Ν. 5278/2026 (ΦΕΚ 22/Α` 16.2.2026)
| Συνημμένο | Μέγεθος |
|---|---|
| ΦΕΚ 22Α_2026 | 679.26 KB |
Σκοπός του παρόντος νόμου είναι η νομοθετική κατοχύρωση και υλοποίηση της Εθνικής Κοινωνικής Συμφωνίας για την ενίσχυση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας. Ειδικότερα, ο παρών νόμος αποσκοπεί στην ενίσχυση της κάλυψης των εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις εργασίας, στην προαγωγή των συλλογικών διαπραγματεύσεων, καθώς και στη βελτίωση του πλαισίου που διέπει τη σύναψη, εφαρμογή και επέκταση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Επιπλέον, στοχεύει στην πλήρη προστασία των εργαζομένων μετά τη λήξη μιας συλλογικής σύμβασης εργασίας, καθώς και στην επιτάχυνση και τον εξορθολογισμό των διαδικασιών του Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας, με την εισαγωγή νέου πλαισίου για την επίλυση συλλογικών διαφορών.
Αντικείμενο του παρόντος νόμου είναι:
α) η πρόβλεψη της δυνατότητας συνυπογραφής κλαδικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας από την τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση εργαζομένων «Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος» (Γ.Σ.Ε.Ε.) και ο προσδιορισμός του πεδίου εφαρμογής των κλαδικών συμβάσεων,
β) η απλούστευση των στοιχείων που απαιτούνται για την εγγραφή στο Γενικό Μητρώο Συνδικαλιστικών Οργανώσεων Εργαζομένων (ΓΕ.ΜΗ.Σ.Ο.Ε.) και στο Γενικό Μητρώο Οργανώσεων Εργοδοτών (ΓΕ.ΜΗ.Ο.Ε.), με τη μείωσή τους στα απολύτως απαραίτητα, καθώς και ο επαναπροσδιορισμός των έννομων συνεπειών σε περίπτωση μη εγγραφής,
γ) η επαναφορά της μετενέργειας όλων των κανονιστικών όρων των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, ώστε μετά τη λήξη της συλλογικής σύμβασης εργασίας και της τρίμηνης παράτασης της ισχύος της, όλοι οι όροι της να συνεχίζουν να ισχύουν για τους εργαζόμενους στους οποίους εφαρμοζόταν, μέχρι να συναφθεί νέα συλλογική ή ατομική σύμβαση,
δ) η διευκόλυνση της επέκτασης της εφαρμογής των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, με τη μείωση του απαιτούμενου ποσοστού κάλυψης από πενήντα τοις εκατό (50%) σε σαράντα τοις εκατό (40%), καθώς και με τη δημιουργία δυνατότητας επέκτασης, χωρίς την εξέταση του ποσοτικού κριτηρίου, εφόσον συνυπογράφουν η Γ.Σ.Ε.Ε. και ευρύτερης εκπροσώπησης ή πανελλήνιας έκτασης οργάνωση εργοδοτών, και
ε) η θεσμοθέτηση μηχανισμού ελέγχου του παραδεκτού των μονομερών αιτήσεων προσφυγής στη μεσολάβηση και στη διαιτησία και η κατάργηση του δεύτερου βαθμού διαιτησίας ενώπιον του Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας.
Στην παρ. 4 του άρθρου 396 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου (π.δ. 62/2025, Α΄ 121), με το οποίο κωδικοποιήθηκε το άρθρο 3 του ν. 1876/1990 (Α΄ 27), περί των ειδών συλλογικών συμβάσεων εργασίας και περί της αρμοδιότητας σύναψής τους, προστίθεται νέο, δεύτερο, εδάφιο και η παρ. 4 διαμορφώνεται ως εξής:
«4. Οι κλαδικές συμβάσεις συνάπτονται από πρωτοβάθμιες ή δευτεροβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις που καλύπτουν εργαζομένους ανεξάρτητα από το επάγγελμα ή την ειδικότητά τους, ομοειδών ή συναφών επιχειρήσεων του ίδιου κλάδου και από εργοδοτικές οργανώσεις. Οι κλαδικές συμβάσεις δύνανται να συνυπογράφονται και από την τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση εργαζομένων «Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος» (Γ.Σ.Ε.Ε.), κατόπιν πρόσκλησης από αρμόδια συνδικαλιστική οργάνωση εργαζομένων του προηγούμενου εδαφίου. Ειδικά για τους εργαζομένους στον κλάδο των Τραπεζών οι κλαδικές συμβάσεις δύνανται να συνάπτονται και από μεμονωμένους εργοδότες, οι οποίοι εκπροσωπούνται με κοινό εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο ή εκπροσώπους, εφόσον οι καλούμενοι ή καλούντες για διαπραγματεύσεις εργοδότες είτε καλύπτουν τουλάχιστον το εβδομήντα τοις εκατό (70%) των εργαζομένων στον κλάδο είτε είναι οι τουλάχιστον πέντε (5) μεγαλύτεροι εργοδότες, με κριτήριο τους εργαζομένους που απασχολούν. Οι λοιποί εργοδότες δικαιούνται να μετέχουν στις διαπραγματεύσεις και να υπογράφουν τη συλλογική σύμβαση. Σε περίπτωση μη ορισμού κοινού εκπροσώπου ή εκπροσώπων από τους εργοδότες ή άρνησης προσέλευσης στις διαπραγματεύσεις ή αποτυχίας των διαπραγματεύσεων εφαρμόζονται τα άρθρα 409, 410 και 411.»
Στο άρθρο 401 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου (π.δ. 62/2025, Α΄ 121), με το οποίο κωδικοποιήθηκε το άρθρο 8 του ν. 1876/1990 (Α΄ 27), περί της δέσμευσης, προστίθεται παρ. 5 και το άρθρο 401 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 401
Δέσμευση
1. Οι εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας καθορίζουν τους ελάχιστους μη μισθολογικούς όρους εργασίας που ισχύουν για τους εργαζομένους όλης της χώρας. Στους εργαζομένους αυτούς περιλαμβάνονται και οι εργαζόμενοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης. Βασικοί μισθοί, βασικά ημερομίσθια, κάθε είδους προσαυξήσεις αυτών και γενικά κάθε άλλος μισθολογικός όρος, ισχύουν μόνο για τους εργαζομένους που απασχολούνται από εργοδότες των συμβαλλόμενων εργοδοτικών οργανώσεων και δεν επιτρέπεται να υπολείπονται του νόμιμου κατώτατου μισθού και ημερομισθίου.
2. Οι υπόλοιπες συλλογικές συμβάσεις εργασίας δεσμεύουν τους εργαζομένους και εργοδότες, οι οποίοι είναι μέλη των συμβαλλόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων, τον εργοδότη που συνάπτει συλλογική σύμβαση εργασίας ατομικώς και τους εργοδότες που συνάπτουν συλλογική σύμβαση εργασίας με κοινό εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο ή εκπροσώπους. Βασικοί μισθοί, βασικά ημερομίσθια, κάθε είδους προσαυξήσεις αυτών και γενικά κάθε άλλος μισθολογικός όρος, δεν επιτρέπεται να υπολείπονται του νόμιμου κατώτατου μισθού και ημερομισθίου.
3. Εφόσον ο εργοδότης δεσμεύεται από επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, οι κανονιστικοί όροι της διέπουν υποχρεωτικά και τις εργασιακές σχέσεις όλων των εργαζομένων της συγκεκριμένης επιχείρησης ή εκμετάλλευσης.
