Υ.Α. Γ438/οικ.28317/2481/09/2009 (ΦΕΚ 989/Β` 25.5.2009)
Καταργήθηκε από:
- Υ.Α. Φ451/107877/2022 (ΦΕΚ 1765/Β΄ 12.4.2022) Ενσωμάτωση στο ελληνικό δίκαιο της Οδηγίας (ΕΕ) 2020/1057 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Ιουλίου 2020 για τη θέσπιση ειδικών κανόνων σχετικά με την Οδηγία 96/71/ΕΚ και την Οδηγία 2014/67/ΕΕ για την απόσπαση οδηγών στον τομέα των οδικών μεταφορών και για την τροποποίηση της Οδηγίας 2006/22/ΕΚ, όσον αφορά τις απαιτήσεις (Άρθρο 32)
| Συνημμένο | Μέγεθος |
|---|---|
| ΦΕΚ 989Β_2009 | 472.86 KB |
1. Τις διατάξεις:
α. του άρθρου 1, παρ. 1, 2 και 3 του ν. 1338/1983, «Εφαρμογή του Κοινοτικού Δικαίου» (34/Α΄) όπως η παρ. 1 έχει τροποποιηθεί με τη διάταξη του άρθρου 6, παρ. 1 του ν. 1440/1984 (70/A΄) και του άρθρου 3 του ν. 1338/1983 (70/Α΄), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του ν. 1892/1990 (101/Α΄),
β. της παραγράφου 7 του άρθρου 14 του ν. 3534/2007 (40/Α΄), όπως προστέθηκε με το άρθρο 3 του νόμου 3710/2008 (216/Α΄),
γ. του άρθρου 90 του «Κώδικα νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα» που κυρώθηκε με το άρθρο 1 του π.δ. 63/2005 (98/Α΄).
2. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις της απόφασης αυτής προκαλούνται τα ακόλουθα οικονομικά αποτελέσματα:
α. Δαπάνη ύψους 8.000 ΕΥΡΩ κατά το τρέχον έτος και 6.000 ΕΥΡΩ κατά το έτος 2010 και κάθε επόμενο έτος, για την καταβολή εξόδων μετακίνησης στους υπαλλήλους του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, που μετέχουν στην επιτροπή για την προσαρμογή του κανονισμού 3821/1985 στην τεχνική πρόοδο. Η δαπάνη αυτή θα καλύπτεται, από τις εγγεγραμμένες πιστώσεις του προϋπολογισμού κάθε Υπουργείου (αντιστοίχως Ε.Φ. 33−110: ΚΑΕ 0713 και Ε.Φ. 39−110: ΚΑΕ 0713).
β. Εφάπαξ δαπάνη ύψους 655.000 ΕΥΡΩ περίπου, από την προμήθεια τυποποιημένου εξοπλισμού για τον εφοδιασμό των ελεγκτικών οργάνων, η οποία θα καλύπτεται από τις πιστώσεις του προϋπολογισμού των Υπουργείων Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, Εσωτερικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών, κατά περίπτωση (αντιστοίχως Ε.Φ. 33−110, Ε.Φ. 07−210 και Ε.Φ. 39−110, ΚΑΕ Ομάδας 1000).
γ. Ετήσια δαπάνη ύψους 300.000 ΕΥΡΩ περίπου, κατά το τρέχον έτος και για κάθε επόμενο έτος, για τη διοργάνωση προγραμμάτων κατάρτισης των ελεγκτικών οργάνων και την κάλυψη των εξόδων παραγωγής, εκτύπωσης και διακίνησης των καρτών ταχογράφου για τα ελεγκτικά όργανα η οποία θα καλύπτεται από τις εγγεγραμμένες πιστώσεις του προϋπολογισμού του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών (Ε.Φ. 39−110).
δ. Ενδεχόμενη δαπάνη από την ανταλλαγή στοιχείων, εμπειρίας και πληροφοριών. Η δαπάνη αυτή, εξαρτάται από πραγματικά γεγονότα και εφόσον πραγματοποιείται, θα καλύπτεται από τις πιστώσεις του προϋπολογισμού του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών (Ε.Φ. 39−110), αποφασίζουμε:
Σκοπός της παρούσας απόφασης είναι η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της οδηγίας 2006/22/ΕΚ της 15.3.2006 «για τον καθορισμό ελάχιστων προϋποθέσεων για την εφαρμογή των κανονισμών (ΕΟΚ) υπ’ αριθμ. 3820/1985 και (ΕΟΚ) 3821/1985 του Συμβουλίου σχετικά με την κοινωνική νομοθεσία όσον αφορά δραστηριότητες οδικών μεταφορών και για την κατάργηση της οδηγίας 88/599/ΕΟΚ του Συμβουλίου» (L102/11.4.2006) όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/4/ΕΚ της Επιτροπής της 23.1.2009 (L 21/24.1.2009) και την οδηγία 2009/5/ΕΚ της Επιτροπής της 30.1.2009 (L 29/31.1.2009), καθώς και η λήψη συμπληρωματικών μέτρων για την εφαρμογή της υπ’ αριθμ. 2007/230/EK απόφασης της Επιτροπής, της 12.4.2007, «περί εντύπου σχετικά με την κοινωνική νομοθεσία όσον αφορά δραστηριότητες οδικών μεταφορών» (L99/14.4.2007).
