Π.Δ. 124/2010 (ΦΕΚ 201/Α` 30.11.2010)
| Συνημμένο | Μέγεθος |
|---|---|
| ΦΕΚ 201Α_2010 | 454.41 KB |
1. Την παρ. 1 του άρθρου τρίτου του Ν.1269/1982 «για την κύρωση της Διεθνούς Σύμβασης “περί προλήψεως της ρύπανσης της θάλασσας από πλοία” του 1973 και του Πρωτοκόλλου του 1978, που αναφέρεται σ’ αυτή τη Σύμβαση» (Α΄ 89), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου δευτέρου του Ν.3104/2003 «Κύρωση του Πρωτοκόλλου του 1997 που τροποποιεί την Διεθνή Σύμβαση για την Πρόληψη Ρύπανσης από Πλοία του 1973, όπως τροποποιήθηκε από το Πρωτόκολλο του 1978 που σχετίζεται με αυτή» (Α΄ 28).
2. Την παρ. 1 περ. β΄ του άρθρου έβδομου του Ν.1269/1982 (Α΄ 89).
3. Την απόφαση της Επιτροπής Προστασίας Θαλασσίου Περιβάλλοντος (MEPC) του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (ΙΜΟ) αριθ. MEPC.156 (55) που υιοθετήθηκε την 13η Οκτωβρίου 2006 «Τροποποιήσεις στο Παράρτημα του Πρωτοκόλλου του 1978 του Σχετικού με την Διεθνή Σύμβαση για την Πρόληψη της Ρύπανσης της Θάλασσας από Πλοία, 1973 (Αναθεωρημένο Παράρτημα ΙΙΙ της MARPOL 73/78)».
4. Τις διατάξεις του άρθρου 4 του π.δ. 189/2009 (Α΄ 221) «Καθορισμός και ανακατανομή αρμοδιοτήτων των Υπουργείων».
5. Τις διατάξεις του άρθρου 1 του π.δ. 50/2010 (Α΄ 89) «Ανακατανομή αρμοδιοτήτων των Υπουργείων και τροποποιήσεις του π.δ. 189/2009».
6. Τις διατάξεις του άρθρου 90 του «Κώδικα Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα», που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του π.δ 63/2005 (Α΄ 98).
7. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις του παρόντος δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού.
8. Τη γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας υπ’αριθ. 54/2010 με πρόταση των Υπουργών Εξωτερικών και Προστασίας του Πολίτη, αποφασίζουμε:
1. Γίνεται αποδεκτό το κείμενο που αφορά στο αναθεωρημένο Παράρτημα ΙΙΙ του Πρωτοκόλλου του 1978 σχετικά με την Διεθνή Σύμβαση για την Πρόληψη της Ρύπανσης από Πλοία, 1973, όπως αναφέρεται στην Απόφαση της Επιτροπής Προστασίας Θαλασσίου Περιβάλλοντος MEPC.156(55) του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (ΙΜΟ) που υιοθετήθηκε την 13η Οκτωβρίου 2006.
2. Καθορίζεται ημερομηνία εφαρμογής των τροποποιήσεων στο Παράρτημα του Πρωτοκόλλου του 1978 αναφορικά με τη Διεθνή Σύμβαση για την Πρόληψη της Ρύπανσης από Πλοία, του 1973 (Αναθεωρημένο Παράρτημα ΙΙΙ της Δ.Σ MARPOL 73/78).
3. Το κείμενο που αναφέρεται στην ανωτέρω περίπτωση (1) στην Αγγλική και παρατίθεται σε μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα και το οποίο υιοθετήθηκε με την Απόφαση MEPC.156(55) της 13ης Οκτωβρίου 2006, έχει ως εξής:
1. Εκτός αν διαφορετικά ρητώς ορίζεται, οι κανονισμοί αυτού του Παραρτήματος εφαρμόζονται σε όλα τα πλοία που μεταφέρουν επιβλαβείς ουσίες σε συσκευασμένη μορφή.
-.1 Για τον σκοπό αυτού του Παραρτήματος «επιβλαβείς ουσίες» είναι αυτές οι ουσίες, οι οποίες αναγνωρίζονται ως θαλάσσιοι ρυπαντές στο Διεθνή Ναυτιλιακό Κώδικα Επικινδύνων Φορτίων (IMDG Κώδικας) ή αυτές οι οποίες πληρούν τα κριτήρια του Προσαρτήματος αυτού του Παραρτήματος.