4. Οι όροι της εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας κωδικοποιούνται, με ευθύνη των μερών που την υπογράφουν, εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την υπογραφή της και εφαρμόζονται τα οριζόμενα στις παρ. 3 έως 6 του άρθρου 398. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, κωδικοποιούνται με απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη λήξη της ως άνω προθεσμίας και υποβάλλονται στις ίδιες διατυπώσεις. Οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας και οι διαιτητικές αποφάσεις πρέπει να εμπεριέχουν κωδικοποίηση όλων των εν ισχύι όρων τους, συμπεριλαμβανομένων τόσο των συμφωνούμενων το πρώτον με τη συγκεκριμένη συλλογική ρύθμιση, όσο και αυτών που τυχόν διατηρούνται σε ισχύ, άλλως ισχύουν μόνο οι κωδικοποιημένες διατάξεις.
5. Οι κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας περιέχουν υποχρεωτικά τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για τον σαφή προσδιορισμό του πεδίου εφαρμογής τους, με αναφορά, κατ’ ελάχιστον, στους Κωδικούς Αριθμούς Δραστηριότητας (Κ.Α.Δ.) του οικείου κλάδου, καθώς και σε τυχόν άλλα στοιχεία αναγκαία για τον προσδιορισμό του.»
1. Στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 399 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου (π.δ. 62/2025, Α΄ 121), με το οποίο κωδικοποιήθηκε το άρθρο 6 του ν. 1876/1990 (Α΄ 27), περί της ικανότητας για σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας και περί της νομιμοποίησης εκπροσώπων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις:
α) στο πρώτο εδάφιο, μετά από τις λέξεις «της παρ. 5 του άρθρου 396», διαγράφονται οι λέξεις «, εφόσον έχουν εγγραφεί στα αντίστοιχα μητρώα της παρ. 4 του παρόντος άρθρου», β) στο τρίτο εδάφιο, μετά από τις λέξεις «της συλλογικής σύμβασης εργασίας», προστίθενται οι λέξεις «, υπό την επιφύλαξη του δευτέρου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 396 για τις κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας», και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:
«1. Ικανότητα για σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας έχουν:
α) Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις εργαζομένων και εργοδοτών όλων των βαθμίδων στο πεδίο της δραστηριότητάς τους, καθώς και οι ενώσεις προσώπων με τους όρους και τις προϋποθέσεις της παρ. 5 του άρθρου 396. Ειδικότερα για την παρ. 3 του άρθρου 396, από την πλευρά των εργαζομένων, ικανότητα για σύναψη συλλογικής σύμβασης εργασίας έχει η πλέον αντιπροσωπευτική τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση. Για τις υπόλοιπες συλλογικές συμβάσεις εργασίας του άρθρου 396, από την πλευρά των εργαζομένων, ικανότητα για σύναψη συλλογικής σύμβασης εργασίας έχει η πλέον αντιπροσωπευτική συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων στο πεδίο ισχύος της συλλογικής σύμβασης εργασίας, υπό την επιφύλαξη του δευτέρου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 396 για τις κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας.
β) Κάθε εργοδότης για τους εργαζομένους που απασχολεί στην επιχείρησή του.
γ) Για τους εργαζομένους σε δικηγορικά, σε συμβολαιογραφικά και άλλα γραφεία η σχετική συλλογική σύμβαση υπογράφεται ή η διαιτητική διαδικασία διεξάγεται μεταξύ της συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων και του οικείου Ν.Π.Δ.Δ., στο οποίο υπάγονται οι εργοδότες.»
2. Στην παρ. 4 του άρθρου 399 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου, με το οποίο κωδικοποιήθηκε το άρθρο 6 του ν. 1876/1990, περί της ικανότητας για σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας και περί της νομιμοποίησης εκπροσώπων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην περ. α), αα) πριν από τις λέξεις «Οργανώσεων Εργοδοτών», προστίθενται οι λέξεις «στο Μητρώο», αβ) η λέξη «τηρείται» αντικαθίσταται από τη λέξη «τηρούνται», β) στην περ. β), βα) στην υποπερ. ββ), μετά από τις λέξεις «στις εκλογές για ανάδειξη διοίκησης,», προστίθενται οι λέξεις «όπως προκύπτει από υπεύθυνη δήλωση του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της,», ββ) η υποπερ. βγ) αντικαθίσταται, βγ) στην υποπερ. βδ), η λέξη «και» αντικαθίσταται από το σημείο στίξης «.», βδ) η υποπερ. βε) καταργείται, γ) στην περ. γ), γα) η υποπερ. γβ) αντικαθίσταται, γβ) στην υποπερ. γγ), μετά από τις λέξεις «των οργάνων διοίκησης αυτής,», προστίθενται οι λέξεις «εφόσον συνοδεύεται από ρητή συγκατάθεση των μελών των οργάνων διοίκησης στην επεξεργασία των προσωπικών τους δεδομένων, σύμφωνα με τον Γ.Κ.Π.Δ.,», γγ) στην υποπερ. γδ), i) πριν από τη λέξη «οργάνωσης», διαγράφεται η λέξη «συνδικαλιστικής», ii) το σημείο στίξης «,» αντικαθίσταται από τη λέξη «και», γδ) η υποπερ. γε) αντικαθίσταται, γε) η υποπερ. γστ) καταργείται και η παρ. 4 διαμορφώνεται ως εξής:
«4.α) Όλες οι συνδικαλιστικές οργανώσεις των εργαζομένων, οι ενώσεις προσώπων εργαζομένων και οι οργανώσεις των εργοδοτών και ειδικά αυτές που συνάπτουν συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή και ορίζουν εκπροσώπους τους στις διοικήσεις των φορέων που εποπτεύονται από το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, καθώς και στα συλλογικά όργανα αυτού, έχουν υποχρέωση να εγγράφονται στο Μητρώο Συνδικαλιστικών Οργανώσεων Εργαζομένων και στο Μητρώο Οργανώσεων Εργοδοτών του Υπουργείου που τηρούνται στο Π.Σ. ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.
β) Στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης δημιουργείται Γενικό Μητρώο Συνδικαλιστικών Οργανώσεων Εργαζομένων (ΓΕ.ΜΗ.Σ.Ο.Ε.), στο οποίο τηρούνται τα ακόλουθα στοιχεία:
βα) το καταστατικό της συνδικαλιστικής οργάνωσης και οι τυχόν τροποποιήσεις αυτού, καθώς και η τυχόν πράξη διάλυσής της,
ββ) ο αριθμός των μελών της συνδικαλιστικής οργάνωσης που έλαβαν μέρος στις εκλογές για ανάδειξη διοίκησης, όπως προκύπτει από υπεύθυνη δήλωση του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της,
βγ) η σύνθεση των οργάνων διοίκησης αυτής, εφόσον συνοδεύεται από ρητή συγκατάθεση των μελών των οργάνων διοίκησης στην επεξεργασία των προσωπικών τους δεδομένων, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ [Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων (Γ.Κ.Π.Δ.), L 119] και
βδ) η έδρα της συνδικαλιστικής οργάνωσης και στοιχεία επικοινωνίας.
βε) [Καταργείται].