1. Με απόφαση του οικείου Νομάρχη συγκροτείται σε κάθε Νομό και λειτουργεί υποχρεωτικώς τουλάχιστον ένα μικτό συνεργείο ελέγχου. Με την ίδια απόφαση ορίζεται ως επόπτης των μικτών συνεργείων ελέγχου ένας υπάλληλος με βαθμό Α΄ από τους υπηρετούντες στις κατά τόπον Διευθύνσεις Κοινωνικής Επιθεώρησης του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε.) καθώς και η ελάχιστη συχνότητα πραγματοποίησης ελέγχων, που δεν θα πρέπει να είναι μικρότερη της μίας (1) φοράς το μήνα.
2. Κάθε μικτό συνεργείο ελέγχου αποτελείται από:
α) Έναν (1) εκπρόσωπο της οικείας Διεύθυνσης Κοινωνικής Επιθεώρησης (Σ.ΕΠ.Ε.), ο οποίος με τον αναπληρωτή του ορίζεται από τον Υπουργό Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, από τους υπηρετούντες στις κατά τόπον Διευθύνσεις Κοινωνικής Επιθεώρησης του Σ.ΕΠ.Ε..
β) Έναν (1) εκπρόσωπο της οικείας υπηρεσίας Μεταφορών και Επικοινωνιών, ο οποίος με τον αναπληρωτή του ορίζεται από το Νομάρχη.
γ) Έναν (1) εκπρόσωπο της αστυνομικής αρχής του Νομού, ο οποίος με τον αναπληρωτή του ορίζεται από την αρμόδια Αστυνομική Αρχή, κατά προτίμηση από υπηρεσίες Τροχαίας του Νομού ή αντί αυτού, έναν εκπρόσωπο της οικείας Λιμενικής Αρχής για την περίπτωση ελέγχου σε περιοχή αρμοδιότητας αυτής.
Για τη λειτουργία των μικτών συνεργείων ελέγχου απαιτείται η πλήρης σύνθεση αυτών με την παρουσία και των τριών ως άνω μελών.
3. Έργο των μικτών συνεργείων είναι η διενέργεια ελέγχων για βεβαίωση παραβάσεων των κανονισμών:
α) (ΕΚ) 561/2006 «για την εναρμόνιση ορισμένων κοινωνικών διατάξεων στον τομέα των οδικών μεταφορών και για την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΟΚ) υπ’ αριθμ. 3821/1985 και (ΕΚ) υπ’ αριθμ. 2135/1998 του Συμβουλίου καθώς και για την κατάργηση του Κανονισμού (ΕΟΚ) υπ’ αριθμ. 3820/1985 του Συμβουλίου» (L 102/11.4.2006) και
β) (ΕΟΚ) υπ’ αριθμ. 3821/1985 «σχετικά με τη συσκευή ελέγχου στον τομέα των οδικών μεταφορών» (L 370/31.12.1985), όπως ισχύει.
Οι έλεγχοι αυτοί είναι δυνατόν να διενεργούνται στις εγκαταστάσεις των επιχειρήσεων και σε όλους τους χώρους κίνησης και στάθμευσης των αυτοκινήτων μέσα στα διοικητικά όρια του κάθε νομού.
4. Καθήκοντα του επόπτη, ο οποίος επίσης ορίζεται από τον Υπουργό Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, είναι ο συντονισμός της λειτουργίας των μικτών συνεργείων ελέγχου με την έκδοση γραπτών και προφορικών οδηγιών όπως οι ώρες έναρξης και λήξης των ελέγχων, ο καθορισμός των τοποθεσιών όπου θα πραγματοποιούνται οι έλεγχοι και η μέριμνα για τον καθορισμό και τη ρύθμιση όλων των άλλων θεμάτων ώστε ο έλεγχος εφαρμογής των κανονισμών να είναι συνεχής και αποτελεσματικός.
1. Αρμόδιες αρχές για τη διενέργεια των ελέγχων σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας είναι:
α) Οι αρχές του άρθρου 2 του ν. 3446/2006 (49/Α΄) για τον καθ’ οδόν έλεγχο.
β) Τα Τμήματα Κοινωνικής Επιθεώρησης του Σ.ΕΠ.Ε. για τον καθ’ οδόν έλεγχο και τον έλεγχο στις εγκαταστάσεις των επιχειρήσεων.
γ) Τα μικτά συνεργεία ελέγχου που συγκροτούνται και λειτουργούν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 της παρούσας για τον καθ’ οδόν έλεγχο και τον έλεγχο στις εγκαταστάσεις των επιχειρήσεων.
2. Οι παραβάσεις των κανονισμών υπ’ αριθμ. (ΕΚ) 561/2006 (L 102/11.4.2006) και υπ’ αριθμ. (ΕΟΚ) 3821/1985 (L 370/31.12.1985), οι επιβαλλόμενες κυρώσεις από τις αρχές διενέργειας των ελέγχων καθώς και η διαδικασία βεβαίωσης και επιβολής των κυρώσεων καθορίζονται από τις αποφάσεις που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 12 καθώς και της παραγράφου 4 του άρθρου 14 του ν. 3534/2007 (40/Α΄).
3. Αρμόδιες αρχές για το συντονισμό των ελέγχων σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας είναι:
α) Η Διεύθυνση Όρων Εργασίας του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας για τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την περίπτωση β της παραγράφου 1 του άρθρου 9 της παρούσας.
β) Η Διεύθυνση Συντονισμού και Προγραμματισμού της Κεντρικής Υπηρεσίας του Σ.ΕΠ.Ε. για:
– Τη συλλογή και επεξεργασία των στατιστικών στοιχείων σύμφωνα με το άρθρο 5 της παρούσας.
– Το συντονισμό των ελέγχων για την εφαρμογή του άρθρου 4 της παρούσας.
γ) Η Διεύθυνση Εμπορευματικών Μεταφορών και Επιβατικών Μεταφορών, κατά λόγο αρμοδιότητας, του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, για την εφαρμογή των διατάξεων της περίπτωσης α της παραγράφου 1 του άρθρου 9 της παρούσας.
1. Οι έλεγχοι που διενεργούνται από τις αρχές του άρθρου 3 καλύπτουν ετησίως ευρύ και αντιπροσωπευτικό δείγμα των μετακινούμενων εργαζομένων, οδηγών, επιχειρήσεων και οχημάτων όλων των κατηγοριών μεταφορών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των κανονισμών (ΕΟΚ) υπ’ αριθμ. 3820/1985 (L 370/31.12.1985) και (ΕΟΚ) υπ’ αριθμ. 3821/1985 (L 370/31.12.1985) όπως ισχύουν.
2. Οι έλεγχοι αυτοί καλύπτουν:
− από την 1.5.2006 τουλάχιστον το 1% των ημερών που εργάστηκαν οι οδηγοί οχημάτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των κανονισμών (ΕΟΚ) υπ’ αριθμ. 3820/1985 και (ΕΟΚ) υπ’ αριθμ. 3821/1985 όπως ισχύουν.
− από την 1.1.2008 τουλάχιστον το 2% των ημερών που εργάστηκαν οι οδηγοί οχημάτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των κανονισμών (ΕΟΚ) υπ’ αριθμ. 3820/1985 και (ΕΟΚ) υπ’ αριθμ. 3821/1985 όπως ισχύουν.
− από την 1.1.2010 τουλάχιστον το 3% των ημερών που εργάστηκαν οι οδηγοί οχημάτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των κανονισμών (ΕΟΚ) υπ’ αριθμ. 3820/1985 και (ΕΟΚ) υπ’ αριθμ. 3821/1985 όπως ισχύουν.
3. Το 15% τουλάχιστον του συνολικού αριθμού των εργάσιμων ημερών που ελέγχονται, ελέγχεται καθ’ οδόν και το 30% τουλάχιστον ελέγχεται στις εγκαταστάσεις των επιχειρήσεων. Από την 1.1.2008, το 30% τουλάχιστον του συνολικού αριθμού των εργάσιμων ημερών που ελέγχονται, ελέγχεται καθ’ οδόν και το 50 % τουλάχιστον ελέγχεται στις εγκαταστάσεις των επιχειρήσεων.
4. Οι πληροφορίες οι οποίες υποβάλλονται στην Επιτροπή σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 16 του κανονισμού (ΕΟΚ) υπ’ αριθμ. 3820/1985 (L 370/31.12.1985) όπως ισχύει, περιλαμβάνουν τον αριθμό των οδηγών που ελέγχθηκαν καθ’ οδόν, τον αριθμό των ελέγχων σε εγκαταστάσεις επιχειρήσεων, τον αριθμό των εργάσιμων ημερών που ελέγχθηκαν καθώς και τον αριθμό και το είδος των παραβάσεων που διαπιστώθηκαν, διευκρινίζοντας ταυτόχρονα εάν πρόκειται για μεταφορά προσώπων ή εμπορευμάτων.
1. Τα στατιστικά στοιχεία που συλλέγονται κατά τους ελέγχους που οργανώνονται σύμφωνα με τις παραγράφους 1, 2 και 3, του άρθρου 4 κατατάσσονται στις ακόλουθες κατηγορίες:
α) όσον αφορά στους καθ’ οδόν ελέγχους, ανάλογα με:
αα) τον τύπο της οδού, δηλαδή αν πρόκειται για αυτοκινητόδρομο, εθνική ή επαρχιακή οδό και χώρα ταξινόμησης του επιθεωρηθέντος οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται οι διακρίσεις,
ββ) τον τύπο ταχογράφου· αναλογικός ή ψηφιακός
β) όσον αφορά στους ελέγχους σε εγκαταστάσεις επιχειρήσεων, ανάλογα με:
αα) το είδος μεταφορικής δραστηριότητας, δηλαδή κατά πόσον πρόκειται για διεθνή ή εσωτερική μεταφορά· μεταφορά επιβατών ή εμπορευμάτων· μεταφορά για ίδιο λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτου
ββ) το μέγεθος στόλου της εταιρείας,
γγ) τον τύπο ταχογράφου· αναλογικός ή ψηφιακός
Τα εν λόγω στατιστικά στοιχεία αποστέλλονται από τις αρμόδιες αρχές ελέγχου της παραγράφου 1 του άρθρου 3 στη Διεύθυνση Συντονισμού και Προγραμματισμού της Κεντρικής Υπηρεσίας τους Σ.ΕΠ.Ε., τυγχάνουν επεξεργασίας και διαβιβάζονται στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, η οποία υποβάλλει τα στοιχεία αυτά στην Επιτροπή ανά διετία.
Η Διεύθυνση Συντονισμού και Προγραμματισμού και η αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας τηρούν αρχείο των δεδομένων που συγκεντρώνονται κατά το προηγούμενο έτος.
2. Οι επιχειρήσεις που ευθύνονται για τους οδηγούς διατηρούν, επί ένα έτος, τα έγγραφα, αρχεία αποτελεσμάτων και άλλα σχετικά στοιχεία που τους διαβιβάζουν οι αρμόδιες αρχές, για τους ελέγχους που έγιναν στον χώρο της επιχείρησης και στους οδηγούς τους καθ’ οδόν.
1. Οι καθ’ οδόν έλεγχοι:
α) διενεργούνται οποιαδήποτε ώρα σε διάφορα σημεία σε οδούς ή πλησίον αυτών ή χερσαίες ζώνες λιμένων και εξομοιούμενους με αυτές χώρους και εφόσον κρίνεται απαραίτητο και σε άλλους ασφαλείς χώρους σε αυτοκινητοδρόμους καθώς και σε χώρους στάθμευσης, που καλύπτουν ένα αρκετά εκτεταμένο τμήμα του οδικού δικτύου και των οριοθετημένων χερσαίων ζωνών λιμένων της επικράτειας, ώστε να είναι δύσκολη η αποφυγή των σημείων ελέγχου.
β) διενεργούνται με τυχαίο εκ περιτροπής σύστημα, τηρώντας την κατάλληλη γεωγραφική ισορροπία. Προκειμένου για την τήρηση της γεωγραφικής ισορροπίας οι αρχές ελέγχου της παραγράφου 1 του άρθρου 3, ενεργώντας στο πλαίσιο της χωρικής τους αρμοδιότητας, μεριμνούν ώστε να καλύπτονται όλα τα σημεία εισόδου / εξόδου της περιοχής ευθύνης τους (νομός ή επαρχία νομού της χώρας) και σε κάθε περίπτωση οι τυχαίοι έλεγχοι να διενεργούνται με τρόπο ώστε να καλύπτεται, επαρκώς και κατά το δυνατόν ισομερώς, το εθνικό δίκτυο και το κύριο επαρχιακό δίκτυο της περιοχής ευθύνης τους.
2. Κατά τους καθ’ οδόν ελέγχους εξετάζονται τα στοιχεία του μέρους Α του παραρτήματος Ι του άρθρου 14. Οι έλεγχοι είναι δυνατόν να επικεντρώνονται σε συγκεκριμένο στοιχείο, εφόσον το απαιτούν οι περιστάσεις.
3. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του άρθρου 11, οι καθ’ οδόν έλεγχοι διενεργούνται χωρίς διάκριση.
Οι ελεγκτές δεν κάνουν διακρίσεις για κανέναν από τους ακόλουθους λόγους:
α) τη χώρα ταξινόμησης του οχήματος·
β) τη χώρα διαμονής του οδηγού·
γ) τη χώρα εγκατάστασης της επιχείρησης·
δ) την αφετηρία και τον προορισμό της μετακίνησης·
ε) τον τύπο ταχογράφου· αναλογικό ή ψηφιακό
4. Οι ελεγκτές είναι εφοδιασμένοι με:
α) κατάλογο των βασικών στοιχείων που πρέπει να ελεγχθούν, κατά τα οριζόμενα στο μέρος Α του παραρτήματος I του άρθρου 14.
β) τυποποιημένο εξοπλισμό για τον έλεγχο κατά τα οριζόμενα στο παράρτημα ΙΙ του άρθρου 14.
5. Εάν, από τα πορίσματα καθ’ οδόν ελέγχου σε οδηγό οχήματος με αριθμό κυκλοφορίας άλλου κράτους μέλους προκύπτουν βάσιμες υπόνοιες ότι σημειώθηκαν παραβάσεις οι οποίες δεν είναι δυνατόν να διαπιστωθούν κατά τον έλεγχο, λόγω έλλειψης των απαραίτητων στοιχείων, οι αρχές της περίπτωσης β της παραγράφου 2 του άρθρου 3 μπορούν να ζητούν τη συνδρομή των αρμοδίων αρχών του κράτους ταξινόμησης για τη διευκρίνιση της κατάστασης. Οι ίδιες αρχές συνεργάζονται εφόσον τους ζητηθεί με τις αρμόδιες αρχές άλλου κράτους μέλους για τη διευκρίνιση ζητημάτων που ανακύπτουν κατά τον έλεγχο οχήματος με ελληνικό αριθμό κυκλοφορίας.
Οι αρχές της παραγράφου 1 του άρθρου 3 πραγματοποιούν, τουλάχιστον έξι φορές το χρόνο, συντονισμένους καθ’ οδόν ελέγχους οδηγών και οχημάτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των κανονισμών (ΕΟΚ) υπ’ αριθμ. 3820/1985 (L 370/31.12.1985) και (ΕΟΚ) υπ’ αριθμ. 3821/1985 (L 370/31.12.1985) όπως ισχύουν. Οι έλεγχοι πραγματοποιούνται ταυτόχρονα από αντίστοιχες αρχές ελέγχου δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών, καθεμία από τις οποίες ενεργεί εντός της επικράτειάς της.
1. Οι έλεγχοι στις εγκαταστάσεις των επιχειρήσεων προγραμματίζονται λαμβάνοντας υπόψη την προηγούμενη εμπειρία, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του παρόντος, όσον αφορά στις διάφορες κατηγορίες μεταφορών και επιχειρήσεων. Έλεγχοι διενεργούνται επίσης σε περιπτώσεις που έχουν εντοπιστεί καθ’ οδόν σοβαρές παραβάσεις των κανονισμών (ΕΟΚ) υπ’ αριθμ. 3820/1985 (L 370/31.12.1985) ή (ΕΟΚ) υπ’ αριθμ. 3821/1985 (L 370/31.12.1985) όπως ισχύουν, ήτοι παραβάσεις που δημιουργούν κίνδυνο θανάτου ή τραυματισμού.
2. Οι έλεγχοι στις εγκαταστάσεις των επιχειρήσεων περιλαμβάνουν τα στοιχεία που παρατίθενται στα μέρη Α και Β του παραρτήματος I του άρθρου 14.
3. Οι ελεγκτές είναι εφοδιασμένοι με:
α) κατάλογο των βασικών στοιχείων που πρέπει να ελεγχθούν, όπως ορίζονται στα μέρη Α και Β του παραρτήματος I του άρθρου 14.
β) τυποποιημένο εξοπλισμό ελέγχου, όπως ορίζεται στο παράρτημα II του άρθρου 14.
4. Κατά τον έλεγχο, οι ελεγκτές λαμβάνουν υπόψη τις πληροφορίες που παρέχονται από τον αναφερόμενο στην περίπτωση α της παραγράφου 1 του άρθρου 9, αρμόδιο φορέα άλλου κράτους μέλους, σχετικά με τις δραστηριότητες της εν λόγω επιχείρησης σε αυτό το άλλο κράτος μέλος.
5. Για τους σκοπούς των παραγράφων 1 έως 4, οι έλεγχοι που διενεργούνται στην έδρα των αρμοδίων αρχών, με βάση τα σχετικά έγγραφα ή στοιχεία που χορηγούν οι επιχειρήσεις μετά από αίτηση των εν λόγω αρχών, ισοδυναμούν με ελέγχους που διενεργούνται στις εγκαταστάσεις επιχειρήσεων.
1. Στα Υπουργεία Μεταφορών και Επικοινωνιών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας ανατίθενται οι εξής αρμοδιότητες για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος:
α) Στις Διευθύνσεις Εμπορευματικών Μεταφορών και Επιβατικών Μεταφορών του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, κατά λόγο αρμοδιότητας:
i) η εξασφάλιση του συντονισμού με αντίστοιχους φορείς στα λοιπά ενδιαφερόμενα κράτη μέλη όσον αφορά στις δράσεις που αναλαμβάνονται δυνάμει του άρθρου 7·
ii) η ευθύνη για την παροχή συνδρομής στις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 6 της παρούσας.
β) Στη Διεύθυνση Όρων Εργασίας του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας η διαβίβαση στην Επιτροπή των ανά διετία στατιστικών στοιχείων δυνάμει της παραγράφου 2 του άρθρου 16 του κανονισμού (ΕΟΚ) υπ’ αριθμ. 3820/1985 όπως ισχύει. Οι ως άνω αρμόδιες υπηρεσίες των Υπουργείων Μεταφορών και Επικοινωνιών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας αντιπροσωπεύονται στην επιτροπή που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 12 της οδηγίας 2006/22/ΕΚ.
2. Ο ορισμός των αρμόδιων υπηρεσιών των Υπουργείων Μεταφορών και Επικοινωνιών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας ως ενδοκοινοτικών συνδέσμων κοινοποιείται στην Επιτροπή.
3. Η ανταλλαγή στοιχείων, εμπειρίας και πληροφοριών με άλλα κράτη μέλη προωθείται κατά κύριο λόγο, αλλά όχι αποκλειστικά, μέσω της επιτροπής που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 12 της οδηγίας 2006/22/ ΕΚ (L 102/11.4.2006).
Πληροφορίες που έχουν ανταλλαγεί διμερώς δυνάμει της παραγράφου 3 του άρθρου 17 του κανονισμού (ΕΟΚ) υπ’ αριθμ. 3820/1985 (L 370/31.12.1985) ή της παραγράφου 3 του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΟΚ) υπ’ αριθμ. 3821/1985 (L 370/31.12.1985) όπως ισχύουν, ανταλλάσσονται μεταξύ των αρμόδιων φορέων που έχουν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή σύμφωνα την παράγραφο 2 του άρθρου 9 της παρούσας:
α) τουλάχιστον μία φορά ανά εξάμηνο μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας.
β) μετά από σχετική αίτηση κράτους μέλους σε συγκεκριμένες περιπτώσεις.
1. Θεσπίζεται σύστημα αποτίμησης επικινδυνότητας για τις επιχειρήσεις ανάλογα με τον σχετικό αριθμό και τη σοβαρότητα των παραβάσεων των κανονισμών (ΕΟΚ) υπ’ αριθμ. 3820/1985 (L 370/31.12.1985) ή (ΕΟΚ) υπ’ αριθμ. 3821/1985 (L 370/31.12.1985) όπως ισχύουν, τις οποίες διαπράττει μια συγκεκριμένη επιχείρηση.
2. Τα στοιχεία των ελέγχων ημεδαπών επιχειρήσεων αποστέλλονται από τις αρχές ελέγχου στα αρμόδια Τμήματα Κοινωνικής Επιθεώρησης της έδρας των επιχειρήσεων. Συνοπτικά στοιχεία (επωνυμία επιχείρησης, οχήματα που ελέγχθηκαν, καθ’ οδόν ή στην έδρα της επιχείρησης) αποστέλλονται και στην περίπτωση που δεν διαπιστώθηκαν παραβάσεις. Τα Τμήματα Κοινωνικής Επιθεώρησης καταχωρούν τα στοιχεία και τις παραβάσεις των μεταφορικών ή άλλων επιχειρήσεων που εδρεύουν στη περιοχή ευθύνης τους, σε ειδικό μητρώο. Στο μητρώο αυτό καταχωρούνται μόνο οι επιχειρήσεις οι οποίες έχουν ελεγχθεί για παραβάσεις της κοινωνικής νομοθεσίας του τομέα των μεταφορών (Παράρτημα ΙΙΙ). Οι παραβάσεις που διαπιστώθηκαν κατατάσσονται ανάλογα με τη σοβαρότητά τους στις κατηγορίες «δευτερεύουσες», «σοβαρές» και «πολύ σοβαρές» με αντίστοιχη επιβάρυνση ενός (1), τεσσάρων (4) και εννέα (9) βαθμών σύμφωνα με το Παράρτημα ΙΙΙ, του άρθρου 14 της παρούσας.
3. Οι παραβάσεις και η αντίστοιχη βαθμολόγηση καταχωρούνται, ανάλογα με την ημερομηνία διαπίστωσης της παράβασης και εντός μηνός από τη λήψη των στοιχείων, στο τηρούμενο μητρώο επιχειρήσεων. Στην αθροιστική βαθμολογία των επιχειρήσεων συνυπολογίζονται και παραβάσεις που διαπιστώθηκαν στην αλλοδαπή και έχουν κοινοποιηθεί από τις αρχές ελέγχου της αλλοδαπής σε ελληνικές αρχές, στο πλαίσιο της διαδικασίας που περιγράφεται στο άρθρο 10 της παρούσας.
4. Ο δείκτης επικινδυνότητας της επιχείρησης για το τρέχον ημερολογιακό έτος υπολογίζεται ως το άθροισμα:
(α) της μέσης βαθμολογίας (βαθμών ποινής) ελέγχων καθ’ οδόν του τρέχοντος έτους, ήτοι του πηλίκου της αθροιστικής βαθμολογίας του έτους για παραβάσεις που διαπιστώθηκαν σε καθ’ οδόν ελέγχους προς τον συνολικό αριθμό αυτών των ελέγχων και
(β) Της σταθμισμένης μέσης βαθμολογίας (ποινής) ελέγχων στην έδρα της επιχείρησης του τρέχοντος έτους, ήτοι του πηλίκου της συνολικής βαθμολογίας του έτους για παραβάσεις που διαπιστώθηκαν στην έδρα της επιχείρησης προς το γινόμενο του αριθμού των ελέγχων στην έδρα της επιχείρησης εντός του έτους αναφοράς πολλαπλασιασμένων επί το πλήθος των οχημάτων του στόλου και επί το συντελεστή 13.
Ο δείκτης επικινδυνότητας του προηγούμενου έτους, υπολογίζεται με αντίστοιχο τρόπο αλλά το αποτέλεσμα πολλαπλασιάζεται επί 0,6 ενώ για το προπροηγούμενο έτος το αποτέλεσμα πολλαπλασιάζεται επί 0,3. Το άθροισμα των δεικτών επικινδυνότητας των τριών ετών (τρέχοντος, προηγουμένου και προπροηγουμένου) αποτελεί το συνολικό δείκτη επικινδυνότητας της επιχείρησης.
5. Κάθε επιχείρηση που συγκεντρώνει συνολικό δείκτη επικινδυνότητας μεγαλύτερο του έξι (6) χαρακτηρίζεται ως επιχείρηση υψηλής επικινδυνότητας και ελέγχεται με μεγαλύτερη συχνότητα. Συγκεκριμένα, ανεξάρτητα από τον όποιο προγραμματισμό ελέγχων του οικείου Τμήματος Κοινωνικής Επιθεώρησης, προγραμματίζεται και διενεργείται υποχρεωτικά, το επόμενο του έτους αναφοράς, ημερολογιακό έτος, τουλάχιστον μία φορά έλεγχος στις εγκαταστάσεις των επιχειρήσεων υψηλής επικινδυνότητας, ενώ κατά την κρίση του Προϊσταμένου του Τμήματος Κοινωνικής Επιθεώρησης είναι δυνατόν να προγραμματιστεί έλεγχος και διαρκούντος του ημερολογιακού έτους αναφοράς, εφόσον η βαθμολογία της επιχείρησης έχει ξεπεράσει το όριο που καθορίζεται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου αυτής.
6. Ως ελάχιστο μέγεθος επιχείρησης ορίζεται το ένα (1) όχημα δημόσιας χρήσης, ενώ στην περίπτωση των Ι.Μ.Ε. Ε.Π.Ε. ή των ΚΤΕΛ και ΚΤΕΛ Α.Ε. στις οποίες τα ενταγμένα σε αυτές οχήματα ανήκουν στην ιδιοκτησία επιμέρους αυτοκινητιστών, αυτές νοούνται ως μία επιχείρηση ενώ ως στόλος επιχείρησης λογίζεται ο συνολικός στόλος της Ι.Μ.Ε. Ε.Π.Ε. ή ΚΤΕΛ ή ΚΤΕΛ Α.Ε. κατά περίπτωση.
7. Η άσκηση προσφυγής ή αίτησης αναστολής κατά της διοικητικής πράξης της κύρωσης, δεν αναστέλλει την καταχώρηση, από το αρμόδιο Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης, των παραβάσεων στο αντίστοιχο μητρώο. Μετά την έκδοση τελεσίδικης απόφασης από το αρμόδιο Διοικητικό Δικαστήριο και εφόσον γίνει δεκτή η προσφυγή της επιχείρησης, το αρμόδιο Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης προβαίνει στην αναδρομική αφαίρεση των αντιστοίχων βαθμών ποινής.
8. Με όμοια προς την παρούσα απόφαση είναι δυνατόν να τροποποιηθεί το παράρτημα ΙΙΙ του άρθρου 14 της παρούσας εφ’ όσον τροποποιείται από την Επιτροπή το σχετικό τμήμα της οδηγίας 2006/22/ΕΚ (L 102/11.4.2006), σύμφωνα με τη διαδικασία της παραγράφου 3 του άρ− θρου 9 της οδηγίας αυτής.
1. Ο οδηγός ο οποίος οδηγεί όχημα που φέρει συσκευή ελέγχου και για την περίοδο που αναφέρεται στην περίπτωση 1 του εδαφίου 1 της παραγράφου 7 του άρθρου 15 του κανονισμού (ΕΟΚ) υπ’ αριθμ. 3821/1985 (L 370/31.12.1985), υποχρεούται να φέρει μαζί του το έγγραφο του παραρτήματος IV (βεβαίωση δραστηριοτήτων), το οποίο συμπληρώνεται, δακτυλογραφημένο, όταν ο οδηγός:
– ήταν σε άδεια λόγω ασθενείας ή
– ήταν σε κανονική άδεια, ή
– έχει οδηγήσει άλλο όχημα που εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) υπ’ αριθμ. 561/2006 (L 102/11.4.2006).
Με όμοια προς την παρούσα απόφαση και εφόσον τροποποιηθεί η απόφαση της Επιτροπής 2007/230/ΕΚ της 12.4.2007 (L 99/14.4.2007) με την οποία θεσπίστηκε η ως άνω βεβαίωση δραστηριοτήτων, τροποποιείται το παράρτημα IV της παρούσας και οι οδηγοί θα πρέπει να συμπληρώνουν το εκάστοτε ισχύον, τροποποιημένο έντυπο.
2. Τα Υπουργεία στα οποία υπάγονται οι αρχές ελέγχου του άρθρου 2 του ν. 3446/2006 (49/Α΄) εφοδιάζουν τα ελεγκτικά όργανα με τον προβλεπόμενο από το παράρτημα ΙΙ του άρθρου 14 του παρόντος, τυποποιημένο εξοπλισμό, για τη διενέργεια των ελέγχων. Επίσης το Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας εφοδιάζει με τον ανωτέρω εξοπλισμό τους Κοινωνικούς Επιθεωρητές του Σ.ΕΠ.Ε. για τη διενέργεια των ελέγχων τους και για τη συμμετοχή τους στα Μικτά Συνεργεία Ελέγχου ενώ το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών εφοδιάζει, ομοίως, τους υπαλλήλους των κατά τόπους υπηρεσιών Μεταφορών και Επικοινωνιών που συμμετέχουν στα Μικτά Κλιμάκια Ελέγχου.
3. Τα ως άνω αρμόδια Υπουργεία μεριμνούν κατά λόγο αρμοδιότητας σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, όπως ορίζεται από την κείμενη νομοθεσία, για την κατάλληλη κατάρτιση των ελεγκτών της παραγράφου 1 του άρθρου 3 επί των κατευθυντήριων γραμμών και των τυχόν βέλτιστων πρακτικών ελέγχου, που κοινοποιεί η Επιτροπή.
Από της δημοσιεύσεως της παρούσας απόφασης καταργούνται τα π.δ. 477/1989 (205/Α΄) και π.δ. 319/1989 (145/Α΄).
Προσαρτώνται στην παρούσα απόφαση, ως αναπόσπαστο μέρος αυτής, τα παρακάτω παραρτήματα:









Η ισχύς της παρούσας απόφασης αρχίζει από την 1.4.2007 εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στα προηγούμενα άρθρα.
Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Αθήνα, 19 Μαΐου 2009
ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ
|
ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΠΡΟΚΟΠΙΟΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ |
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ |
|
ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΦΑΝΗ ΠΑΛΛΗ – ΠΕΤΡΑΛΙΑ |
ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΥΡ. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗΣ |
|
ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ, ΑΙΓΑΙΟΥ ΚΑΙ ΝΗΣΙΩΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΝΑΣΤ. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ |