Skip to main content
Header Top
Contact
Greek Site
Greek
English
English Menu
HOME
ABOUT
INFORMATION
LEGISLATION
RESEARCH
RESOURCES
SERVICES
TRAINING
Ελληνοαγγλικό Λεξικό Όρων
Αγγλοελληνικό Λεξικό Όρων
Ελληνοαγγλικό Λεξικό Όρων
(ενεργή καρτέλα)
Displaying 37 - 72 of 393
Ελληνικός όρος
Αγγλικός όρος
2
|
I
|
P
|
Α
|
Β
|
Γ
|
Δ
|
Ε
|
Ζ
|
Η
|
Θ
|
Ι
|
Κ
|
Λ
|
Μ
|
Ν
|
Ξ
|
Ο
|
Π
|
Ρ
|
Σ
|
Τ
|
Ύ
|
Φ
|
Χ
|
Ψ
|
Ω
Ελληνικός όρος:
Βαλβίδα κατάθλιψης
Αγγλικός όρος:
Vacuum valve
Μετάφραση:
Vacuum valve
Ελληνικός όρος:
Βαλβίδα κενού
Αγγλικός όρος:
Vacuum valve
Μετάφραση:
Vacuum valve
Ελληνικός όρος:
Βαλβίδα περιορισμού της ροής
Αγγλικός όρος:
One-way restrictor
Μετάφραση:
One-way restrictor
Ελληνικός όρος:
Βαλβίδα φιάλης αερίου
Αγγλικός όρος:
Gas cylinder valve
Μετάφραση:
Gas cylinder valve
Ελληνικός όρος:
Βαλεριαλδεΰδη ή πεντανάλη
Αγγλικός όρος:
Valeraldehyde, pentanal
Μετάφραση:
Valeraldehyde, pentanal
Ελληνικός όρος:
Βαλεριαναμίδιο
Αγγλικός όρος:
Valeramide
Μετάφραση:
Valeramide
Ελληνικός όρος:
Βαλεριανικό οξύ ή πεντανοϊκό οξύ
Αγγλικός όρος:
Valeric acid, pentanoic acid
Μετάφραση:
Valeric acid, pentanoic acid
Ελληνικός όρος:
Βαλεριανικός αιθυλεστέρας
Αγγλικός όρος:
Ethyl valerate
Μετάφραση:
Ethyl valerate
Ελληνικός όρος:
Βαλεριονιτρίλιο ή πεντανονιτρίλιο
Αγγλικός όρος:
Valeronitrile, pentanenitrile
Μετάφραση:
Valeronitrile, pentanenitrile
Ελληνικός όρος:
Βαλερυλοχλωρίδιο
Αγγλικός όρος:
Valeryl chloride
Μετάφραση:
Valeryl chloride
Ελληνικός όρος:
Βαλίνη
Αγγλικός όρος:
Valin, Val, V
Μετάφραση:
Valin, Val, V
Ελληνικός όρος:
Βαμβακέλαιο
Αγγλικός όρος:
Cottonseed oil
Μετάφραση:
Cottonseed oil
Ελληνικός όρος:
Βαμβάκι
Αγγλικός όρος:
Cotton
Μετάφραση:
Cotton
Ελληνικός όρος:
Βαμβακοπυρίτιδα
Αγγλικός όρος:
Guncotton
Μετάφραση:
Guncotton
Ελληνικός όρος:
Βαμιδοθείο
Αγγλικός όρος:
Vamidothion
Μετάφραση:
Vamidothion
Ελληνικός όρος:
Βανάδιο
Αγγλικός όρος:
Vanadium (V)
Μετάφραση:
Vanadium (V)
Ελληνικός όρος:
Βανιλλίνη ή έλαιο από κόκκους βανίλλης
Αγγλικός όρος:
Vanillin, oil of vanilla bean
Μετάφραση:
Vanillin, oil of vanilla bean
Ελληνικός όρος:
Βαρβιτουρικά
Αγγλικός όρος:
Barbiturates
Μετάφραση:
Barbiturates
Ελληνικός όρος:
Βαρβιτουρικό οξύ
Αγγλικός όρος:
Barbituric acid or malonylurea
Μετάφραση:
Barbituric acid or malonylurea
Ελληνικός όρος:
Βάρδια
Αγγλικός όρος:
Shift, watch, work shift
Μετάφραση:
Shift, watch, work shift
Ελληνικός όρος:
Βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα
Αγγλικός όρος:
Arduous and unhealthy occupations
Μετάφραση:
Arduous and unhealthy occupations
Ελληνικός όρος:
Βαρέα μέταλλα
Αγγλικός όρος:
Heavy metals
Μετάφραση:
Heavy metals
Ελληνικός όρος:
Βαρέλι
Αγγλικός όρος:
Drum
Μετάφραση:
Drum
Ελληνικός όρος:
Βαρέλι πίεσης
Αγγλικός όρος:
Pressure drum
Μετάφραση:
Pressure drum
Ελληνικός όρος:
Βαρηκοΐα
Αγγλικός όρος:
Hypoacousis, deafness caused by noise
Μετάφραση:
Hypoacousis, deafness caused by noise
Ελληνικός όρος:
Βαριές
Αγγλικός όρος:
Sledge hammers
Μετάφραση:
Sledge hammers
Ελληνικός όρος:
Βάριο
Αγγλικός όρος:
Barium, Ba
Μετάφραση:
Barium, Ba
Ελληνικός όρος:
Βαριοπούλες
Αγγλικός όρος:
Stone breaking hammers
Μετάφραση:
Stone breaking hammers
Ελληνικός όρος:
Βαρίτωση (πνευμονοκονίωση οφειλόμενη σε εισπνοή βαρίτη)
Αγγλικός όρος:
Baritosis
Μετάφραση:
Baritosis
Ελληνικός όρος:
Βάρος
Αγγλικός όρος:
Weight
Μετάφραση:
Weight
Ελληνικός όρος:
Βάρος απόδειξης
Αγγλικός όρος:
Weight of evidence
Μετάφραση:
Weight of evidence
Ελληνικός όρος:
Βάρος διαλυμένης ουσίας προς το συνολικό βάρος
Αγγλικός όρος:
Weight per weight
Μετάφραση:
Weight per weight
Ελληνικός όρος:
Βάρος διαλυμένης ουσίας προς το συνολικό όγκο
Αγγλικός όρος:
Weight per volume
Μετάφραση:
Weight per volume
Ελληνικός όρος:
Βαρούλκα
Αγγλικός όρος:
Winches
Μετάφραση:
Winches
Ελληνικός όρος:
Βαρύ ισότοπο
Αγγλικός όρος:
Heavy isotope
Μετάφραση:
Heavy isotope
Ελληνικός όρος:
Βαρύ μαζούτ
Αγγλικός όρος:
Heavy fuel oil
Μετάφραση:
Heavy fuel oil
Pagination
First page
« αρχική
Previous page
‹‹
Page
1
Current page
2
Page
3
Page
4
Page
5
Page
6
Page
7
Page
8
Page
9
…
Next page
››
Last page
τελευταία »