γ) Στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης δημιουργείται Γενικό Μητρώο Οργανώσεων Εργοδοτών (ΓΕ.ΜΗ.Ο.Ε.), στο οποίο εγγράφονται υποχρεωτικά όλες οι οργανώσεις εργοδοτών και στο οποίο τηρούνται τα ακόλουθα στοιχεία:
γα) το καταστατικό της οργάνωσης εργοδοτών και οι τυχόν τροποποιήσεις αυτού, καθώς και η τυχόν πράξη διάλυσής της,
γβ) ο συνολικός αριθμός των μελών της οργάνωσης εργοδοτών κατά την εκάστοτε πιο πρόσφατη γενική συνέλευση για εκλογή οργάνων διοίκησης, όπως προκύπτει από υπεύθυνη δήλωση του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της και ο οποίος περιλαμβάνει, ανάλογα με τη δομή της οργάνωσης, το σύνολο των επιχειρήσεων ή των φυσικών προσώπων ή των ενώσεων (πρωτοβάθμιων οργανώσεων) ή ομοσπονδιών (δευτεροβάθμιων οργανώσεων) που είναι μέλη της,
γγ) η σύνθεση των οργάνων διοίκησης αυτής, εφόσον συνοδεύεται από ρητή συγκατάθεση των μελών των οργάνων διοίκησης στην επεξεργασία των προσωπικών τους δεδομένων, σύμφωνα με τον Γ.Κ.Π.Δ.,
γδ) η έδρα της οργάνωσης και στοιχεία επικοινωνίας και
γε) ο συνολικός αριθμός των εργαζομένων των επιχειρήσεων μελών της οργάνωσης κατά την εκάστοτε πιο πρόσφατη γενική συνέλευση για εκλογή οργάνων διοίκησης, όπως προκύπτει από υπεύθυνη δήλωση του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της, εξαιρουμένων από τη συγκεκριμένη υποχρέωση των οργανώσεων των άρθρων 387 έως 393,
γστ) [Καταργείται].
δ) Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ρυθμίζεται κάθε θέμα σχετικά με τη δημιουργία του Μητρώου Συνδικαλιστικών Οργανώσεων Εργαζομένων και Οργανώσεων Εργοδοτών, τη δημοσιότητα των στοιχείων του και κάθε αναγκαία τεχνική λεπτομέρεια, καθώς και τη χορήγηση πληροφοριών σε σχέση με τα στοιχεία του μητρώου και με την τήρηση της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ιδίως σε σχέση με την αντιπροσωπευτικότητα συνδικαλιστικών οργανώσεων εργαζομένων και εργοδοτών.»
Στο άρθρο 369 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου (π.δ. 62/2025, Α΄ 121), με το οποίο κωδικοποιήθηκε το άρθρο 2 του ν. 1264/1982 (Α΄ 79), περί της καταχώρισης συνδικαλιστικών οργανώσεων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 4, αα) στην περ. γ), προστίθεται δεύτερο εδάφιο, αβ) η περ. δ) καταργείται, β) η παρ. 6 αντικαθίσταται, και το άρθρο 369 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 369
Καταχώριση συνδικαλιστικών οργανώσεων
1. Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις εργαζομένων εγγράφονται στο Γενικό Μητρώο Συνδικαλιστικών Οργανώσεων Εργαζομένων (ΓΕ.ΜΗ.Σ.Ο.Ε.) της περ. β) της παρ. 4 του άρθρου 399.
2. Το ΓΕ.ΜΗ.Σ.Ο.Ε. τηρείται στο Π.Σ. ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ ή σε τυχόν μετεξέλιξη του συστήματος αυτού.
3. Για την εγγραφή μιας συνδικαλιστικής οργάνωσης στο ΓΕ.ΜΗ.Σ.Ο.Ε. απαιτείται να υποβληθούν ψηφιακά το καταστατικό και τα στοιχεία του άρθρου 81 του Α.Κ.. Τα αποτελέσματα των άρθρων 83 επ. του Α.Κ. επέρχονται με την εγγραφή της συνδικαλιστικής οργάνωσης στο ΓΕ.ΜΗ.Σ.Ο.Ε. και την κατάθεση σε αυτό όλων των κατά νόμο απαιτούμενων στοιχείων.
4. Στο ΓΕ.ΜΗ.Σ.Ο.Ε. τηρούνται σε ψηφιακή μορφή τα ακόλουθα στοιχεία για κάθε συνδικαλιστική οργάνωση, τα οποία η ίδια οφείλει να καταθέτει στο ΓΕ.ΜΗ.Σ.Ο.Ε.:
α) Τα αναφερόμενα στο άρθρο 81 του Α.Κ..
β) Το καταστατικό της συνδικαλιστικής οργάνωσης και οι τυχόν τροποποιήσεις αυτού, καθώς και η τυχόν πράξη διάλυσής της.
γ) Ο αριθμός των μελών της που είχαν δικαίωμα ψήφου κατά την εκάστοτε πιο πρόσφατη γενική συνέλευση για εκλογή οργάνων διοίκησης της συνδικαλιστικής οργάνωσης, ο αριθμός των μελών που ψήφισαν στις εκλογές αυτές, η σειρά εκλογής των εκλεγμένων και η σύνθεση των οργάνων διοίκησης της συνδικαλιστικής οργάνωσης, όπως προκύπτουν από υπεύθυνη δήλωση του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της. Η σειρά εκλογής των μελών και η σύνθεση των οργάνων διοίκησης της συνδικαλιστικής οργάνωσης συμπεριλαμβάνονται εφόσον η δήλωση συνοδεύεται από ρητή συγκατάθεση των μελών των οργάνων διοίκησης στην επεξεργασία των προσωπικών τους δεδομένων, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ [Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων (Γ.Κ.Π.Δ.), L 119].
δ) [Καταργείται].
5. Αν η συνδικαλιστική οργάνωση δεν έχει τη νομική μορφή του σωματείου, οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται αναλογικώς.
6. Αν η συνδικαλιστική οργάνωση δεν εγγραφεί στο ΓΕ.ΜΗ.Σ.Ο.Ε. ή δεν καταθέσει σε αυτό τα στοιχεία της παρ. 4 ή δεν τα τηρεί επικαιροποιημένα, τότε, για όσο χρόνο διαρκεί η παράλειψή της και μέχρι αυτή να αποκατασταθεί, τελούν σε αναστολή τα δικαιώματα της συνδικαλιστικής οργάνωσης να αιτηθεί την επέκταση της συλλογικής σύμβασης εργασίας, σύμφωνα με το άρθρο 404, και να προσφύγει σε μεσολάβηση και διαιτησία, σύμφωνα με τα άρθρα 409 έως 411.»
Η παρ. 2 του άρθρου 380 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου (π.δ. 62/2025, Α΄ 121), με το οποίο κωδικοποιήθηκε το άρθρο 13 του ν. 1264/1982 (Α΄ 79), περί της ψηφοφορίας, αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Τα πρακτικά διαλογής των ψηφοδελτίων και καταμέτρησης των ηλεκτρονικών ψήφων παραδίδονται την επόμενη εργάσιμη ημέρα μετά την εκλογή από τον δικαστικό αντιπρόσωπο στον γραμματέα του αρμόδιου Πρωτοδικείου και φυλάσσονται στον φάκελο της οικείας συνδικαλιστικής οργάνωσης.»
Στην παρ. 4 του άρθρου 402 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου (π.δ. 62/2025, Α΄ 121), με την οποία κωδικοποιήθηκε η παρ. 4 του άρθρου 2 της υπ’ αρ. 6/2012 Πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου (Α΄ 39), περί του χρόνου ισχύος της συλλογικής σύμβασης εργασίας, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο πρώτο εδάφιο, μετά από τις λέξεις «ή την καταγγελία τους», προστίθενται οι λέξεις «και εφαρμόζονται και στους εργαζόμενους που προσλαμβάνονται στο διάστημα αυτό», β) τα εδάφια δεύτερο και τρίτο καταργούνται, γ) στο νέο δεύτερο εδάφιο οι λέξεις «Οι όροι του δευτέρου εδαφίου που διατηρούνται,» αντικαθίστανται από τις λέξεις «Με την πάροδο του τριμήνου όλοι οι κανονιστικοί όροι της συλλογικής σύμβασης εργασίας», και η παρ. 4 διαμορφώνεται ως εξής:
«4. Οι κανονιστικοί όροι συλλογικής σύμβασης εργασίας που θα λήξει ή θα καταγγελθεί, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή την καταγγελία τους και εφαρμόζονται και στους εργαζόμενους που προσλαμβάνονται στο διάστημα αυτό. Με την πάροδο του τριμήνου όλοι οι κανονιστικοί όροι της συλλογικής σύμβασης εργασίας εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας συλλογικής σύμβασης εργασίας ή της νέας ή της τροποποιημένης ατομικής σύμβασης.»
Στο άρθρο 404 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου (π.δ. 62/2025, Α΄ 121), με το οποίο κωδικοποιήθηκε το άρθρο 11 του ν. 1876/1990 (Α΄ 27), περί της προσχώρησης και επέκτασης της εφαρμογής, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην περ. 2.1. της παρ. 2, αα) στην υποπερ. α), μετά από τις λέξεις «προς τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης», προστίθενται οι λέξεις «, εφόσον η αιτούσα οργάνωση εργαζομένων ή εργοδοτών έχει εγγραφεί στο αντίστοιχο Μητρώο της παρ. 4 του άρθρου 399», αβ) στην υποπερ. β), οι λέξεις «και την απασχόληση» αντικαθίστανται από τις λέξεις «, την απασχόληση, τις τιμές των παραγόμενων προϊόντων και υπηρεσιών και τον πληθωρισμό», β) στην περ. 2.2. της παρ. 2, βα) στην υποπερ. β), i) οι λέξεις «πενήντα τοις εκατό (50%)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «σαράντα τοις εκατό (40%)», ii) προστίθεται νέο, δεύτερο, εδάφιο, ββ) στην υποπερ. γ), οι λέξεις «και την απασχόληση» αντικαθίστανται από τις λέξεις «, την απασχόληση, τις τιμές των παραγόμενων προϊόντων και υπηρεσιών και τον πληθωρισμό», γ) στην παρ. 4, μετά από τις λέξεις «για κάθε επιχείρηση», προστίθενται οι λέξεις «, και για τον περιορισμό της ακρίβειας και τον έλεγχο του πληθωρισμού», και το άρθρο 404 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 404
Προσχώρηση και επέκταση εφαρμογής
1. Συνδικαλιστικές οργανώσεις και εργοδότες που δεν δεσμεύονται από συλλογική σύμβαση εργασίας μπορούν να προσχωρήσουν από κοινού σε συλλογική σύμβαση εργασίας που αφορά την κατηγορία τους. Συνδικαλιστική οργάνωση εργαζομένων μπορεί να προσχωρήσει σε συλλογική σύμβαση εργασίας, από την οποία δεσμεύεται ήδη ο εργοδότης. Η προσχώρηση γίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, που γνωστοποιείται στα μέρη που έχουν συνάψει τη συλλογική σύμβαση εργασίας, κατατίθεται στις κατά τόπους υπηρεσίες του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και καταχωρίζεται στο ειδικό βιβλίο συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Στην περίπτωση της προσχώρησης ισχύουν οι παρ. 2, 3, 4, 5 και 6 του άρθρου 398. Προσχώρηση σε επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας δεν είναι δυνατό να γίνει από εργοδότη ή συνδικαλιστική οργάνωση άλλης επιχείρησης.
2. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης είναι δυνατόν να εγκριθεί το πόρισμα του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας και να κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτική, για όλους τους εργαζομένους, συλλογική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση με τους εξής όρους:
2.1. Για την επέκταση συλλογικής σύμβασης εργασίας ή διαιτητικής απόφασης απαιτείται:
α) Αίτηση που υποβάλλεται από οποιοδήποτε από τους δεσμευόμενους από αυτή προς τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, εφόσον η αιτούσα οργάνωση εργαζομένων ή εργοδοτών έχει εγγραφεί στο αντίστοιχο Μητρώο της παρ. 4 του άρθρου 399.
β) Τεκμηρίωση των επιπτώσεων της επέκτασης στην ανταγωνιστικότητα, την απασχόληση, τις τιμές των παραγόμενων προϊόντων και υπηρεσιών και τον πληθωρισμό και κοινοποίηση αυτής στο Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας.
2.2. Το Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας γνωμοδοτεί αιτιολογημένα προς τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, λαμβάνοντας υπόψη:
α) Την αίτηση για επέκταση.
β) Την τεκμηριωμένη βεβαίωση της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου ότι η συλλογική ρύθμιση δεσμεύει ήδη εργοδότες, που απασχολούν ποσοστό μεγαλύτερο του σαράντα τοις εκατό (40%) των εργαζομένων του κλάδου ή του επαγγέλματος. Η παρούσα προϋπόθεση δεν απαιτείται αν η κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας συνυπογράφεται και από την τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση εργαζομένων «Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος» (Γ.Σ.Ε.Ε.), καθώς και από μία ευρύτερης εκπροσώπησης ή πανελλήνιας έκτασης οργάνωση εργοδοτών από εκείνες που συμμετέχουν στη διαδικασία καθορισμού του κατώτατου μισθού, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 141, εφόσον είναι η πλέον αντιπροσωπευτική στον συγκεκριμένο κλάδο που εμπίπτει στο πεδίο αρμοδιότητάς της.
γ) Το πόρισμα διαβούλευσης των δεσμευομένων μερών, ενώπιον του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, για την αναγκαιότητα της επέκτασης και τις επιπτώσεις της στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, τη λειτουργία του ανταγωνισμού, την απασχόληση, τις τιμές των παραγόμενων προϊόντων και υπηρεσιών και τον πληθωρισμό.
2.3. Επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα και βρίσκονται σε καθεστώς προπτωχευτικής ή παραπτωχευτικής ή πτωχευτικής διαδικασίας ή εξωδικαστικού συμβιβασμού ή οικονομικής εξυγίανσης, ανεξαρτήτως εάν στην επεκτεινόμενη συλλογική ρύθμιση προβλέπονται εξαιρέσεις από την εφαρμογή όρων για εργαζόμενους σε επιχειρήσεις, σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 396, μπορούν να εξαιρούνται από το πρώτο εδάφιο της παρ. 2, μετά από αιτιολογημένη γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, ως προς όρους ή ως προς το σύνολο της συλλογικής σύμβασης εργασίας ή διαιτητικής απόφασης, που κηρύσσεται υποχρεωτική.
3. Η επέκταση ισχύει από την ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης στην Εφημερίδα Κυβερνήσεως και η ισχύς της λήγει τρεις (3) μήνες μετά την πάροδο ισχύος της συλλογικής ρύθμισης.
4. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά από γνώμη της Ολομέλειας του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, είναι δυνατόν να εξειδικεύονται οι περιπτώσεις των επιχειρήσεων που εξαιρούνται και κάθε σχετικό θέμα για την εφαρμογή της παρούσας διάταξης, ιδίως για τη λήψη μέτρων προστασίας των υφιστάμενων θέσεων εργασίας, ειδικά για κάθε επιχείρηση, και για τον περιορισμό της ακρίβειας και τον έλεγχο του πληθωρισμού.
5. Για τους εργαζόμενους στη γεωργία, κτηνοτροφία και συναφείς εργασίες καθώς και για τους κατ’ οίκον εργαζόμενους, οι παραπάνω διατάξεις για την προσχώρηση και επέκταση συλλογικής σύμβασης εργασίας ισχύουν για τις συμβάσεις που συνάπτονται αντίστοιχα στους κλάδους αυτούς.»
Στο άρθρο 410 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου (π.δ. 62/2025, Α΄ 121), με το οποίο κωδικοποιήθηκε το άρθρο 15 του ν. 1876/1990 (Α΄ 27), περί της μεσολάβησης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο τέλος της παρ. 1, μετά από τις λέξεις «από τα ενδιαφερόμενα μέρη», προστίθενται οι λέξεις «, εφόσον έχει εγγραφεί στο αντίστοιχο Μητρώο της παρ. 4 του άρθρου 399», β) στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 2, μετά από τις λέξεις «των οριζόμενων εκπροσώπων τους,», προστίθενται οι λέξεις «η εγγραφή τους στο αντίστοιχο Μητρώο της παρ. 4 του άρθρου 399», γ) προστίθεται παρ. 2Α, δ) στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 3, μετά από τις λέξεις «από την υποβολή της αίτησης,», προστίθενται οι λέξεις «ή από την πάροδο της προθεσμίας για άσκηση αγωγής της παρ. 2Α, κατά της απόφασης της Επιτροπής του άρθρου 414Α που κρίνει την αίτηση παραδεκτή, ή από την κοινοποίηση στον Ο.ΜΕ.Δ. της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου που κρίνει ομοίως επί της αγωγής της παρ. 2Α,», και το άρθρο 410 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 410
Μεσολάβηση
1. Τον ορισμό μεσολαβητή μπορεί να ζητήσει οποιοδήποτε από τα ενδιαφερόμενα μέρη, εφόσον έχει εγγραφεί στο αντίστοιχο Μητρώο της παρ. 4 του άρθρου 399.
2. Η διαδικασία της μεσολάβησης αρχίζει με την κατάθεση σχετικής αίτησης από τα ενδιαφερόμενα μέρη που υποβάλλεται από κοινού ή χωριστά. Η αίτηση, στη δεύτερη περίπτωση, κοινοποιείται και στο άλλο μέρος. Στην αίτηση αναφέρονται η πρόσκληση που απευθύνει το ένα μέρος προς το άλλο, τα στοιχεία των μερών και των οριζόμενων εκπροσώπων τους, η εγγραφή τους στο αντίστοιχο Μητρώο της παρ. 4 του άρθρου 399, οι προτάσεις ή τα αιτήματα, οι λόγοι που τα δικαιολογούν, οι τυχόν εναλλακτικές προτάσεις και αντιπροτάσεις και οποιοδήποτε στοιχείο, το οποίο διευκολύνει τις διαπραγματεύσεις.
2Α. Αν η αίτηση της παρ. 2 δεν υποβληθεί από κοινού, η αρμόδια υπηρεσία του Ο.ΜΕ.Δ. τη διαβιβάζει στην Επιτροπή του άρθρου 414Α, εντός σαράντα οκτώ (48) ωρών από την υποβολή της, και ενημερώνει σχετικώς τους αιτούντες και αυτούς προς τους οποίους απευθύνεται η αίτηση. Η Επιτροπή εξετάζει αποκλειστικά το παραδεκτό της αίτησης με κριτήριο τη συνδρομή των νόμιμων προϋποθέσεων για υπογραφή συλλογικής σύμβασης εργασίας από τα μέρη της συλλογικής διαφοράς, σύμφωνα με τα άρθρα 396 και 399, την εγγραφή του αιτούντος ή των αιτούντων στο αντίστοιχο Μητρώο της παρ. 4 του άρθρου 399, καθώς και τη συνδρομή των προϋποθέσεων της παρ. 2 του άρθρου 397 και των παρ. 1 και 2 του άρθρου 409. Η Επιτροπή, κατά την εξέταση της αίτησης, δύναται να ζητεί την προσκόμιση κάθε στοιχείου το οποίο κρίνει αναγκαίο για τη διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων του προηγούμενου εδαφίου και τα μέρη έχουν υποχρέωση να το παρέχουν. Τα μέρη δικαιούνται να υποβάλουν υπόμνημα με τις απόψεις τους, το αργότερο επτά (7) εργάσιμες ημέρες μετά τη διαβίβαση της αίτησης σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο. Η απόφαση, η οποία λαμβάνεται ομόφωνα ή κατά πλειοψηφία, εκδίδεται εντός δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών από την υποβολή της αίτησης για μεσολάβηση, περιέχει πλήρη αιτιολογία, και κοινοποιείται στα μέρη από την αρμόδια υπηρεσία του Ο.ΜΕ.Δ. εντός μίας (1) ημέρας από την έκδοσή της. Την απόφαση δικαιούται να προσβάλει οποιοδήποτε μέρος της συλλογικής διαφοράς με αγωγή που ασκείται ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την κοινοποίησή της. Η δικάσιμος ορίζεται εντός τριάντα (30) ημερών από την κατάθεση της αγωγής, ανεξάρτητα από τον αριθμό των υποθέσεων της δικασίμου και εκδίδεται ανέκκλητη απόφαση εντός τριάντα (30) ημερών από τη δικάσιμο. Αν η απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 414Α, που κρίνει ότι η αίτηση μεσολάβησης υποβλήθηκε παραδεκτώς, δεν προσβληθεί εντός της προθεσμίας ή το Μονομελές Πρωτοδικείο κρίνει ότι η αίτηση μεσολάβησης υποβλήθηκε παραδεκτώς, εφαρμόζεται η διαδικασία των παρ. 3 έως 6, και η ανωτέρω κρίση δεσμεύει τον μεσολαβητή.
3. Ο μεσολαβητής επιλέγεται από τα μέρη από τον ειδικό κατάλογο μεσολαβητών. Σε περίπτωση ασυμφωνίας των μερών ο μεσολαβητής ορίζεται με κλήρωση. Για τον σκοπό αυτόν, ύστερα από σαράντα οκτώ (48) ώρες από την υποβολή της αίτησης, ή από την πάροδο της προθεσμίας για άσκηση αγωγής της παρ. 2Α, κατά της απόφασης της Επιτροπής του άρθρου 414Α που κρίνει την αίτηση παραδεκτή, ή από την κοινοποίηση στον Ο.ΜΕ.Δ. της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου που κρίνει ομοίως επί της αγωγής της παρ. 2Α, η αρμόδια υπηρεσία του Ο.ΜΕ.Δ. καλεί τα μέρη να προσέλθουν σε καθορισμένο τόπο και χρόνο για την επιλογή μεσολαβητή και σε περίπτωση διαφωνίας για την ανάδειξή του με κλήρωση. Η κλήρωση διεξάγεται ενώπιον του προέδρου του Ο.ΜΕ.Δ. ή του οριζομένου από αυτόν εκπροσώπου του και κάθε μέρος έχει το δικαίωμα για μία φορά να εκφράσει την άρνησή του για το κληρωθέν πρόσωπο. Με την ίδια διαδικασία ορίζεται και ο αναπληρωματικός μεσολαβητής. Μετά τον ορισμό του μεσολαβητή συντάσσεται πρακτικό ανάληψης της μεσολάβησης. Ο μεσολαβητής οφείλει να αναλάβει τα καθήκοντά του εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών το αργότερο από τον ορισμό του.
4. Ο μεσολαβητής καλεί τα μέρη σε κοινές συζητήσεις, προβαίνει σε κατ’ ιδίαν ακρόαση των μερών επί των αιτιολογημένων προτάσεων και αντιπροτάσεών τους για την κατάρτιση συλλογικής σύμβασης εργασίας που καταχωρούνται συνοπτικά σε πρακτικό μεσολάβησης, εξετάζει την οικονομική κατάσταση και εξέλιξη της ανταγωνιστικότητας της παραγωγικής δραστηριότητας στην οποία αναφέρεται η συλλογική διαφορά και την εξέλιξη της αγοραστικής δύναμης του μισθού και προβαίνει σε εξέταση προσώπων και σε οποιαδήποτε έρευνα σχετική με τους όρους εργασίας, συνεπικουρούμενος από έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες της επιλογής του.
5. Η εργοδοτική πλευρά και κάθε αρμόδια υπηρεσία έχουν την υποχρέωση να παρέχουν στον μεσολαβητή κάθε πληροφορία και να υποβοηθήσουν το έργο του. Ειδικότερα για την εργοδοτική πλευρά ισχύουν όσα περιγράφονται στην παρ. 4 του άρθρου 397.
6.α) Αν τα μέρη δεν καταλήξουν σε συμφωνία μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) εργάσιμων ημερών από την επομένη της ημέρας ανάληψης των καθηκόντων του μεσολαβητή, προθεσμία η οποία δύναται να παραταθεί με συμφωνία των μερών, ο μεσολαβητής κοινοποιεί στα μέρη αιτιολογημένη πρόταση μεσολάβησης. Στην πρόταση μεσολάβησης αναφέρονται:
i. τα μέρη που θα δεσμεύονται από την προτεινόμενη συλλογική σύμβαση εργασίας και οι εκπρόσωποι αυτών που μετείχαν στη διαδικασία μεσολάβησης,
ii. ο τρόπος προσφυγής στη μεσολάβηση,
iii. τα θέματα που τέθηκαν σε διαπραγμάτευση στη διαδικασία μεσολάβησης,
iv. τα στοιχεία, υπομνήματα κ.λπ. με τα οποία τα μέρη τεκμηρίωσαν τις προτάσεις και αντιπροτάσεις τους, v. τα ζητήματα στα οποία επήλθε συμφωνία,
vi. τα ζητήματα στα οποία διατηρήθηκε η διαφωνία και επί των οποίων ο μεσολαβητής αιτιολογεί την ουσιαστική κρίση της πρότασής του κατά τα οριζόμενα στην παρ. 6 του άρθρου 411 και
vii. ρητή διατύπωση όλων των όρων της προτεινόμενης συλλογικής σύμβασης εργασίας, χωρίς παραπομπές σε άλλες ρυθμίσεις.
Ο μεσολαβητής έχει δικαίωμα, με αιτιολογημένη απόφασή του, να απόσχει από την υποβολή πρότασης τάσσοντας προθεσμία στα μέρη για συνέχιση των διαβουλεύσεων, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από τρεις (3) ούτε μεγαλύτερη από έξι (6) εργάσιμες ημέρες και η οποία δύναται να παραταθεί με συμφωνία των μερών. Το δικαίωμα του προηγούμενου εδαφίου παρέχεται άπαξ στον μεσολαβητή. Αν τα μέρη δεν καταλήξουν σε συμφωνία ή αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία που τέθηκε, ο μεσολαβητής κοινοποιεί στα μέρη αιτιολογημένη πρόταση μεσολάβησης με τα στοιχεία που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας περίπτωσης.
β) Αν τα μέρη δεν γνωστοποιήσουν εγγράφως την αποδοχή της πρότασης του μεσολαβητή μέσα σε πέντε (5) εργάσιμες ημέρες από την κοινοποίησή της, θεωρείται ότι την απέρριψαν. Η αποδοχή ή η απόρριψη της πρότασης κοινοποιείται και στο άλλο μέρος. Η πρόταση του μεσολαβητή είναι δυνατό να δημοσιεύεται από αυτόν στον ημερήσιο ή/και στον περιοδικό τύπο.
γ) Εφόσον η πρόταση γίνεται δεκτή ο μεσολαβητής καλεί τα μέρη για την υπογραφή συλλογικής σύμβασης εργασίας.»
Στο άρθρο 411 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου (π.δ. 62/2025, Α΄ 121), με το οποίο κωδικοποιήθηκε το άρθρο 16 του ν. 1876/1990 (Α΄ 27), περί της διαιτησίας πρώτου βαθμού, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στον τίτλο, μετά από τη λέξη «Διαιτησία», διαγράφονται οι λέξεις «- πρώτος βαθμός», β) στο πρώτο εδάφιο της παρ. 2, μετά από τις λέξεις «από οποιοδήποτε μέρος,», προστίθενται οι λέξεις «εφόσον έχει εγγραφεί στο αντίστοιχο Μητρώο της παρ. 4 του άρθρου 399,», γ) προστίθεται παρ. 2Α, δ) στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 4, μετά από τις λέξεις «από την προσφυγή στη διαιτησία,» προστίθενται οι λέξεις «ή από την πάροδο της προθεσμίας για άσκηση αγωγής της παρ. 2Α, κατά της απόφασης της Επιτροπής του άρθρου 414Α που κρίνει την αίτηση παραδεκτή, ή από την κοινοποίηση στον Ο.ΜΕ.Δ. της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου που κρίνει ομοίως επί της αγωγής της παρ. 2Α,», και το άρθρο 411 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 411
Διαιτησία
1. Η προσφυγή στη διαιτησία μπορεί να γίνεται σε οποιοδήποτε στάδιο των διαπραγματεύσεων με συμφωνία των μερών.
2. Είναι δυνατή η προσφυγή στη διαιτησία μονομερώς από οποιοδήποτε μέρος, εφόσον έχει εγγραφεί στο αντίστοιχο Μητρώο της παρ. 4 του άρθρου 399, ως έσχατο και επικουρικό μέσο επίλυσης συλλογικών διαφορών εργασίας, μόνο στις εξής περιπτώσεις:
α) Εάν η συλλογική διαφορά αφορά επιχειρήσεις δημόσιου χαρακτήρα ή κοινής ωφέλειας, η λειτουργία των οποίων έχει ζωτική σημασία για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 415.
β) Εάν η συλλογική διαφορά αφορά στη σύναψη συλλογικής σύμβασης εργασίας και αποτύχουν οριστικά οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών και η επίλυσή της επιβάλλεται από υπαρκτό λόγο γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος συνδεόμενο με τη λειτουργία της ελληνικής οικονομίας.
Οριστική αποτυχία των διαπραγματεύσεων θεωρείται ότι υπάρχει εφόσον σωρευτικώς έληξε η κανονιστική ισχύς τυχόν υπάρχουσας συλλογικής σύμβασης εργασίας σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 402 και έχει εξαντληθεί κάθε άλλο μέσο συνεννόησης και συνδικαλιστικής δράσης, ενώ το μέρος που προσφεύγει μονομερώς στη διαιτησία συμμετείχε στη διαδικασία μεσολάβησης και αποδέχθηκε την πρόταση μεσολάβησης. Η αίτηση μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία πρέπει να περιέχει και πλήρη αιτιολογία σχετικά με τη συνδρομή των προϋποθέσεων που τη δικαιολογούν, η δε διαιτητική απόφαση που εκδίδεται επί αυτής είναι άκυρη εάν δεν περιέχει και πλήρη αιτιολογία σχετικά με τη συνδρομή των προϋποθέσεων που δικαιολογούν τη μονομερή προσφυγή στη διαιτησία.
2Α. Αν η αίτηση της παρ. 2 δεν υποβληθεί από κοινού, η αρμόδια υπηρεσία του Ο.ΜΕ.Δ. τη διαβιβάζει στην Επιτροπή του άρθρου 414Α, εντός σαράντα οκτώ (48) ωρών από την υποβολή της, και ενημερώνει σχετικώς τους αιτούντες και αυτούς προς τους οποίους απευθύνεται η αίτηση. Η Επιτροπή εξετάζει τη συνδρομή των προϋποθέσεων της παρ. 2, καθώς και το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παρ. 2Α του άρθρου 410, που εφαρμόζεται αναλόγως, εκτός αν τούτο έχει ήδη κριθεί στο στάδιο της μεσολάβησης. Η Επιτροπή, κατά την εξέταση της αίτησης, δύναται να ζητεί την προσκόμιση κάθε στοιχείου το οποίο κρίνει αναγκαίο για τη διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων του προηγούμενου εδαφίου και τα μέρη έχουν υποχρέωση να το παρέχουν. Τα μέρη δικαιούνται να υποβάλουν υπόμνημα με τις απόψεις τους, το αργότερο επτά (7) εργάσιμες ημέρες μετά τη διαβίβαση της αίτησης σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο. Η απόφαση, η οποία λαμβάνεται ομόφωνα ή κατά πλειοψηφία, εκδίδεται εντός δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών από την υποβολή της αίτησης για διαιτησία, ή εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών, εφόσον είχε εκδοθεί απόφαση της Επιτροπής στο στάδιο της μεσολάβησης, περιέχει πλήρη αιτιολογία, και κοινοποιείται από την αρμόδια υπηρεσία του Ο.ΜΕ.Δ. εντός μίας (1) ημέρας από την έκδοσή της στα μέρη. Την απόφαση δικαιούται να προσβάλει οποιοδήποτε μέρος της συλλογικής διαφοράς με αγωγή που ασκείται ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την κοινοποίησή της. Η δικάσιμος ορίζεται εντός τριάντα (30) ημερών από την κατάθεση της αγωγής ανεξάρτητα από τον αριθμό των υποθέσεων της δικασίμου και εκδίδεται ανέκκλητη απόφαση εντός τριάντα (30) ημερών από τη δικάσιμο. Αν η απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 414Α, που κρίνει ότι η αίτηση διαιτησίας υποβλήθηκε παραδεκτώς, δεν προσβληθεί εντός της προθεσμίας ή το Μονομελές Πρωτοδικείο κρίνει ότι η αίτηση διαιτησίας υποβλήθηκε παραδεκτώς, εφαρμόζεται η διαδικασία των παρ. 3 έως 9, και η ανωτέρω κρίση δεσμεύει την επιτροπή διαιτησίας. Σε περίπτωση άσκησης αγωγής περί του κύρους διαιτητικής απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 413, μπορεί να συμπροσβληθεί και η απόφαση της Επιτροπής, ως προκριματικό ζήτημα.
3. Η διαιτησία διεξάγεται από έναν διαιτητή ή από τριμελή επιτροπή διαιτησίας, αν το ζητήσει ένα εκ των μερών. Σε περίπτωση μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία σύμφωνα με την παρ. 2, διεξάγεται από τριμελή επιτροπή διαιτησίας.
4. Ο διαιτητής ή οι διαιτητές της τριμελούς επιτροπής διαιτησίας και οι αναπληρωτές τους επιλέγονται, και ο ορισμός ενός εκ των διαιτητών ως προέδρου της επιτροπής γίνεται, με συμφωνία των μερών από τον κατάλογο διαιτητών του Ο.ΜΕ.Δ. και σε περίπτωση ασυμφωνίας, με κλήρωση. Εντός σαράντα οκτώ (48) ωρών από την προσφυγή στη διαιτησία, ή από την πάροδο της προθεσμίας για άσκηση αγωγής της παρ. 2Α, κατά της απόφασης της Επιτροπής του άρθρου 414Α που κρίνει την αίτηση παραδεκτή ή από την κοινοποίηση στον Ο.ΜΕ.Δ. της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου που κρίνει ομοίως επί της αγωγής της παρ. 2Α, η αρμόδια υπηρεσία του Ο.ΜΕ.Δ. καλεί τα μέρη να προσέλθουν σε καθορισμένο τόπο και χρόνο για την επιλογή διαιτητή ή επιτροπής διαιτησίας και του προέδρου της, καθώς και των αναπληρωτών τους. Η επιλογή ή η κλήρωση διεξάγεται ενώπιον του προέδρου του Ο.ΜΕ.Δ. ή του οριζομένου από αυτόν εκπροσώπου του. Κάθε μέρος έχει το δικαίωμα να εκφράσει μία φορά άρνηση για το κληρωθέν πρόσωπο. Ο διαιτητής και η τριμελής επιτροπή διαιτησίας οφείλουν να αναλάβουν τα καθήκοντά τους εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών από τον ορισμό τους.
5. Ο διαιτητής και η επιτροπή διαιτησίας έχουν τα ίδια δικαιώματα με τον μεσολαβητή. Μελετούν όλα τα στοιχεία και πορίσματα που συγκεντρώθηκαν στο στάδιο της μεσολάβησης και τα πρόσθετα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά τη διαδικασία της διαιτησίας και κυρίως τα οικονομικά και χρηματοοικονομικά στοιχεία, την εξέλιξη της ανταγωνιστικότητας και την οικονομική κατάσταση των ασθενέστερων επιχειρήσεων της παραγωγικής δραστηριότητας, στην οποία αναφέρεται η συλλογική διαφορά, καθώς και την εξέλιξη της αγοραστικής δύναμης του μισθού.
6. Η διαιτητική απόφαση πρέπει να περιέχει πλήρη και τεκμηριωμένη αιτιολογία σχετικά με τους όρους που τίθενται σε αυτή και οι οποίοι δεν μπορούν να έρχονται σε αντίθεση ή να τροποποιούν προβλέψεις της κείμενης νομοθεσίας. Στη διαιτητική απόφαση διατυπώνονται ρητώς όλοι οι κανονιστικοί όροι. Κανονιστικοί όροι άλλων ισχυουσών συλλογικών ρυθμίσεων εξακολουθούν να ισχύουν με τη διαιτητική απόφαση. Η πληρότητα της αιτιολογίας ελέγχεται δικαστικά, σύμφωνα με το άρθρο 413.
7. Η διαιτητική απόφαση εκδίδεται σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την ανάληψη των καθηκόντων του διαιτητή ή της επιτροπής διαιτησίας, αν προηγήθηκε μεσολάβηση, και σε διάστημα τριάντα πέντε (35) ημερών, αν δεν προηγήθηκε. Η απόφαση της επιτροπής διαιτησίας λαμβάνεται ομόφωνα ή κατά πλειοψηφία. Η διαιτητική απόφαση κοινοποιείται από την αρμόδια υπηρεσία του Ο.ΜΕ.Δ. εντός πέντε (5) ημερών από την έκδοσή της στα δεσμευόμενα από αυτή μέρη.
8. Η απόφαση της διαιτησίας εξομοιώνεται με συλλογική σύμβαση εργασίας και ισχύει από την επομένη της υποβολής της αίτησης για μεσολάβηση, εκτός εάν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.
9. Στις περιπτώσεις προσφυγής στη διαιτησία αναστέλλεται η άσκηση του δικαιώματος της απεργίας για διάστημα δέκα (10) ημερών από την ημέρα της προσφυγής.»
Στο άρθρο 413 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου (π.δ. 62/2025, Α΄ 121), με το οποίο κωδικοποιήθηκε το άρθρο 16Β του ν. 1876/1990 (Α΄ 27), περί του δικαστικού ελέγχου των διαιτητικών αποφάσεων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1, αα) οι λέξεις «Σε περίπτωση που δεν ασκηθεί έφεση, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 412, κατά απόφασης διαιτησίας που εκδόθηκε με τη διαδικασία του άρθρου 411, τα μέρη» αντικαθίστανται από τις λέξεις «Τα μέρη», αβ) οι λέξεις «από την πάροδο της προθεσμίας εφέσεως του άρθρου 412» αντικαθίστανται από τις λέξεις «από την κοινοποίηση της απόφασης», β) η παρ. 2 καταργείται, γ) στην παρ. 3, οι λέξεις «των παρ. 1 και 2» αντικαθίστανται από τις λέξεις «της παρ. 1», και το άρθρο 413 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 413
Δικαστικός έλεγχος των διαιτητικών αποφάσεων
1. Τα μέρη, εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης, μπορούν να ασκήσουν αγωγή περί του κύρους αυτής, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου κατά το άρθρο 16 παρ. 5 του ΚΠολΔ. Η αγωγή αυτή εκδικάζεται κατά τη διαδικασία της παρ. 3 του άρθρου 614 και των άρθρων 621 και 622 του ίδιου Κώδικα. Η σχετική αγωγή εγείρεται από συμμετέχοντα στη συλλογική διαφορά μέρη, η δε απόφαση που εκδίδεται ισχύει για όλα τα δεσμευόμενα από τη διαιτητική απόφαση μέρη. Η δικάσιμος ορίζεται εντός σαράντα πέντε (45) ημερών από την κατάθεση της αγωγής ανεξάρτητα από τον αριθμό των υποθέσεων της δικασίμου. Η έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκείται εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την επίδοση της πρωτόδικης απόφασης. Η δικάσιμος της έφεσης ορίζεται εντός τριάντα (30) ημερών από την άσκησή της. Η προθεσμία κλήτευσης είναι δεκαπέντε (15) ημέρες πριν από τη συζήτηση.
2. [Καταργείται].
3. Η άσκηση της αγωγής της παρ. 1 αναστέλλει την ισχύ της προσβαλλόμενης διαιτητικής απόφασης μέχρι την έκδοση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης επί της αγωγής.»
Στον Κώδικα Εργατικού Δικαίου (π.δ. 62/2025, Α΄ 121), μετά από το άρθρο 414, προστίθεται άρθρο 414Α, ως εξής:
«Άρθρο 414Α
Επιτροπή Ελέγχου Παραδεκτού
1. Συστήνεται και λειτουργεί στον Οργανισμό Μεσολάβησης και Διαιτησίας (Ο.ΜΕ.Δ.) Επιτροπή Ελέγχου Παραδεκτού, η οποία έχει τις αρμοδιότητες που ορίζονται στην παρ. 2Α του άρθρου 410 και στην παρ. 2Α του άρθρου 411.
2. Η Επιτροπή είναι τριμελής και απαρτίζεται από: α) έναν (1) αφυπηρετήσαντα ανώτατο δικαστικό λειτουργό, ως Πρόεδρο, με τον αναπληρωτή του,β) έναν (1) εν ενεργεία, οποιασδήποτε βαθμίδας, ή ομότιμο καθηγητή Νομικής Σχολής Α.Ε.Ι., στο γνωστικό αντικείμενο του εργατικού δικαίου, με τον αναπληρωτή του, και γ) έναν (1) εν ενεργεία, οποιασδήποτε βαθμίδας, ή ομότιμο καθηγητή Οικονομικών Α.Ε.Ι., στο γνωστικό αντικείμενο των οικονομικών της εργασίας, με τον αναπληρωτή του.
3. Τα μέλη της Επιτροπής ορίζονται κατά αυξημένη πλειοψηφία των οκτώ (8) μελών από το Διοικητικό Συμβούλιο του Ο.ΜΕ.Δ. με τριετή θητεία, η οποία μπορεί να ανανεωθεί, και απολαμβάνουν πλήρους ανεξαρτησίας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
4. Η αμοιβή των μελών της Επιτροπής καθορίζεται με τον Κανονισμό Αμοιβών του Ο.ΜΕ.Δ., ο οποίος εκδίδεται κατά τη διαδικασία της παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 1876/1990 (Α΄ 27).»
1. Το άρθρο 3, περί της επικουρικής αρμοδιότητας της τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης «Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος» (Γ.Σ.Ε.Ε.) προς σύναψη κλαδικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας, και το άρθρο 4, περί του προσδιορισμού του πεδίου εφαρμογής των κλαδικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας, εφαρμόζονται σε συλλογικές συμβάσεις εργασίας που υπογράφονται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, ανεξαρτήτως του χρόνου έναρξης των διαπραγματεύσεων.
2. Το άρθρο 7, περί της παράδοσης των πρακτικών διαλογής ψηφοδελτίων και περί της καταμέτρησης των ηλεκτρονικών ψήφων στο Πρωτοδικείο, εφαρμόζεται και για τις τελευταίες αρχαιρεσίες των συνδικαλιστικών οργανώσεων πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος, ανεξάρτητα του χρόνου διενέργειάς τους. Στην περίπτωση αυτή, τα πρακτικά παραδίδονται στο Πρωτοδικείο από τον δικαστικό αντιπρόσωπο και σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος του τελευταίου από τον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου της οικείας οργάνωσης, εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.
3. Το άρθρο 8, περί της μετενέργειας όλων των κανονιστικών όρων των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, εφαρμόζεται σε συλλογικές συμβάσεις εργασίας που υπογράφονται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, ανεξαρτήτως του χρόνου έναρξης των διαπραγματεύσεων, καθώς και σε διαιτητικές αποφάσεις που εκδίδονται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.
4. Εκκρεμείς διαδικασίες μεσολάβησης, έως και την 25η Φεβρουαρίου 2026, ενώπιον μεσολαβητή του Ο.ΜΕ.Δ., του άρθρου 410 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου (π.δ. 62/2025, Α΄ 121), ολοκληρώνονται κατά την ισχύουσα κατά τη δημοσίευση του παρόντος διαδικασία.
5. Εκκρεμείς διαδικασίες διαιτησίας, έως και την 25η Φεβρουαρίου 2026, ενώπιον του πρώτου και δεύτερου βαθμού διαιτησίας των άρθρων 411 και 412, αντίστοιχα, του Κώδικα Εργατικού Δικαίου ολοκληρώνονται με την ισχύουσα κατά τη δημοσίευση του παρόντος διαδικασία.
6. Εκκρεμείς αγωγές, έως και την 25η Φεβρουαρίου 2026, ενώπιον του Εφετείου περί του κύρους απόφασης δευτεροβάθμιας επιτροπής διαιτησίας, του άρθρου 413 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου, ολοκληρώνονται με την ισχύουσα κατά τη δημοσίευση του παρόντος διαδικασία.
Από την 25η Φεβρουαρίου 2026 καταργούνται το άρθρο 412 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου (π.δ. 62/2025, Α΄ 121) και το κωδικοποιηθέν άρθρο 16Α του ν. 1876/1990 (Α΄ 27), περί της έφεσης κατά της απόφασης διαιτησίας.
1. Η ισχύς του παρόντος αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, με την επιφύλαξη της παρ. 2.
2. Η ισχύς του άρθρου 15 του παρόντος αρχίζει από την 25η Φεβρουαρίου 2026.
Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.
Αθήνα, 16 Φεβρουαρίου 2026
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΝ. ΤΑΣΟΥΛΑΣ