-.2 Για τους σκοπούς αυτού του Παραρτήματος ως «τύπος συσκευασίας» ορίζονται οι τύποι συσκευασίας που προσδιορίζονται για επιβλαβείς ουσίες στον IMDG Κώδικα.6
2. Η μεταφορά επιβλαβών ουσιών απαγορεύεται, εκτός εάν αυτή γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Παραρτήματος.
3. Για τη συμπλήρωση των διατάξεων του Παραρτήματος αυτού, η Κυβέρνηση κάθε Μέρους της Σύμβασης θα εκδώσει ή θα προκαλέσει την έκδοση λεπτομερών απαιτήσεων για τη συσκευασία, τη σήμανση, την τοποθέτηση ετικετών, την έγγραφη απόδειξη, την αποθήκευση, τους περιορισμούς ποσότητας και τις εξαιρέσεις για την πρόληψη ή την ελαχιστοποίηση της ρύπανσης του θαλασσίου περιβάλλοντος από επιβλαβείς ουσίες.6
4. Για τους σκοπούς του Παραρτήματος αυτού, άδειες συσκευασίας, οι οποίες είχαν χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν για τη μεταφορά επιβλαβών ουσιών, θα θεωρούνται και οι ίδιες ως επικίνδυνες ουσίες, εκτός εάν έχουν ληφθεί επαρκείς προφυλάξεις, οι οποίες να εξασφαλίζουν ότι αυτές δεν περιέχουν κατάλοιπα που είναι επικίνδυνα για το θαλάσσιο περιβάλλον.
5. Οι απαιτήσεις αυτού του Παραρτήματος δεν εφαρμόζονται στα εφόδια και στον εξοπλισμό του πλοίου.
6. Αναφορά στον Διεθνή Ναυτιλιακό Κώδικα Επικίνδυνων Φορτίων (IMDG) που υιοθετήθηκε από τον Οργανισμό με την απόφαση MSC.122(75), όπως τροποποιήθηκε από την Επιτροπή Ναυτικής Ασφάλειας.
Οι συσκευασίες θα είναι κατάλληλες ώστε να ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος για το θαλάσσιο περιβάλλον, έχοντας υπόψη το ιδιαίτερο περιεχόμενό τους.
1. Συσκευασίες που περιέχουν επιβλαβείς ουσίες θα φέρουν διαρκή σήμανση με την ορθή τεχνική ονομασία (δεν θα χρησιμοποιούνται μόνο εμπορικές ονομασίες) και επιπλέον θα φέρουν διαρκή σήμανση ή θα έχουν ετικέτες που θα αναφέρουν ότι το περιεχόμενο ρυπαίνει το θαλάσσιο περιβάλλον. Τέτοιος προσδιορισμός θα συμπληρώνεται, όπου είναι δυνατόν, με οποιαδήποτε άλλα μέσα, για παράδειγμα με την χρησιμοποίηση του σχετικού αριθμού των Ηνωμένων Εθνών.
2. Η μέθοδος σήμανσης της ορθής τεχνικής ονομασίας και των επικολλημένων ετικετών στις συσκευασίες που περιέχουν μια επιβλαβή ουσία θα είναι τέτοια ώστε αυτή η πληροφορία είναι δυνατόν να αναγνωρισθεί σε περίπτωση διάσωσης της συσκευασίας μετά από καταβύθιση στη θάλασσα το λιγότερο τριών μηνών. Λαμβάνοντας υπόψη την σωστή σήμανση και την τοποθέτηση ετικετών θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η αντοχή των υλικών που χρησιμοποιούνται και η επιφάνεια της συσκευασίας.
3. Συσκευασίες που περιέχουν μικρές ποσότητες επιβλαβών ουσιών, μπορεί να εξαιρούνται από τες απαιτήσεις σήμανσης7.
7. Αναφέρεται στις συγκεκριμένες εξαιρέσεις που περιλαμβάνονται στον Διεθνή Ναυτελιακό Κώδικα Επικίνδυνων Φορτίων (IMDG) που υιοθετήθηκε με την απόφαση MSC.122(75), όπως τροποποιήθηκε.
