Υ.Α. 25231/Δ1 8448/2010 (ΦΕΚ 2150/Β` 31.12.2010)
Καταργήθηκε από :
- Υ.Α. 2063/Δ1 632/2011, (ΦΕΚ 266/Β/18.2.2011) «Κατηγοριοποίηση παραβάσεων και καθορισμός ύψους προστίμων που επιβάλλονται από τους Επιθεωρητές του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (ΣΕΠΕ)» (Άρθρο 3)
| Συνημμένο | Μέγεθος |
|---|---|
| ΦΕΚ 2150Β_2010 | 623.55 KB |
1. Το άρθ. 90 του Κώδικα Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα Κυβερνητικά Όργανα που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Π.Δ. 63/2005 (ΦΕΚ Α΄ 98).
2. Τις διατάξεις του Π.Δ. 368/1989 «Οργανισμός του Υπουργείου Εργασίας» (ΦΕΚ 163/Α/1989).
3. Τις διατάξεις της ΔΣΕ 81 (1947) «Περί Επιθεωρήσεως της εργασίας εις την βιομηχανίαν και το εμπόριον», η οποία κυρώθηκε με το Ν. 3249/2−6−1955 (ΦΕΚ 139Α΄/ 2−6−1955).
4. Τα άρθ. 13 και 16 του Ν. 2639/1998 «Ρύθμιση εργασιακών σχέσεων, σύσταση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και άλλες διατάζεις» (ΦΕΚ 205Α΄/2−9−1998), όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν.
5. Τις διατάξεις του Ν. 3850/2010 «Κύρωση του Κώδικα νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων» (ΦΕΚ 84Α΄/2−6−2010).
6. Τις διατάξεις του Π.Δ. 136/99 «Οργάνωση Υπηρεσιών Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας» (ΦΕΚ 134Α΄/ 3−6−1999).
7. Την 16909/19−12−2003 (ΦΕΚ 1892Β΄/19−12−2003) κοινή υπουργική απόφαση «Απόδοση μέρους εισπραττομένου προστίμου στο Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας (ΑΣΕ)» των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας & Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όπως τροποποιήθηκε με την 120151/17−05−2005 (ΦΕΚ 705Β΄/25−5−05) κοινή υπουργική απόφαση και ισχύει.
8. Τα υπ’ αριθ. πρωτ. 10119/26−2−2010 και 30678/20−4−2010 έγγραφα των Διευθύνσεων Προγραμματισμού & Συντονισμού της Τεχνικής & Υγειονομικής Επιθεώρησης και Κοινωνικής Επιθεώρησης αντιστοίχως με τα οποία ετέθησαν σε διαβούλευση οι προτεινόμενες μέθοδοι υπολογισμού των επιβαλλομένων προστίμων.
9. Τη με αριθ. 14/26−5−2010 γνώμη Συμβουλίου Κοινωνικού Ελέγχου Επιθεώρησης Εργασίας (ΣΚΕΕΕ).
10. Το γεγονός ότι από την πράξη αυτή δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού, αποφασίζουμε:
Τα πρόστιμα επιβάλλονται με τη συνεκτίμηση τεσσάρων (4) βασικών μεταβλητών−κριτηρίων και ενός (1) υπο−κριτηρίου. Τα βασικά κριτήρια είναι τα εξής:
i) Αριθμός εργαζομένων (ΑΕ).
ii) Σοβαρότητα των συνεπειών της παράβασης και έκτασης του κινδύνου (Σ).
iii) Κατηγορία επιχείρησης (Κ), με βάση το άρθρο 10 του Ν. 3850/2010 (ΦΕΚ 84 Α΄/2−6−2010) «Κύρωση του Κώδικα νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων» και
iν) Υποτροπή της επιχείρησης (Υ). Ως υποτροπή νοείται α) η επιβολή στην ίδια επιχείρηση δύο (2) τουλάχιστον διοικητικών κυρώσεων για παρόμοιες παραβάσεις μέσα σε μία τετραετία, η οποία ξεκινά από τη διενέργεια του ελέγχου, ή β) η έκδοση μίας (1) τουλάχιστον αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης που αφορά την τέλεση αξιόποινης πράξης για παρόμοια παράβαση. Τυχόν αλλαγή του νομίμου εκπροσώπου της επιχείρησης δεν επηρεάζει την υποτροπή. Η υποτροπή προκύπτει και από το συνδυασμό των δύο παραπάνω περιπτώσεων, δηλαδή επιβολή μίας διοικητικής κύρωσης και έκδοση αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης.
Η έλλειψη συνδρομής της υπό στοιχείο iν μεταβλητής− κριτηρίου δεν επηρεάζει την επιβολή του προστίμου όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των λοιπών μεταβλητών−κριτηρίων.
Το υπο−κριτήριο είναι ο Βαθμός Συνεργασίας (ΒΣ): Για το χαρακτηρισμό του βαθμού συνεργασίας συνεκτιμώνται ιδίως α) η τυχόν επαναλαμβανόμενη μη συμμόρφωση σε υποδείξεις−συστάσεις, β) Ο βαθμός υπαιτιότητας (βαθμός ευθύνης) του εργοδότη και γ) Η παρεμπόδιση του έργου του επιθεωρητή κατά την διενέργεια του ελέγχου, η μη χορήγηση στοιχείων κατά τη διάρκεια της έρευνας, κτλ.
Αρχικώς καθορίζεται ένα βασικό ποσό προστίμου (ΒΠ) το οποίο μπορεί να αναπροσαρμόζεται προς τα πάνω όταν συντρέχουν ειδικοί λόγοι.
Κάθε μια από τις τρεις (3) μεταβλητές−κριτήρια (ΑΕ, Σ & Κ) λαμβάνει πέντε (5) διακριτές τιμές σύμφωνα με τους ακόλουθους πίνακες:
Βήμα 3
Εάν το αρχικό εύρος του προστίμου υπολογίζεται στην κλίμακα Xi, το τελικό εύρος, λόγω της υποτροπής, υπολογίζεται στην αμέσως επόμενη κλίμακα (Χi+1) ή ακόμα και στη (Χi+2) κατά την κρίση των αρμόδιων, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, οργάνων.
Βήμα 4
Μετά τον υπολογισμό του αρχικού εύρους αναφοράς και για τον ακριβή προσδιορισμό του βασικού ποσού του προστίμου (ΒΠ), λαμβάνεται υπ’ όψιν ο Βαθμός Συνερ− γασίας (ΒΣ), χωρίς γραμμική παρεμβολή ανάμεσα στην αρχική και τελική τιμή της εκάστοτε κλίμακας (Xi).
3. ΑΝΑΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΒΑΣΙΚΟΥ ΠΟΣΟΥ Όταν συντρέχουν ειδικοί λόγοι, μπορεί να αναπροσαρμοσθεί το βασικό ποσό προστίμου προς τα πάνω:
α. Οι ειδικοί λόγοι ενδεικτικά περιλαμβάνουν το μέγεθος της επιχείρησης προσδιοριζόμενο από συγκεκριμένα οικονομικά στοιχεία (π.χ. δημοσιευμένος ισολογισμός, κύκλος εργασιών, φορολογικά έντυπα, κ.τ.λ.).
β. Στην περίπτωση των τεχνικών έργων, το εισηγούμενο πρόστιμο μπορεί να αναπροσαρμόζεται προς τα πάνω για τους εργοδότες που βρίσκονται στην αρχή της κατασκευαστικής αλυσίδας εάν κριθεί ότι υπάρχει συνυπαιτιότητα όλων των εμπλεκόμενων μερών για την ίδια παράβαση και ότι ο κύριος ή ο ανάδοχος του έργου φέρουν μεγαλύτερη ευθύνη από τον τελικό εργολάβο.
Τα στοιχεία αναφορικά με την ανωτέρω περ. α’ υποβάλλονται κατόπιν σχετικού αιτήματος των Επιθεωρητών Εργασίας.
Αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της παρούσας τα παραρτήματα Ι και II που αφορούν το άρθρο 1 Κεφάλαιο Α΄ και το παράρτημα III που αφορά το άρθρο 1 Κεφάλαιο Β΄ της παρούσας.
Η ισχύς της απόφασης αυτής αρχίζει από τη δημοσίευσή της.
Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Αθήνα, 17 Δεκεμβρίου 2010
Η ΥΠΟΥΡΓΟΣ
ΛΟΥΚΙΑ − ΤΑΡΣΙΤΣΑ ΚΑΤΣΕΛΗ



























