηση δικαιωμάτων
Σύμφωνα με το άρθρο 10 της Οδηγίας 2003/87, το οποίο αφορά στη μέθοδο κατανομής δικαιωμάτων, ορίζεται ότι για την περίοδο 2008−2012 τα Κράτη−Μέλη κατανέμουν τουλάχιστον το 90% των δικαιωμάτων δωρεάν (και κατά συνέπεια το ποσοστό πώλησης δικαιωμάτων, μέσω δημοπρασίας ή αλλιώς, δεν μπορεί να ξεπερνά το 10% των συνολικών δικαιωμάτων).
Ως προς τη δημοπράτηση ποσοστού των συνολικών δικαιωμάτων για την περίοδο 2008−2012 δεν προβλέπεται τέτοια μέθοδος κατανομής και τα συνολικά δικαιώματα θα κατανεμηθούν δωρεάν. Ενδέχεται να πωληθούν/δημοπρατηθούν μόνο τα τυχόν περισσεύματα της Αποθήκης.
Δεδομένου ότι το συνολικό περιεχόμενο της Αποθήκης Νεοεισερχομένων δεν ξεπερνά το 10% των συνολικών δικαιωμάτων, δεν αναμένεται το ποσοστό των δικαιωμάτων προς δημοπράτηση να ξεπεράσει το επιτρεπόμενο όριο του 10%.
Στην ακραία περίπτωση που καμία εκ των ήδη προγραμματισμένων επεκτάσεων δεν υλοποιηθεί, με ταυτόχρονη διακοπή λειτουργίας σημαντικού αριθμού υφισταμένων εγκαταστάσεων που οδηγεί στην αύξηση των συνολικών διαθέσιμων δικαιωμάτων στην Αποθήκη πέρα του 10% των συνολικών δικαιωμάτων προς διανομή, ενδέχεται να δημοπρατηθεί ποσό που δεν θα υπερβαίνει το 10%.
3.1 Κατανομή συνολικής ποσότητας δικαιωμάτων σε επίπεδο δραστηριότητας
3.1.1 Μεθοδολογία κατανομής δικαιωμάτων
Καθώς στον Ελληνικό χώρο οι δραστηριότητες που εμπίπτουν στην υπ’ αριθμ. 54409/2632/2004 κοινή υπουργική απόφαση διαφοροποιούνται σημαντικά ως προς τη διάρθρωση των εκπομπών τους (εκπομπές από καύσεις και εκπομπές από διεργασίες) αλλά και ως προς τον αναμενόμενο ρυθμό ανάπτυξής τους κατά την πενταετία 2008−2012, κρίθηκε σκόπιμο η κατανομή δικαιωμάτων να γίνει σε 2 στάδια και συγκεκριμένα πρώτα σε επίπεδο δραστηριότητας και στη συνέχεια σε επίπεδο εγκατάστασης. Έτσι, στην Παράγραφο 3.1 παρουσιάζεται το πρώτο μεθοδολογικό στάδιο (κατανομή σε επίπεδο δραστηριότητας) και στην Παράγραφο 3.2 η κατανομή σε επίπεδο εγκατάστασης.
Οι δραστηριότητες που εξετάζονται στο επίπεδο αυτό αντιστοιχούν στις δραστηριότητες του Παραρτήματος Ι της υπ’ αριθμ. 54409/2632/2004 κοινής υπουργικής απόφασης Οδηγίας, δηλ. Ηλεκτροπαραγωγή, Λοιπές εγκαταστάσεις καύσης, Διυλιστήρια, Σίδηρος και Χάλυβας, Φρύξη μεταλλευμάτων, Τσιμέντο, Ασβέστης, Γυαλί, Κεραμικά και Χαρτί − χαρτόνι.
Η κατανομή δικαιωμάτων σε επίπεδο δραστηριότητας βασίζεται στις ακόλουθες αρχές:
(1) Όσον αφορά στις εκπομπές CO2 από διεργασίες, η μείωσή τους στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων απαιτεί αλλαγή στο είδος των υφιστάμενων πρώτων και βοηθητικών υλών ή/και στην χρησιμοποιούμενη τεχνολογία παραγωγής (αλλαγή που μπορεί να επηρεάσει το είδος ή/και την ποσότητα των πρώτων και βοηθητικών υλών). Τέτοιες αλλαγές προωθούνται και μέσω υφιστάμενων νομοθετικών ρυθμίσεων όπως για παράδειγμα την Οδηγία 96/61/ΕΚ (Οδηγία IPPC) και το ν.3325/2005 για την «Ίδρυση και Λειτουργία Βιομηχανικών – Βιοτεχνικών Εγκαταστάσεων στο Πλαίσιο της Αειφόρου Ανάπτυξης και άλλες Διατάξεις». Ωστόσο, καταρχήν σε κάποιες δραστηριότητες όπου η συντριπτική πλειοψηφία των εγκαταστάσεων είναι μικρές μονάδες (π.χ. ασβέστης, κεραμικά) κρίνεται δύσκολο να εφαρμοστούν τόσο από τεχνική άποψη, όσο και από οικονομική.
Επιπλέον, υπάρχουν δραστηριότητες όπου ο μόνος εφικτός τρόπος μείωσης των εκπομπών CO2 από διεργασίες είναι η μείωση του βαθμού αξιοποίησης μιας από τις διεργασίες της εγκατάστασης, κάτι που ενδέχεται να έχει αρνητικές συνέπειες στην εγχώρια απασχόληση και στη διεθνή ανταγωνιστικότητα ορισμένων επιχειρήσεων. Τέτοιο παράδειγμα είναι οι εγκαταστάσεις παραγωγής τσιμέντου, όπου η μείωση των εκπομπών από διεργασίες, οι οποίες οφείλονται στην παραγωγή κλίνκερ, μπορούν να μειωθούν με μείωση της εγχώριας παραγωγής κλίνκερ (άρα μείωση της λειτουργίας του κλιβάνου σε επίπεδα που να συνεπάγεται απώλεια θέσεων εργασίας) και εισαγωγή έτοιμου κλίνκερ από το εξωτερικό, και μάλιστα από χώρες εκτός ΕΕ.
Έτσι, με βάση τα παραπάνω, ως πρώτη αρχή της κατανομής δικαιωμάτων σε επίπεδο δραστηριότητας για την περίοδο 2008−20012 υιοθετείται η μη απαίτηση μειώσεων των προβλεπόμενων εκπομπών CO2 από διεργασίες.
(2) Όσον αφορά στις εκπομπές από καύσεις, κρίνεται απαραίτητο να υποστηριχθεί η συμπαραγωγή (συμπεριλαμβανομένης της τηλεθέρμανσης) καθώς ναι μεν μπορεί να αυξάνει τις εκπομπές CO2 σε επίπεδο εγκατάστασης, αλλά υποκαθιστά ηλεκτρισμό που στην Ελλάδα, τουλάχιστον προς το παρόν, συνοδεύεται από σχετικά υψηλές ενεργειακές απώλειες και σχετικά υψηλό συντελεστή εκπομπής CO2 ανά παραγόμενη kWh. Έτσι, υιοθετείται η μη απαίτηση μειώσεων εκπομπών CO2 από τις υφιστάμενες μονάδες συμπαραγωγής (αδιακρίτως του χρησιμοποιούμενου καυσίμου).
(3) Αναφορικά με τις προβλεπόμενες λοιπές καύσεις, αυτές θα μειωθούν στο βαθμό που χρειάζεται (μέσω της χρήσης κατάλληλου συντελεστή συμμόρφωσης) ώστε να ισούνται με τα δικαιώματα που απομένουν προς κατανομή μετά την αφαίρεση των προαναφερθεισών ποσοτήτων.
Με βάση τα παραπάνω, η βασική εξίσωση υπολογισμού είναι:

Με βάση τις πληροφορίες που συλλέχθηκαν από τις υπόχρεες εγκαταστάσεις, εκτιμήθηκε για κάθε κλάδο το μέγεθος της Αποθήκης Νεοεισερχομένων. Οι ποσότητες αυτές αφαιρούνται από τα δικαιώματα των αντίστοιχων δραστηριοτήτων προκειμένου να προκύψει η τελική κατανομή δικαιωμάτων προς διανομή για τις υφιστάμενες εγκαταστάσεις κάθε κλάδου.
3.1.2 Αποτελέσματα κατανομής δικαιωμάτων ανά δραστηριότητα
Η κατανομή των δικαιωμάτων ανά δραστηριότητα όπως προκύπτει από την εφαρμογή της προαναφερθείσας μεθοδολογίας κατανομής, τη συνεισφορά των δραστηριοτήτων στην αποθήκη και τον επιλεγέντα επιμερισμό στις δραστηριότητες της μείωσης του συνολικού ποσού που απαιτεί η απόφαση της Ε. Επιτροπής, παρουσιάζεται στον Πίνακα 3−1.
Επισημαίνεται ότι κατά την κατανομή δεν έχουν ληφθεί υπόψη συγκεκριμένα θέματα που σχετίζονται με τον ανταγωνισμό εκτός της ΕΕ (κριτήριο 11 του Παραρτήματος ΙΙΙ της υπ’ αριθμ. 54409/2632/2004 κοινής υπουργικής απόφασης), καθώς η αντιμετώπιση τυχόν προβλημάτων δε μπορεί παρά να αποτελέσει αντικείμενο συνολικών πολιτικών σε επίπεδο ΕΕ.
Πίνακας 3−1: Δικαιώματα εκπομπών ανά δραστηριότητα

3.2 Κατανομή συνολικής ποσότητας δικαιωμάτων σε επίπεδο εγκατάστασης
3.2.1 Γενικοί κανόνες κατανομής δικαιωμάτων
3.2.1.1 Υφιστάμενες εγκαταστάσεις
Η μεθοδολογία για την κατανομή δικαιωμάτων ανά εγκατάσταση, με δεδομένη την κατανομή σε επίπεδο δραστηριότητας η οποία προέκυψε από το προηγούμενο μεθοδολογικό στάδιο, περιλαμβάνει τα ακόλουθα κύρια σημεία:
- Η κατανομή γίνεται στη βάση των εκπομπών αναφοράς των εγκαταστάσεων, οι οποίες υπολογίζονται βάσει των κανόνων που αναφέρθηκαν στην Παράγραφο 2.4.1. Έτσι, δράσεις με θετική συμβολή στη μείωση των εκπομπών που αναλήφθηκαν από την εγκατάσταση εντός της χρονικής περιόδου αναφοράς, λαμβάνονται εμμέσως υπόψη καθώς εξάγεται ο μέσος όρος μιας σειράς ετών μετά την εξαίρεση αυτού με τις χαμηλότερες εκπομπές (που, για παράδειγμα, μπορεί να ταυτίζεται με το επόμενο μετά την εισαγωγή του φυσικού αερίου έτος).
- Επιπλέον, ακολουθούνται αντίστοιχοι κανόνες με αυτούς σε επίπεδο δραστηριότητας όσον αφορά στις εκπομπές από διεργασίες και συμπαραγωγή (λαμβάνεται συντελεστής συμμόρφωσης ίσος με 1).
- Επίσης, στις δραστηριότητες Λοιπές Καύσεις, Χαρτί, Ασβέστης και Κεραμικά η κατανομή λαμβάνει υπόψη της το είδος των χρησιμοποιούμενων καυσίμων. Συγκεκριμένα, στο καύσιμο της δραστηριότητας με τον υψηλότερο συντελεστή εκπομπής CO2 αντιστοιχίζεται συντελεστής με τιμή 1 ενώ στα υπόλοιπα καύσιμα της δραστηριότητας ο συντελεστής αυτός προσαυξάνεται κατά το 70% της ποσοστιαίας διαφοράς των συντελεστών εκπομπής (όπως αυτοί προτείνονται στις Κατευθυντήριες Οδηγίες του IPCC) των λοιπών καυσίμων. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η δεν υπάρχει ρεαλιστική δυνατότητα πρόσβασης στο φυσικό αέριο για όλες τις υπόχρεες εγκαταστάσεις, ο συντελεστής για το φυσικό αέριο ελήφθη ίσος με το συντελεστή του υγραερίου. Δεδομένου ότι η παραπάνω μεθοδολογία δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην περίπτωση χρήσης βιομάζας καθώς οι σχετικές εκπομπές δεν προσμετρώνται (στο πλαίσιο του φυσικού κύκλου του άνθρακα), και προκειμένου να ληφθούν υπόψη τα οφέλη από τη χρήση του καυσίμου αυτού ακολουθήθηκε η παρακάτω προσέγγιση. Κατ’ αρχήν, οι εκπομπές από χρήση βιομάζας υπολογίζονται στη βάση του συντελεστή εκπομπής που προτείνεται από τις Κατευθυντήριες Οδηγίες του IPCC (107,44 t CO2 / TJ) και προσαυξάνονται με συντελεστή 1,5. Για να διατηρηθεί η συνέχιση της χρήσης του καυσίμου αυτού στις εγκαταστάσεις που το χρησιμοποιούν, οι τελικές εκπομπές αναφοράς περιλαμβάνουν το 20% των εκπομπών αυτών στην περίπτωση αποκλειστικής χρήσης βιομάζας και το 5% στην περίπτωση συμπληρωματικής χρήσης.
- Στη δραστηριότητα Σίδηρος – Χάλυβας όπου σημαντικές επενδύσεις υλοποιήθηκαν προς το τέλος της περιόδου αναφοράς, η μεθοδολογία κατανομής με βάση τις εκπομπές αναφοράς προσαρμόστηκε ως ακολούθως:
− Με βάση τα στοιχεία των εγκαταστάσεων υπολογίστηκε η παραγωγή αναφοράς ανά εγκατάσταση (χάλυβα) της περιόδου 2000 – 2004, κατ’ αναλογία με τον υπολογισμό των εκπομπών αναφοράς. Οι εκπομπές για την παραγωγή αυτή εκτιμήθηκαν στη βάση ιστορικών συντελεστών εκπομπής ανά εγκατάσταση. Στη συνέχεια υπολογίστηκε το ποσοστό που οι εκπομπές αυτές αντιπροσωπεύουν στο σύνολο των εκπομπών του ΣΑΕ της δραστηριότητας. Θεωρήθηκε ότι στην προαναφερθείσα παραγωγή αναφοράς αντιστοιχεί το αυτό ποσοστό των συνολικών δικαιωμάτων της δραστηριότητας.
− Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία για τις εγκαταστάσεις, τις εκτιμήσεις των εγκαταστάσεων, τις ιστορικές παραγωγές και τις υπολογισθείσες παραγωγές αναφοράς, καθώς και τις πρόσφατες τάσεις αύξησης της παραγωγής, εκτιμήθηκε η μελλοντική αύξηση παραγωγής του κλάδου και ανά εγκατάσταση για την περίοδο 2008 – 2012. Με βάση τους πλέον πρόσφατους συντελεστές εκπομπής και λαμβάνοντας υπόψη τυχόν μελλοντικές δυσκολίες προμήθειας κατάλληλης πρώτης ύλης, υπολογίστηκαν οι εκπομπές ανά εγκατάσταση που αντιστοιχούν στη μελλοντική αύξηση της παραγωγής. Στη βάση των εκπομπών αυτών κατανέμονται ανά εγκατάσταση τα υπόλοιπα δικαιώματα που προκύπτουν από την αφαίρεση του ποσού των δικαιωμάτων που αντιστοιχούν στην παραγωγή αναφοράς (τα οποία κατανεμήθηκαν ως ανωτέρω) από το σύνολο των δικαιωμάτων της δραστηριότητας.
Τα σχετικά αποτελέσματα από την εφαρμογή της προαναφερθείσας μεθοδολογίας κατανομής παρουσιάζονται αναλυτικά στην Παράγραφο 3.2.3 παρακάτω.
3.2.1.2 Διακοπή λειτουργίας εγκαταστάσεων
Εντός 15 ημερών από την διακοπή λειτουργίας εγκαταστάσεως ή τμήμα αυτής, ο φορέας εκμετάλλευσης υποχρεούται να ειδοποιήσει το ΓΕΔΕ σχετικά, προσκομίζοντας τα απαραίτητα δικαιολογητικά, άλλως υπόκειται στις κυρώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 20 (παρ.5) της υπ’ αριθμ. 54409/2632 κοινής υπουργικής απόφασης.
Διακοπή λειτουργίας μιας εγκατάστασης θεωρείται όταν ισχύει μία από τις ακόλουθες συνθήκες:
− Η άδεια λειτουργίας της εγκατάστασης έχει αφαιρεθεί / ανακληθεί από την αρμόδια αρχή χορήγησής της, όπως ορίζεται στη κείμενη νομοθεσία..
− Ο φορέας εκμετάλλευσης της εγκατάστασης έχει ειδοποιήσει με υπεύθυνη δήλωση την αρμόδια αρχή για την χορήγηση άδειας εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου (ΓΕΔΕ) ότι η εγκατάσταση διακόπτει οριστικά τη λειτουργία της. Η εγκατάσταση υποβάλλει στο ΓΕΔΕ στοιχεία που να τεκμηριώνουν την διακοπή αυτή για κάθε έτος της περιόδου του παρόντος ΕΣΚΔΕ.
− Η διακοπή είναι συνέπεια τελεσίδικης δικαστικής απόφασης (όπως π.χ. πτώχευσης).
− Η εγκατάσταση άλλαξε οριστικά δραστηριότητα.
- Σε κάθε περίπτωση διακοπής λειτουργίας, αφαιρείται από την εγκατάσταση η άδεια εκπομπής αερίων θερμοκηπίου.
- Για τα έτη που ακολουθούν το έτος της διακοπής λειτουργίας της εγκατάστασης δεν εκχωρούνται δικαιώματα. Τα υπόλοιπα δικαιώματα της εγκατάστασης μέχρι τη λήξη της τρέχουσας περιόδου εμπορίας μεταφέρονται στην Αποθήκη Νεοεισερχομένων, εκτός εάν ο φορέας εκμετάλλευσης της εγκατάστασης που διακόπτει τη λειτουργίας της επιλέξει να μεταφέρει τα δικαιώματα που απομένουν σε νέα εγκατάστασή του («κανόνας μεταφοράς δικαιωμάτων σε νέα εγκατάσταση» / transfer rule, βλ. παράγραφο 3.2.1.3 παρακάτω).
- Σε περίπτωση που έχουν εκχωρηθεί τα δικαιώματα για το έτος που έπεται αυτού της διακοπής λειτουργίας, ο φορέας της εγκατάστασης υποχρεούται να παραδώσει το σύνολο των δικαιωμάτων αυτών στην αρμόδια αρχή. Εάν δεν διαθέτει επαρκή δικαιώματα για το σκοπό αυτό, θα πρέπει να τα αναζητήσει στην αγορά δικαιωμάτων ή αλλιώς να πληρώσει το ειδικό πρόστιμο για υπέρβαση εκπομπών που προβλέπει το άρθρο 20 (παρ. Α εδ.1) της υπ’ αριθμ. 54409/2632/2004 κοινής υπουργικής απόφασης.
- Από τα δικαιώματα που έχουν εκχωρηθεί για το έτος διακοπής λειτουργίας της εγκατάστασης ο φορέας εγκατάστασης παραδίδει στην αρμόδια αρχή τόσα δικαιώματα όσα χρειάζεται για να καλύψει τις εκπομπές της κατά το έτος αυτό και μέχρι την οριστική διακοπή της λειτουργίας. Εάν δεν διαθέτει επαρκή δικαιώματα για το σκοπό αυτό, θα πρέπει να τα αναζητήσει στην αγορά δικαιωμάτων ή αλλιώς να πληρώσει το ειδικό πρόστιμο για υπέρβαση εκπομπών που προβλέπει το άρθρο 20 (παρ. Α εδ.1) της υπ’ αριθμ. 54409/2632/2004 κοινής υπουργικής απόφασης.
- Εάν μια εγκατάσταση, για την οποία διαπιστώθηκε διακοπή λειτουργίας σε κάποιο έτος της περιόδου εφαρμογής, επαναλειτουργήσει σε κάποιο έτος της ίδιας περιόδου, τότε θεωρείται νεοεισερχόμενη και εμπίπτει στις διατάξεις που προβλέπονται για τους νεοεισερχόμενους.
- Τα δικαιώματα εγκαταστάσεων που λειτουργούν στην περίοδο 2005−2007 και ως εκ τούτου έχουν περιληφθεί στο ΕΣΚΔΕ−2 και διακόψουν οριστικά την λειτουργία τους πριν την 1.1.2008 θα μεταφερθούν στην Αποθήκη.
- Στην περίπτωση προσωρινής διακοπής λειτουργίας της εγκατάστασης, η εγκατάσταση διατηρεί το σύνολο των δικαιωμάτων της, καθώς και την άδεια εκπομπής αερίων του θερμοκηπίου. Η εγκατάσταση υποχρεούται να ειδοποιήσει εντός 15 ημερών την αρμόδια αρχή (ΓΕΔΕ), και να προσκομίσει τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία τόσο για την προσωρινή διακοπή λειτουργίας, το προβλεπόμενο χρόνο και το λόγο διακοπής όσο και για την επανέναρξη της λειτουργίας της.
3.2.1.3 Μεταφορά δικαιωμάτων σε νέες εγκαταστάσεις
Για τη δεύτερη περίοδο εφαρμογής του συστήματος (2008−2012) προβλέπεται το ακόλουθο σχήμα μεταφοράς δικαιωμάτων (transfer rule):
- Η μεταφορά δικαιωμάτων από μία υφιστάμενη εγκατάσταση που διακόπτει τη λειτουργία της σε μία νέα (όπου ο όρος «νέα» καλύπτει και την επέκταση άλλης υφιστάμενης εγκατάστασης, που σύμφωνα με τους ορισμούς της υπ’ αριθμ. 54409/2632/2004 κοινής υπουργικής απόφασης θεωρείται επίσης «νεοεισερχόμενη») είναι δυνατή μόνο στην περίπτωση που οι δύο εγκαταστάσεις λειτουργούν εντός της Ελληνικής Επικράτειας, ασκούν την ίδια δραστηριότητα του Παραρτήματος Ι της υπ’ αριθμ. 54409/2632/2004 κοινής υπουργικής απόφασης και έχουν τον ίδιο φορέα εκμετάλλευσης.
Τα απαιτούμενα δικαιώματα της νέας εγκατάστασης υπολογίζονται βάσει των κανόνων που προβλέπονται για τον υπολογισμό των δικαιωμάτων για νεοεισερχόμενους (Παράγραφος 5.2.3)
Α) Εάν τα δικαιώματα που δικαιούται η νέα εγκατάσταση υπερβαίνουν τα δικαιώματα της παλαιάς, η νέα εγκατάσταση λαμβάνει το σύνολο των δικαιωμάτων της παλαιάς εγκατάστασης και επιπροσθέτως τα υπόλοιπα δικαιώματα που χρειάζεται από την αποθήκη νεοεισερχομένων βάσει των κανόνων που προβλέπονται για τη λειτουργία της αποθήκης.
Β) Εάν τα δικαιώματα που δικαιούται η νέα εγκατάσταση είναι λιγότερα από όσα έχουν αποδοθεί στην παλαιά, τα πρόσθετα δικαιώματα (που δεν χρειάζεται η νέα εγκατάσταση) μεταφέρονται στην αποθήκη, εκτός των δικαιωμάτων του έτους διακοπής λειτουργίας που ακολουθούν τη διαδικασία που προβλέπεται στο εδάφιο Δ.
Γ) Στην περίπτωση όπου η νέα εγκατάσταση αφορά σε δραστηριότητα ηλεκτροπαραγωγής και η έναρξη λειτουργίας της συνοδεύεται από τη θέση σε κατάσταση ψυχρής εφεδρείας μίας ή περισσότερων υφιστάμενων εγκαταστάσεων, η μονάδα που τίθεται σε ψυχρή εφεδρεία θεωρείται ότι διακόπτει τη λειτουργία της και η νέα εγκατάσταση λαμβάνει δικαιώματα βάσει των κανόνων που προβλέπονται για τον υπολογισμό των δικαιωμάτων για νεοεισερχόμενους (Παράγραφος 5.2.3.).
Στη περίπτωση που η εγκατάσταση που έχει τεθεί σε ψυχρή εφεδρεία τεθεί σε λειτουργία, λόγω βλάβης σε άλλη μονάδα, τότε: 1) στη περίπτωση που οι δύο μονάδες ανήκουν στον αυτό φορέα εκμετάλλευσης ο διακανονισμός των δικαιωμάτων γίνεται εσωτερικά, και 2) στη περίπτωση διαφορετικού φορέα εκμετάλλευσης ο φορέας εκμετάλλευσης της μονάδας που υπέστη την βλάβη, θα πρέπει να αποζημιώσει τον φορέα εκμετάλλευσης της μονάδας που έχει τεθεί σε ψυχρή εφεδρεία για το διάστημα λειτουργίας της.
Δ) Αναφορικά με τον χρονισμό της διακοπής λειτουργίας της παλαιάς εγκατάστασης / έναρξης λειτουργίας της νέας εγκατάστασης δεν τίθεται κάποιος συγκεκριμένος χρονικός περιορισμός, αλλά:
− Με την διακοπή λειτουργίας της παλαιάς εγκατάστασης δεν εκδίδονται πλέον άλλα δικαιώματα για λογαριασμό της.
− Τα δικαιώματα για τη νέα εγκατάσταση αποδίδονται από την ημερομηνία χορήγησης της άδειας λειτουργίας εφόσον έχει ήδη εκδοθεί η άδεια εκπομπής αερίων θερμοκηπίου. Σε περίπτωση εγκαταστάσεων ηλεκτροπαραγωγής που έχουν μόνο άδεια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, η διασφάλιση του χρόνου έναρξης της λειτουργίας τους παρέχεται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης. Σε όλες τις περιπτώσεις, η παλαιά εγκατάσταση διατηρεί τα δικαιώματα που έχουν εκχωρηθεί για το έτος διακοπής λειτουργίας της εγκατάστασης μέχρι την ημερομηνία απόδοσης των δικαιωμάτων στη νέα εγκατάσταση.
3.2.1.4 Νεοεισερχόμενοι
Το πλαίσιο και οι κανόνες πρόσβασης των νεοεισερχομένων στην αγορά δικαιωμάτων εκπομπών παρουσιάζεται αναλυτικά στην Παράγραφο 5.2.
3.2.2 Ειδικοί κανόνες κατανομής δικαιωμάτων
3.2.2.1 Πρώιμη δράση (early action)
Στη μεθοδολογία κατανομής που εφαρμόζεται σε επίπεδο δραστηριότητας και σε επίπεδο εγκατάστασης η πρώιμη δράση ενισχύεται έμμεσα καθώς για τον υπολογισμό των εκπομπών αναφοράς σε επίπεδο εγκατάστασης (και κατά συνέπεια σε επίπεδο δραστηριότητας, με άθροιση των εκπομπών των εγκαταστάσεων της δραστηριότητας) λαμβάνεται ο μέσος όρος των εκπομπών των ετών της επιλεγμένης χρονικής περιόδου αναφοράς, με την εξαίρεση του έτους με τις χαμηλότερες εκπομπές. Έτσι, εάν η αιτία της μείωσης εκπομπών κατά το έτος αυτό ήταν για παράδειγμα η εξοικονόμηση ενέργειας ή η υποκατάσταση καυσίμου από άλλο με χαμηλότερο συντελεστή εκπομπής CO2 , τότε η αναπόφευκτη μείωση εκπομπών λόγω των δράσεων αυτών (που οδηγεί και σε μειωμένα δικαιώματα εκπομπής αφού αυτά υπολογίζονται λαμβάνοντας υπόψη τη συμμετοχή των εκπομπών της εγκατάστασης στο σύνολο των εκπομπών) δεν λαμβάνεται υπόψη και επομένως η κατανομή δικαιωμάτων προκύπτει ευνοϊκότερη για την εγκατάσταση.
Στο πλαίσιο των παραπάνω, η επιλογή κατάλληλης χρονικής περιόδου αναφοράς συνιστά έναν έμμεσο τρόπο αναγνώρισης της πρώιμης δράσης. Είναι προφανές πως όσο περισσότερο η περίοδος αυτή καλύπτει παρελθόντα έτη, τόσο μεγαλύτερη η αναγνώριση της πρώιμης δράσης καθώς στις περισσότερες περιπτώσεις τα όποια μέτρα μείωσης εκπομπών έλαβαν χώρα τα πρόσφατα έτη. Ωστόσο, η χρήση μιας μεγάλης περιόδου αναφοράς δυσχεραίνει την εξεύρεση αξιόπιστων στοιχείων για τα παλαιά έτη και άρα μειώνει την αξιοπιστία των υπολογισμών εκπομπών. Για την ανάπτυξη του Ελληνικού ΕΣΚΔΕ−2, ως περίοδος αναφοράς χρησιμοποιήθηκε η πενταετία 2000−2004. Η αξιοποίηση ετών πριν το 2000 ήταν προβληματική καθώς για πολλές από τις υπόχρεες εγκαταστάσεις τα απαραίτητα στοιχεία για τον υπολογισμό των εκπομπών δεν ήταν διαθέσιμα.
3.2.2.2 Εκπομπές από διεργασίες
Η αναγνώριση της δυσκολίας (ή και σε αρκετές περιπτώσεις αδυναμίας) μείωσης των εκπομπών CO2 από διεργασίες, τόσο από τεχνική όσο και από οικονομική άποψη αποτελεί κεντρικό σημείο της μεθοδολογίας κατανομής δικαιωμάτων που υιοθετήθηκε τόσο σε επίπεδο δραστηριότητας όσο και σε επίπεδο εγκατάστασης. Η δυσκολία αυτή αναγνωρίζεται μέσω της χρήσης συντελεστή συμμόρφωσης ίσου με 1 για όλες τις εκπομπές από διεργασίες και για την περίοδο 2008−2012.
3.2.2.3 Συμπαραγωγή
Στο πλαίσιο της μεθοδολογίας κατανομής που υιοθετήθηκε, η συμπαραγωγή (αδιακρίτως του χρησιμοποιούμενου καυσίμου και συμπεριλαμβανομένης της τηλεθέρμανσης) υποστηρίζεται με τον ίδιο τρόπο όπως και οι εκπομπές από διεργασίες, δηλαδή με χρήση συντελεστή συμμόρφωσης ίσου με 1 τόσο για τις υφιστάμενες εγκαταστάσεις όσο και για τις νεοεισερχόμενες.
3.2.2.4 Αύξηση εκπομπών λόγω νομοθετικών απαιτήσεων
Η αναπόφευκτη αύξηση των εκπομπών CO2 σε ορισμένες εγκαταστάσεις λόγω νομοθετικών απαιτήσεων και όχι λόγω αύξησης της δυναμικότητας, λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο της παρούσας κατανομής ειδικά στην περίπτωση των διυλιστηρίων για την παραγωγή καυσίμων χαμηλότερης περιεκτικότητας σε θείο, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων Κοινοτικών Οδηγιών.
Οι αυξήσεις των εκπομπών λόγω των απαιτήσεων αυτών έχουν ληφθεί υπόψη τόσο στην εκτίμηση των εκπομπών αναφοράς των εγκαταστάσεων όσο και, εν όψει των προγραμματισμένων αναβαθμίσεων / αναδιαρθρώσεων στην περίοδο 2008 − 2012, στον προσδιορισμό του μεγέθους της Αποθήκης Νεοεισερχομένων της περιόδου 2008−2012. Για τον υπολογισμό των δικαιωμάτων των σχετικών εγκαταστάσεων έχει ληφθεί συντελεστής συμμόρφωσης ίσος με 1, με το σκεπτικό ότι οι επενδύσεις αυτές γίνονται για να καλυφθούν οι απαιτήσεις περιβαλλοντικών Οδηγιών σχετικά με την ποιότητα των καυσίμων, και δεν υπήρχε άλλη επιλογή από την τήρηση των όσων προβλέπονται από τη σχετική νομοθεσία (κάτι που αναπόφευκτα αυξάνει τις εκπομπές CO2 στις περιπτώσεις αυτές).
3.2.3. Αποτελέσματα κατανομής δικαιωμάτων ανά εγκατάσταση
Η κατανομή των δικαιωμάτων ανά εγκατάσταση παρουσιάζεται στον Πίνακα Κατανομής.
Τα δικαιώματα κάθε εγκατάστασης για την περίοδο 2008−2012 προβλέπεται να κατανεμηθούν σε 5 ισόποσες ετήσιες δόσεις, εκτός εάν αναφέρεται διαφορετικά στον πίνακα.
Οι εγκαταστάσεις που δεν λειτούργησαν μέχρι την 1.1.2008 δεν λαμβάνουν δικαιώματα (παρουσιάζονται στον πίνακα με μηδενικά δικαιώματα). Εγκαταστάσεις των οποίων τμήματά τους δεν λειτούργησαν μέχρι την 1.1.2008, λαμβάνουν δικαιώματα μειωμένα κατά το ποσό που είχε υπολογισθεί για το νεοεισερχόμενο τμήμα.
Τα δικαιώματα που δεν κατανέμονται μεταφέρονται στην Αποθήκη.
Ειδικότερα για την κατανομή των δικαιωμάτων του 2008, στις εγκαταστάσεις στις οποίες δεν έχει λειτουργήσει τμήμα νεοεισερχόμενο μέχρι την 1.1.2008 θα κατανεμηθεί για το 2008 το ποσό χωρίς την μείωση που αναλογεί στο τμήμα που δεν λειτούργησε, με αντίστοιχη μείωση του ποσού που θα κατανεμηθεί το 2009, ώστε οι εγκαταστάσεις να λάβουν συνολικά για τα δύο έτη τα προβλεπόμενα στον Πίνακα Κατανομής.
3.3 Λοιπά θέματα εφαρμογής σε σχέση με την κατανομή δικαιωμάτων
3.3.1 Μεταφορά δικαιωμάτων
Η μεταφορά δικαιωμάτων από την περίοδο 2008−2012 στην επόμενη περίοδο εφαρμογής 2013−2018 είναι υποχρεωτική.
Σε σχέση με τον χειρισμό των αδιάθετων δικαιωμάτων της Αποθήκης Νεοεισερχομένων στο τέλος κάθε έτους της περιόδου 2008−2012, προβλέπεται η ενδεχόμενη πώληση ή δημοπράτηση τους με βάση όσα προβλέπονται στην Παράγραφο 2.5.
Έτσι, αναλυτικότερα, προβλέπεται το ακόλουθο σχήμα:
- Επιτρέπεται η χρήση από μία εγκατάσταση δικαιωμάτων που έχουν εκχωρηθεί σε ένα έτος της περιόδου για την κάλυψη εκπομπών επόμενων ετών της περιόδου (intra−period banking).
- Εντός της περιόδου εφαρμογής του ΕΣΚΔΕ 2008− 2012, το σύστημα παρέχει τη δυνατότητα χρήσης από μία εγκατάσταση δικαιωμάτων ενός έτους της περιόδου για την κάλυψη των εκπομπών του αμέσως προηγούμενου έτους.
- Tα δικαιώματα της αποθήκης νεοεισερχομένων που παραμένουν αδιάθετα μέχρι την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους της περιόδου μεταφέρονται στην αποθήκη του επόμενου έτους της περιόδου ή πωλούνται / δημοπρατούνται.
- Τα δικαιώματα της Αποθήκης Νεοεισερχομένων που παραμένουν αδιάθετα μέχρι το τέλος της περιόδου, ενδέχεται να πωληθούν ή δημοπρατηθούν μέχρι του ορίου του 10% των συνολικών δικαιωμάτων.
3.3.2 Μονομερής ένταξη πρόσθετων εγκαταστάσεων (opt−in)
Για την περίοδο 2008−2012 δεν προτείνεται καταρχήν η μονομερής ένταξη εγκαταστάσεων που ασκούν δραστηριότητα του Παραρτήματος Ι της υπ’ αριθμ. 54409/2632/2004 κοινής υπουργικής απόφασης και των οποίων η δυναμικότητα είναι χαμηλότερη από το όριο του Παραρτήματος αυτού, δυνατότητα που προβλέπεται από την κοινή υπουργική απόφαση. Όσον αφορά την οικιοθελή μονομερή ένταξη εγκαταστάσεων, προς το παρόν δεν έχει διατυπωθεί επισήμως σχετικό αίτημα προς την Αρμόδια Αρχή.
3.3.3 Ομαδοποίηση εγκαταστάσεων (pooling)
Μέχρι την παρούσα χρονική στιγμή δεν έχει υποβληθεί προς την αρμόδια αρχή κάποιο αίτημα από εγκαταστάσεις που ασκούν την ίδια δραστηριότητα για τη σύσταση ομάδας (pool) σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στην κοινή υπουργική απόφαση. Ωστόσο, προβλέπεται να επιτραπεί η δημιουργία τέτοιων ομάδων κατά την περίοδο 2008−2012 εφόσον υποβληθεί σχετική αίτηση από τους ενδιαφερόμενους και υπό την προϋπόθεση ότι το σχετικό αίτημα που θα γίνει από την χώρα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή αξιολογηθεί θετικά.
3.3.4 Όριο χρήσης των πιστώσεων εκπομπών από CDM και JI από τις υπόχρεες εγκαταστάσεις
Το όριο χρήσης των πιστώσεων εκπομπών από CDM και JI από τις υπόχρεες εγκαταστάσεις καθορίζεται σε 9% των κατανεμόμενων δικαιωμάτων ανά εγκατάσταση. Το ποσοστό αυτό αντιστοιχεί σε συνολική ποσότητα πιστώσεων εκπομπών προς χρήση από το σύνολο των εγκαταστάσεων η οποία είναι συμβατή με την αρχή της συμπληρωματικότητας (σύμφωνα με την γενικώς αποδεκτή ερμηνεία ότι η συνεισφορά των μηχανισμών του Πρωτοκόλλου δεν μπορεί να υπερβαίνει το 50% της απαιτούμενης προσπάθειας μείωσης εκπομπών της χώρας από τα επίπεδα του ΣΑΕ στον εθνικό στόχο). Το όριο χρήσης θα είναι ετήσιο, με δυνατότητα μεταφοράς του υπολοίπου του δικαιώματος χρήσης από έτος σε έτος, εντός της περιόδου 2008−2012. Σε περίπτωση που μία ή περισσότερες υπόχρεες εγκαταστάσεις δεν αξιοποιήσουν πλήρως (ή καθόλου) το όριο του 9% μέχρι το τέλος της περιόδου (με βάση τη συνολική ποσότητα των CERs/ERUs που κατέχουν στον λογαριασμό τους στο Εθνικό Μητρώο Καταγραφής Συναλλαγών),το υπόλοιπο μπορεί να επιτραπεί από την Αρμόδια Αρχή (αφού λάβει υπόψη της τη διαμόρφωση του συστήματος εμπορίας μετά το 2012) να αξιοποιηθεί από υπόχρεες εγκαταστάσεις οι οποίες έχουν καλύψει πλήρως το δικό τους όριο του 9%, με στόχο τη συμμόρφωσή τους ως προς τις υποχρεώσεις τους.
4.1 Δυναμικό (συμπεριλαμβανόμενου του τεχνολογικού δυναμικού) μείωσης εκπομπών
Σύμφωνα με το κριτήριο 3 του Παραρτήματος ΙΙΙ της υπ’ αριθμ. 54409/2632/2004 κοινής υπουργικής απόφασης για την Εμπορία Δικαιωμάτων Εκπομπών, τα προς κατανομή δικαιώματα εκπομπής θα πρέπει να συμβαδίζουν ποσοτικά με το διαθέσιμο τεχνολογικό, οικονομικό, κλπ. δυναμικό μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου στις δραστηριότητες που καλύπτονται από την κοινή υπουργική απόφαση. Το κριτήριο αυτό είναι υποχρεωτικό σε σχέση με τον καθορισμό των συνολικών προς διανομή δικαιωμάτων εκπομπών και προαιρετικό όσον αφορά την κατανομή των δικαιωμάτων σε επίπεδο δραστηριοτήτων.
Στο πλαίσιο διαμόρφωσης του ΕΣΚΔΕ, το εν λόγω κριτήριο λήφθηκε υπόψη τόσο κατά τον προσδιορισμό των συνολικών προς διανομή δικαιωμάτων εκπομπών όσο εν μέρει και για τη κατανομή τους ανά δραστηριότητα. Συγκεκριμένα:
Το επικαιροποιημένο ΣΑΕ των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, που διαμορφώθηκε στο πλαίσιο του ΕΣΚΔΕ (Παράγραφος 2.3) προκειμένου να εκτιμηθεί η εξέλιξη των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου στη χώρα αλλά και το μερίδιο των τομέων που εμπίπτουν στην κοινή υπουργική απόφαση, και στα αποτελέσματα του οποίου βασίσθηκε ο προσδιορισμός των συνολικών δικαιωμάτων προς κατανομή, λαμβάνει υπόψη αναλυτικά τις διαθέσιμες εναλλακτικές τεχνολογίες στους διαφόρους κλάδους και οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν σε μειώσεις εκπομπών και εκτιμά τη μελλοντική διείσδυσή τους ανά δραστηριότητα. Στα υπολογιστικά εργαλεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη διαμόρφωση του ΣΑΕ οι εναλλακτικές τεχνολογίες προσομοιώνονται αναλυτικά όσον αφορά τα τεχνικά και οικονομικά χαρακτηριστικά τους, ενώ οι αποφάσεις λαμβάνονται στη βάση των τεχνικών ιδιαιτεροτήτων σε επίπεδο δραστηριότητας και χρήσης, της οικονομικότητας των τεχνολογιών (που καθορίζονται από το κόστος επένδυσης, λειτουργίας, καυσίμου, κλπ.), το διαμορφωθέν θεσμικό πλαίσιο και τις πρακτικές συμπεριφοράς από τους αποφασίζοντες στις διάφορες δραστηριότητας.
Ιδιαίτερα στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής (που αποτελεί άλλωστε τη σημαντικότερη πηγή εκπομπών αερίων θερμοκηπίου στη χώρα) το ΣΑΕ διαμορφώθηκε στη βάση αναλυτικών προσομοιώσεων του ηλεκτρικού συστήματος όπου εναλλακτικές επιλογές (διαφοροποιούμενες τόσο ως προς την τεχνολογία όσο και ως προς το χρησιμοποιούμενο καύσιμο) αξιολογούνται για την επέκταση της εγκατεστημένης ισχύος του συστήματος ενώ λαμβάνονται υπόψη και οι προοπτικές διείσδυσης ανανεώσιμων τεχνολογιών (ιδιαίτερα αιολικών μονάδων).
Ακόμη σε επίπεδο δραστηριότητας το ΕΣΚΔΕ λαμβάνει υπόψη ότι οι διαθέσιμες πρακτικές για περιορισμό των εκπομπών από τις βιομηχανικές διεργασίες των δραστηριοτήτων που εμπίπτουν στην κοινή υπουργική απόφαση είναι εξαιρετικά περιορισμένες, και έτσι στο σχέδιο κατανομής οι αντίστοιχες εκπομπές καλύπτονται πλήρως από ανάλογο αριθμό δικαιωμάτων. Αντίθετα, το ΕΣΚΔΕ αναγνωρίζει ότι τα περιθώρια μείωσης των εκπομπών είναι σημαντικά περισσότερα στις καύσεις για τις οποίες προσδιορίζονται σχετικοί συντελεστές συμμόρφωσης έτσι ώστε οι υπόχρεες εγκαταστάσεις να αναλάβουν πρωτοβουλίες περιορισμού των αντίστοιχων εκπομπών.
4.2 Καθαρές τεχνολογίες
Η εφαρμογή ενός συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών δημιουργεί ουσιαστικά κίνητρα για την εισαγωγή καθαρών τεχνολογιών σε διάφορους βιομηχανικούς κλάδους. Στο πλαίσιο του ΕΣΚΔΕ−2 οι εκπομπές αναφοράς ανά εγκατάσταση σε συγκεκριμένους κλάδους, συνδυάζονται με τη χρήση συντελεστών ανά είδος καυσίμου, οι οποίοι υποστηρίζουν την προώθηση καθαρότερων καυσίμων.
Επιπλέον, για τις εγκαταστάσεις συμπαραγωγής ηλεκτρισμού και θερμότητας ο εφαρμοζόμενος συντελεστής συμμόρφωσης τέθηκε ίσος με 1. Η επιλογή αυτή έγινε προκειμένου να ληφθεί υπόψη ότι η εγκατάσταση συστη− μάτων συμπαραγωγής ενώ σε συνολικό επίπεδο συμβάλ− λει στη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, σε επίπεδο εγκατάστασης οδηγεί σε αυξημένες εκπομπές. Η εφαρμογή επομένως του γενικού συντελεστή συμμόρφωσης για τις καύσεις και για τα συστήματα συμπαραγωγής θα αποτελούσε ένα αντικίνητρο διείσδυσης στο ενεργειακό σύστημα της εν λόγω τεχνολογίας.
Ακόμη σημειώνεται ότι ειδικά για τις νεοεισερχόμενες μονάδες συμπαραγωγής της περιόδου 2008−2012 ο εφαρμοζόμενος συντελεστής συμμόρφωσης παραμένει ίσος με 1 ως κίνητρο. Τέλος, σημειώνεται ότι ειδικό μέρος της Αποθήκης Νεοεισερχομένων δεσμεύεται για τις νεοεισερχόμενες μονάδες συμπαραγωγής και στο οποίο δεν έχουν πρόσβαση άλλες εγκαταστάσεις εκτός ενδεχομένως από τα τελευταία δύο έτη της περιόδου, όπως προβλέπεται στο εδάφιο 5.2.4.
5.1 Πολιτική ανταγωνισμού (άρθρα 81−82 και 87−88 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας)
Όπως ήδη αναφέρθηκε στην Παράγραφο 3.3.3, για την περίοδο 2008−2012 προβλέπεται να επιτραπεί η δημιουργία ομάδων εγκαταστάσεων – εφόσον υποβληθεί σχετική αίτηση από τους ενδιαφερόμενους − χωρίς περιορισμούς. Εντούτοις, μέχρι σήμερα δεν έχει υποβληθεί κάποια σχετική αίτηση προς την Αρμόδια Αρχή.
5.2 Η πολιτική για την εσωτερική αγορά – Νεοεισερχόμενοι
5.2.1 Ορισμός νεοεισερχόμενου
Οι ακόλουθες περιπτώσεις εγκαταστάσεων χαρακτηρίζονται ως νεοεισερχόμενες για τις ανάγκες της υπ’ αριθμ. 54409/2632/2004 κοινής υπουργικής απόφασης για την Εμπορία Δικαιωμάτων Εκπομπών:
(1) Κάθε υφιστάμενη (σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία και τις ειδικότερες προϋποθέσεις που ισχύουν για κάθε κλάδο) εγκατάσταση, η οποία, ενώ με βάση την δραστηριότητα και δυναμικότητά της εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της κοινής υπουργικής απόφασης με βάση το Παράρτημα Ι αυτής, δεν είχε εντοπιστεί από τη Αρμόδια Αρχή και κατά συνέπεια δεν συμπεριλαμβάνεται στον πίνακα των εγκαταστάσεων του ΕΣΚΔΕ−2.
(2) Κάθε νέα εγκατάσταση με έναρξη λειτουργίας, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία και τις ειδικότερες προϋποθέσεις που ισχύουν για κάθε κλάδο, μετά την 1.1.2008 και η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της υπ’ αριθμ. κοινής υπουργικής απόφασης 54409/2632/2004 με βάση το Παράρτημα Ι αυτής. Στην κατηγορία αυτή υπάγονται και οι εγκαταστάσεις που δεν συμπεριλαμβάνονται στο ΕΣΚΔΕ−2, με έναρξη λειτουργίας από την ημερομηνία κοινοποίησης του ΕΣΚΔΕ −2 στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή μέχρι 31.12.2007.
(3) Κάθε υφιστάμενη εγκατάσταση που κατά την ημερομηνία κοινοποίησης του ΕΣΚΔΕ−2 στην Επιτροπή δεν ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της υπ’ αριθμ. κοινής υπουργικής απόφασης με βάση το Παράρτημα Ι, και στη συνέχεια άλλαξε νόμιμα τη φύση της δραστηριότητάς της με τρόπο τέτοιον ώστε με βάση τη νέα της δραστηριότητα και τη δυναμικότητά της να εμπίπτει πλέον στο πεδίο εφαρμογής της υπ’ αριθμ. κοινής υπουργικής απόφασης 54409/2632/2004 με βάση το Παράρτημα Ι αυτής.
(4) Κάθε υφιστάμενη εγκατάσταση που κατά την ημερομηνία κοινοποίησης του ΕΣΚΔΕ−2 στην Επιτροπή δεν ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της υπ’ αριθμ. κοινής υπουργικής απόφασης με βάση το Παράρτημα Ι, και στη συνέχεια επεκτάθηκε νόμιμα με τρόπο τέτοιον ώστε, με βάση τη νέα συνολική της δυναμικότητα ή την ονομαστική θερμική ισχύ της εφόσον η επέκταση αφορά τις δραστηριότητες καύσης της εγκατάστασης, η εγκατάσταση να εμπίπτει πλέον στο πεδίο εφαρμογής της υπ’ αριθμ. 54409/2632/2004 κοινής υπουργικής απόφασης με βάση το Παράρτημα Ι αυτής.
(5) Κάθε υφιστάμενη εγκατάσταση που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της υπ’ αριθμ. 54409/2632/2004 κοινής υπουργικής απόφασης με βάση το Παράρτημα Ι αυτής, που συμπεριλαμβάνεται στον κατάλογο των εγκαταστάσεων του ΕΣΚΔΕ−2, και επεκτάθηκε νόμιμα μετά την 1.1.2008. Προκειμένου η επέκταση να υπαχθεί στο κανονιστικό πλαίσιο για τους νεοεισερχόμενους θα πρέπει να αφορά σε προσθήκη τεχνικής μονάδας η οποία να έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της δυναμικότητας (ή της ονομαστικής θερμικής ισχύος της εφόσον η επέκταση αφορά στις δραστηριότητες καύσης της εγκατάστασης) σε ποσοστό μεγαλύτερο του 10%. Διευκρινίζεται ότι:
- α) η επέκταση θα πρέπει να αφορά σε τεχνική μονάδα από την οποία εκπέμπονται άμεσα εκπομπές οι οποίες παρακολουθούνται βάσει της υπ’ αριθμ. 54409/2632/2004 κοινής υπουργικής απόφασης.
- β) τυχόν εξοπλισμός που επανέρχεται σε λειτουργία θεωρείται ως νεοεισερχόμενο τμήμα της εγκατάστασης, μόνο εφόσον η άδεια λειτουργίας του είχε ανακληθεί από την έναρξη της περιόδου αναφοράς (2000).
(6) Κάθε υφιστάμενη εγκατάσταση που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της υπ’ αριθμ. 54409/2632/2004 κοινής υπουργικής απόφασης με βάση το Παράρτημα Ι αυτής, συμπεριλαμβάνεται στον κατάλογο των εγκαταστάσεων του ΕΣΚΔΕ−2 και επεκτάθηκε νόμιμα από την ημερομηνία κοινοποίησης του ΕΣΚΔΕ−2 στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή μέχρι και την 31.12.2007, εφόσον η συγκεκριμένη επέκταση δεν έχει ληφθεί υπόψη στον υπολογισμό των δικαιωμάτων με τα οποία η εγκατάσταση εμφανίζεται στον πίνακα του Παραρτήματος αυτού. Και στην περίπτωση αυτή ισχύουν οι προϋποθέσεις της περίπτωσης (5).
Επιπλέον των παραπάνω, προκειμένου μια εγκατάσταση να υπαχθεί στο κανονιστικό πλαίσιο για τους νεοεισερχόμενους θα πρέπει να έχει λάβει από την αρμόδια Αρχή άδεια / ανανέωση της άδειας εκπομπής αερίων θερμοκηπίου (περιπτώσεις 1 – 4 και περιπτώσεις 5 και 6 αντιστοίχως).
Διευκρινίζεται ότι στις περιπτώσεις (5) και (6), δηλ. επέκταση υφιστάμενης υπόχρεης εγκατάστασης, η μεν άδεια εκπομπής ανανεώνεται και καλύπτει όλη την εγκατάσταση (πρώην υφιστάμενη εγκατάσταση και επέκτασή της) αλλά στις διατάξεις για τη χορήγηση δικαιωμάτων σε νεοεισερχόμενο υπάγεται μόνο η επέκταση.
5.2.2 Διάρθρωση και μέγεθος της αποθήκης νεοειερχομένων
Με βάση τις πληροφορίες και τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά την εκπόνηση του ΕΣΚΔΕ−2 το συνολικό μέγεθος της Αποθήκης Νεοεισερχομένων για την περίοδο 2008−2012 εκτιμάται σε 16.740.701 τόνους CO2 , ήτοι ποσοστό 4,9% των συνολικών προς κατανομή δικαιωμάτων. Η αποθήκη διακρίνεται σε δύο τμήματα: (α) το Γενικό Τμήμα στο οποίο αντιστοιχούν 15.451.078 τόνοι CO2 , και (β) το Τμήμα Συμπαραγωγής στο οποίο αντιστοιχούν 1.289.623 τόνοι CO2 . Σε εφαρμογή της παραγράφου 3.2.3, το συνολικό μέγεθος της αποθήκης ανέρχεται σε 26.107.071 τόνους CO2 .
5.2.3 Υπολογισμός δικαιωμάτων νεοεισερχομένων
Οι εκπομπές CO2 των νεοεισερχομένων εγκαταστάσεων υπολογίζονται με βάση τη δυναμικότητα της εγκατάστασης, τον αναμενόμενο ετήσιο βαθμό αξιοποίησης και το είδος του χρησιμοποιούμενου καυσίμου. Τα παραπάνω στοιχεία κατά κλάδο και κατηγορία εγκατάστασης εκτιμώνται λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες λειτουργίας των υφιστάμενων εγκαταστάσεων του ιδίου κλάδου, τις επαληθευμένες εκθέσεις που έχουν κατατεθεί και τις Βέλτιστες Διαθέσιμες Τεχνικές με βάση και τα πλέον πρόσφατα κείμενα αναφοράς του IPPC.
Τα δικαιώματα των νεοεισερχομένων εγκαταστάσεων υπολογίζονται με την εφαρμογή συντελεστή συμμόρφωσης για τις εκπομπές καύσης. Για τις εκπομπές διεργασίας καθώς και για τις μονάδες συμπαραγωγής εφαρμόζεται ο συντελεστής 1.
Ειδικότερα για τις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής:
- Tα δικαιώματα που θα λάβει η νεοεισερχόμενη εγκατάσταση υπολογίζονται με 5.000 ετήσιες ώρες λειτουργίας σε συνθήκες πλήρους φόρτισης.
- Η δυναμικότητα και ο βαθμός απόδοσης καθορίζονται από την άδεια παραγωγής.
- Τα δικαιώματα για τις εκπομπές από διεργασίες (αποθείωση καυσαερίων) ισούνται με τις εκπομπές που υπολογίζονται, για τις ίδιες ώρες λειτουργίας, από την ετήσια κατανάλωση καθαρού CaCO3 και MgCO3 (σε t) που χρησιμοποιείται στην αποθείωση πολλαπλασιαζόμενη με 0.44 t CO2 και 0.522 t CO2 ανά t CaCO3 και MgCO3 αντιστοίχως.
5.2.4 Κανόνες πρόσβασης των νεοεισερχομένων στην αγορά δικαιωμάτων
Σε σχέση με την πρόσβαση των νεοεισερχόμενων στην αγορά δικαιωμάτων (κριτήριο 6 του Παραρτήματος ΙΙΙ της υπ’ αριθμ. 54409/2632/2004 κοινής υπουργικής απόφασης) υιοθετούνται οι ακόλουθοι κανόνες:
- Βασικός τρόπος πρόσβασης των νεοεισερχομένων στην αγορά δικαιωμάτων εκπομπών είναι η κατανομή δικαιωμάτων στους νεοεισερχόμενους μέσω της αποθήκης νεοεισερχομένων (new entrants reserve). H κατανομή των δικαιωμάτων της αποθήκης γίνεται δωρεάν.
- Η Αποθήκη νεοεισερχομένων διακρίνεται σε δύο επιμέρους τμήματα, το Γενικό Τμήμα και το Τμήμα Συμπαραγωγής. Η αρχική συνολική ποσότητα δικαιωμάτων κάθε επιμέρους τμήματος της αποθήκης είναι καθορισμένη (βλ. Παράγραφο 5.2.2).
- Κάθε νεοεισερχόμενος πλην των μονάδων συμπαραγωγής έχει δικαίωμα πρόσβασης μόνο στο Γενικό Τμήμα της Αποθήκης των Νεοεισερχόμενων. Κάθε νεοεισερχόμενη εγκατάσταση συμπαραγωγής έχει δικαίωμα πρόσβασης στο Τμήμα Συμπαραγωγής και εφόσον αυτό εξαντληθεί και στο Γενικό Τμήμα. Κατά τα δύο τελευταία έτη της περιόδου, και εφόσον έχει εξαντληθεί το Γενικό Τμήμα και υπάρχει απόθεμα στο Τμήμα Συμπαραγωγής, ενδέχεται η Αρμόδια Αρχή να επιτρέψει την πρόσβαση στο Τμήμα Συμπαραγωγής και των νεοεισερχομένων εκτός συμπαραγωγής. Στη περίπτωση μονάδας συμπαραγωγής που είναι τμήμα νεοεισερχόμενης εγκατάστασης, το Τμήμα συμπαραγωγής της αποθήκης θα καλύψει μόνο τα δικαιώματα της μονάδας συμπαραγωγής, ενώ η υπόλοιπη εγκατάσταση θα πάρει δικαιώματα από το Γενικό Τμήμα.
- Η κατανομή των δικαιωμάτων στους Νεοεισερχόμενους γίνεται με βάση τη μεθοδολογία που περιγράφεται στην Παράγραφο 5.2.3 παραπάνω.
- Η κατανομή των δικαιωμάτων στους Νεοεισερχόμενους γίνεται με σειρά προτεραιότητας. Προκειμένου ένας νεοεισερχόμενος να έχει δικαίωμα πρόσβασης στην αποθήκη, θα πρέπει να καταθέσει σχετική αίτηση στην αρμόδια αρχή, η οποία θα συνοδεύεται και από τις απαραίτητες σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία άδειες/εγκρίσεις. Η διαδικασία υποβολής αιτήσεων και η εξειδίκευση κατά περίπτωση των απαραίτητων δικαιολογητικών καθώς και ο καθορισμός της σειράς προτεραιότητας διευκρινίζονται από την αρμόδια αρχή. Σε περίπτωση εγκαταστάσεων ηλεκτροπαραγωγής που έχουν μόνο άδεια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, η διασφάλιση του χρόνου έναρξης της λειτουργίας τους παρέχεται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης.
- Στην περίπτωση που η ποσότητα δικαιωμάτων της Αποθήκης των Νεοεισερχομένων σε κάποια χρονική στιγμή δεν επαρκεί για να καλύψει την αίτηση του νεοεισερχόμενου, τότε ο νεοεισερχόμενος υποχρεούται να αναζητήσει τα δικαιώματα που χρειάζεται στην ελεύθερη αγορά.
- Τα όποια αδιάθετα δικαιώματα της αποθήκης των Νεοεισερχόμενων στο τέλος ενός έτους της περιόδου εμπορίας μεταφέρονται στην Αποθήκη Νεοεισερχομένων του επόμενου έτους ή/και πωλούνται ή δημοπρατούνται.
(βλέπε pdf για πίνακες)