1. Σε όλα τα έγγραφα που αφορούν στην μεταφορά των επιβλαβών ουσιών δια θαλάσσης, όπου τέτοιες ουσίες κατονομάζονται, θα χρησιμοποιείται η ορθή τεχνική ονομασία κάθε τέτοιας ουσίας (δεν θα χρησιμοποιούνται μόνο εμπορικές ονομασίες) και η ουσία επιπρόσθετα θα αναγνωρίζεται με την προσθήκη των λέξεων «ΘΑΛΑΣΣΙΟ ΡΥΠΑΝΤΙΚΟ».
2. Τα έγγραφα φορτωτικής, που παραδίδονται από τον φορτωτή θα περιλαμβάνουν ή θα συνοδεύονται με ένα υπογεγραμμένο πιστοποιητικό ή μία δήλωση ότε, το φορτίο που παραδόθηκε για μεταφορά είναι καταλλήλως συσκευασμένο, φέρει σήμανση ή επικολλημένες ετικέτες όπως πρέπει και είναι σε καλή κατάσταση για μεταφορά ώστε να μειώνεται ο κίνδυνος για το θαλάσσιο περιβάλλον.
3. Κάθε πλοίο, το οποίο μεταφέρει επιβλαβείς ουσίες θα φέρει μία ειδική κατάσταση ή
δηλωτικό, το οποίο θα αναφέρει τις επιβλαβείς ουσίες στο πλοίο και τη θέση τους. Λεπτομερές σχέδιο αποθήκευσης, το οποίο καθορίζει την θέση όλων των επιβλαβών ουσιών στο πλοίο, δύναται να χρησιμοποιηθεί, αντί αυτής της ειδικής κατάστασης ή του δηλωτικού. Επίσης αντίγραφα αυτών των εγγράφων θα κρατούνται στην ξηρά από τον πλοιοκτήτη ή από τους αντιπροσώπους του, έως ότου, οι επιβλαβείς ουσίες εκφορτωθούν. Ένα αντίγραφο αυτών των αποδεικτικών εγγράφων θα είναι διαθέσιμο πριν την αναχώρηση του πλοίου σε πρόσωπο ή Οργανισμό που έχεε καθορισθεί από την Αρχή του Κράτους Λιμένα.
4. Σε κάθε ενδιάμεση προσέγγιση, κατά την οποία θα λαμβάνουν χώρα εργασίες φόρτωσης ή εκφόρτωσης, ακόμη και μερικού φορτίου, μια αναθεώρηση των εγγράφων που απαριθμούν τις επικίνδυνες ουσίες οι οποίες φορτώνονται που υποδεικνύει τον χώρο τους στο πλοίο ή που παρουσιάζει ένα λεπτομερές πλάνο αποθήκευσης του, θα διατίθεται , πριν την αναχώρηση του πλοίου ,σε πρόσωπο ή σε οργανισμό καθορισμένο από την Αρχή του Κράτους Λιμένα.
5. Όταν το πλοίο φέρει ειδική κατάσταση ή δηλωτικό ή λεπτομερές σχέδιο αποθήκευσης, το οποίο απαιτείται για την μεταφορά των επικίνδυνων προϊόντων από την Διεθνή Σύμβαση για την Ασφάλεια Ζωής στην Θάλασσα 1974, όπως τροποποιήθηκε, τα έγγραφα που απαιτούνται από αυτό τον κανονισμό, δύναται να εναρμονίζονται με εκείνα των επικίνδυνων προϊόντων. Όπου εναρμονίζονται έγγραφα, σαφής διάκριση θα γίνεται μεταξύ των επικινδύνων εμπορευμάτων και των επιβλαβών ουσιών που καλύπτονται από αυτό το Παράρτημα.
(8) Η αναφορά στα «Αποδεικτικά Έγγραφα» σε αυτόν τον Κανονισμό δεν αποκλείει τη χρήση επεξεργασίας ηλεκτρονικών δεδομένων (EDP) και την ανταλλαγή ηλεκτρονικών δεδομένων (EDI) τεχνικές μετάδοσης ως υποβοήθεια στο γραπτό αποδεικτικό έγγραφο.
Οι επιβλαβείς ουσίες θα αποθηκεύονται και ασφαλίζονται καταλλήλως ώστε να μειώνονται οι κίνδυνοι για το θαλάσσιο περιβάλλον, χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η ασφάλεια του πλοίου και των επιβαινόντων.
Μπορεί για ορισμένες επιβλαβείς ουσίες, για καθαρά επιστημονικούς και τεχνικούς λόγους, ν' απαγορευθεί η μεταφορά τους ή να περιορισθεί η ποσότητα, που μπορεί να μεταφέρεται σε κάθε πλοίο. Όταν περιορίζεται η ποσότητα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το μέγεθος, η κατασκευή και ο εξοπλισμός του πλοίου, καθώς επίσης και η συσκευασία και η εγγενής φύση της ουσίας.
1. Η απόρριψη επικίνδυνων ουσιών που μεταφέρονται σε συσκευασία απαγορεύεται εκτός εάν είναι αναγκαία για να εξασφαλισθεί η ασφάλεια του πλοίου και η διάσωση ζωής στην θάλασσα.
2. Υποκείμενο στις διατάξεις της παρούσας Σύμβασης, θα λαμβάνονται κατάλληλα μέτρα, βασισμένα στις φυσικές, χημικές και βιολογικές ιδιότητες των επιβλαβών ουσιών για να ρυθμίζουν τις πλύσεις των διαρροών εκτός του πλοίου, υπό την προϋπόθεση ότι η συμμόρφωση με τέτοια μέτρα δεν θα βλάπτει την ασφάλεια του πλοίου και των επιβαινόντων σ' αυτό.
1. Ενα πλοίο , όταν βρίσκεται σε λιμάνι ή σε πλωτό τερματικό σταθμό ενός άλλου Μέρους υπόκειται σε επιθεώρηση από κατάλληλα εξουσιοδοτημένους αξιωματούχους από το Μέρος, όσον αφορά στις απαιτήσεις λειτουργίας σύμφωνα με αυτό το Παράρτημα, όταν υπάρχουν προφανείς λόγοι ότι ο Πλοίαρχος ή το πλήρωμα του πλοίου δεν είναι εξοικειωμένοι με τις στοιχειώδεις διαδικασίες, που έχουν σχέση με την πρόληψη ρύπανσης από επικίνδυνες ουσίες.
2. Στις περιπτώσεις που περιγράφονται στην παράγραφο 1 αυτού του Κανονισμού, το Μέρος θα λαμβάνει τέτοια μέτρα, ώστε να εξασφαλίσει ότι το πλοίο δεν πρόκειται να πλεύσει μέχρις ότου αποκατασταθεί η κατάστασή του σύμφωνα με τις απαιτήσεις αυτού του Παραρτήματος.
3. Οι διαδικασίες που έχουν σχέση με τους ελέγχους του Κράτους Λιμένα που περιγράφονται στο άρθρο 5 της παρούσας Σύμβασης εφαρμόζονται σε αυτόν τον Κανονισμό.
4. Τίποτε σε αυτόν τον Κανονισμό δεν ερμηνεύεται με τρόπο που να περιορίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις ενός Μέρους που διεξάγει ελέγχους επί των απαιτήσεων λειτουργίας, όπως ειδικά έχουν προβλεφθεί στην παρούσα Σύμβαση.
(9) Αναφέρεται στις διαδικασίες για έλεγχο Λιμενικών Αρχών όπως υιοθετήθηκαν από τον Οργανισμό με την απόφαση Α.787(19) και τροποποιήθηκαν από την Α.882(21).
Η θέση σε εφαρμογή των τροποποιήσεων όσον αφορά την απόφαση MEPC.156(55) που υιοθετήθηκε την 13η Οκτωβρίου 2006, αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2010. Ως εκ τούτου η ισχύς του παρόντος προεδρικού διατάγματος αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2010.
Στον Υπουργό Προστασίας του Πολίτη αναθέτουμε την δημοσίευση και εκτέλεση του παρόντος Διατάγματος.
Αθήνα, 15 Νοεμβρίου 2010
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΚΑΡΟΛΟΣ ΓΡ. ΠΑΠΟΥΛΙΑΣ
ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ
|
ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ ΔΗΜΗΤΡΗΣ Π. ΔΡΟΥΤΣΑΣ |
ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΠΟΥΤΣΗΣ |