Ορισμοί

Βλέπετε τις εγγραφές : 1251 - 1300, σε σύνολο 1438
A | D | E | F | G | I | J | L | N | O | P | R | S | T | Y |   | Α | Β | Γ | Δ | Έ | Ζ | Η | Θ | Ί | Κ | Λ | Μ | Ν | Ό | Π | Ρ | Σ | Τ | Υ | Φ | Χ | Ψ | Ω
Συσκευή αερολυµάτων (αεροζόλ)
Ορισμός 1: Το σύνολο το αποτελούµενο από ένα δοχείο µεταλλικό, υάλινο ή πλαστικό µιας χρήσεως περιέχον συµπιεσµένο αέριο, υγροποιηµένο ή διαλυµένο υπό πίεση µετά ή άνευ υγρού, αλοιφής ή κόνεως και εφοδιασµένο µε διάταξη εκποµπής επιτρέπουσα την έξοδο του περιεχοµένου υπό µορφή στερεών ή υγρών σωµατιδίων εν αιωρήσει εντός αερίου, ή υπό µορφή αφρού, αλοιφής ή κόνεως ή σε υγρά κατάσταση. 

Συσκευή που περιέχει PCB
Ορισμός 1: Κάθε συσκευή που περιέχει ή περιείχε PCB (π.χ. μετασχηματιστές, πυκνωτές, υποδοχείς που περιέχουν υπολειμματικά αποθέματα) η οποία δεν έχει απολυμανθεί. Συσκευές τύπου που ενδέχεται να περιέχουν PCB θεωρούνται ως συσκευές που περιείχαν PCB εκτός εάν είναι εύλογο να υποτεθεί το αντίθετο.

Σύστημα
Ορισμός 1: Ο συνδυασμός μηχανημάτων ή δικτύων ή εγκαταστάσεων, που εξυπηρετεί μία ή και περισσότερες φάσεις του έργου.

Σύστημα CNG
Ορισμός 1: Συγκρότημα εξαρτημάτων [δεξαμενή(-ές) καυσίμου ή φιάλη(-ες), βαλβίδες, εύκαμπτες γραμμές καυσίμου κ.λπ.] και συνδετικών μερών (άκαμπτες γραμμές καυσίμου, σύνδεσμοι σωληνώσεων κ.λπ.) τοποθετημένο σε μηχανοκίνητα οχήματα που χρησιμοποιούν CNG στο σύστημα προώθησής τους.

Σύστημα LNG
Ορισμός 1: Συγκρότημα εξαρτημάτων (δεξαμενές, βαλβίδες, εύκαμπτες γραμμές καυσίμου κ.λπ.) και συνδετικών μερών (γραμμές καυσίμου, σύνδεσμοι κ.λπ.) τοποθετημένο σε μηχανοκίνητα οχήματα που χρησιμοποιούν LNG στο σύστημα προώθησής τους και σχετικών εξαρτημάτων, έως και εξατμιστήρα. Άλλα τμήματα σε επόμενα στάδια από τον εξατμιστήρα θεωρούνται εξαρτήματα CNG.

Σύστημα διαδοχικής παροχής
Ορισμός 1: Η διαβάθμιση των μέσων αποθήκευσης του φυσικού αερίου σε διάφορα επίπεδα πίεσης. Ο συνολικός όγκος του αποθηκευμένου φυσικού αερίου αποθηκεύεται σε κυλίνδρους σε διαφορετικά επίπεδα πίεσης, έτσι ώστε να επιτυγχάνεται η ταχεία πλήρωση των οχημάτων.

Σύστηµα διαθέσεως λυµάτων ή βιοµηχανικών αποβλήτων
Ορισμός 1: Το σύνολον των εγκαταστάσεων επεξεργασίας και διαθέσεως αυτών εις επιφανειακά ύδατα ή το έδαφος. 

Σύστημα διαχείρισης έκτακτης ανάγκης
Ορισμός 1: Το νομικό ή διοικητικό πλαίσιο που θεσπίζει ευθύνες για την ετοιμότητα και απόκριση σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, καθώς και μηχανισμοί για τη λήψη αποφάσεων στην περίπτωση κατάστασης έκθεσης έκτακτης ανάγκης.

Σύστημα Εναλλακτικής Διαχείρισης (ΣΕΔ)
Ορισμός 1: Η οργάνωση, σε ατομική ή συλλογική βάση, της εναλλακτικής διαχείρισης αποβλήτων σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο οικείο ΠΔΕΠ. Τα ΣΕΔ εξυπηρετούν αποκλειστικά σκοπούς δημόσιου συμφέροντος.

Σύστημα επιστροφής εγγύησης
Ορισμός 1: Δέσμη μέτρων και μηχανισμών για την οργανωμένη επιστροφή προϊόντος ή αποβλήτου, κατά την οποία ο αγοραστής του προϊόντος καταβάλλει στον πωλητή χρηματικό αντίτιμο (εγγυοδοτικό αντίτιμο), το οποίο του αποδίδεται κατά την επιστροφή του προϊόντος με σκοπό την επαναχρησιμοποίησή του ή κατά την επιστροφή του αποβλήτου με σκοπό την εναλλακτική διαχείρισή του.

Σύστημα κατάσβεσης
Ορισμός 1: Σύστημα που έχει σχεδιαστεί για τη δυναμική σταθεροποίηση, μείωση ή εξάλειψη του ρυθμού εξάπλωσης της φλόγας ή έκλυσης θερμότητας ή συνεπαγόμενης παραγωγής αερίων καύσης.

Σύστημα πληρωμών τέλους
Ορισμός 1: Σύστημα το οποίο διαχειρίζεται η Δ.Α.Π.Ε.Ε.Π. Α.Ε. και μέσω του οποίου πραγματοποιείται η πληρωμή από τους ενδιαφερόμενους του Τέλους Δέσμευσης Εγκατάστασης Φυσικού Χώρου και του Τέλους Παράτασης Εγκατάστασης και Δέσμευσης Ηλεκτρικού Χώρου.

Σύστημα σωληνώσεων
Ορισμός 1: Το σύστημα σωληνώσεων αποτελείται από σωλήνες, φλάντζες, εξαρτήματα, βαλβίδες και βοηθητικό εξοπλισμό για τη διαμετακόμιση προϊόντων πετρελαίου ή υγρών λειτουργίας.

Σύστημα χωρικού σχεδιασμού
Ορισμός 1: Το κυρίως σύστημα χωρικού σχεδιασμού περιλαμβάνει το σύνολο των χωροταξικών πλαισίων και πολεοδομικών σχεδίων που περιγράφονται στις διατάξεις του παρόντος και στη λοιπή κείμενη νομοθεσία, όπως αυτά διαρθρώνονται συστηματικά και ιεραρχούνται σε επίπεδα, με βάση τη γεωγραφική κλίμακα στην οποία αναφέρονται, την αποστολή και το περιεχόμενό τους. Το ευρύτερο σύστημα χωρικού σχεδιασμού περιλαμβάνει το σύνολο των νομοθετικών και κανονιστικών πράξεων χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού.

Σφαίρα (σωληνώσεις)
Ορισμός 1: Σφαίρα από ελαστικό υλικό που χρησιμοποιείται για το διαχωρισμό διαδοχικών κατηγοριών πετρελαιοειδών σε σωληνώσεις πολλαπλών προϊόντων. Σχετικό επίσης «γουρουνάκι».

Σφύρες εκτόνωσης
Ορισμός 1: Βλέπε μηχανήματα συμπύκνωσης.

Σχέδια για την ποιότητα του αέρα
Ορισμός 1: Τα σχέδια που ορίζουν μέτρα για την επίτευξη των οριακών τιμών ή των τιμών στόχων.

Σχέδια δράσης
Ορισμός 1: Σχέδια για τη διαχείριση των προβλημάτων και των επιπτώσεων του θορύβου, συμπεριλαμβανομένης εν ανάγκη της μείωσης του θορύβου.

Σχέδια ισότητας
Ορισμός 1: Σύνολο ολοκληρωμένων και αλληλοσυμπληρούμενων παρεμβάσεων, τα οποία εκπονούνται από δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς, καθώς και από επιχειρήσεις του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, εφαρμόζονται ύστερα από ανάλυση της υφιστάμενης κοινωνικής πραγματικότητας, θέτουν συγκεκριμένους στόχους, στρατηγικές και πρακτικές για την επίτευξη της ουσιαστικής ισότητας των φύλων και περιλαμβάνουν προβλέψεις για την υιοθέτηση αποτελεσματικών συστημάτων παρακολούθησης και αξιολόγησης των καθορισμένων στόχων και υποβάλλονται στη Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων, η οποία τα διαβιβάζει προς την Επιτροπή Ισότητας της Βουλής.

Σχεδιάγραμμα διαφυγής
Ορισμός 1: Σχέδιο όπου απεικονίζονται τα αναγκαία στοιχεία διαφυγής που δύναται να περιλαμβάνουν τις απαιτούμενες πληροφορίες εκκένωσης, διάσωσης και πρώτης επέμβασης.

Σχέδιο απόκρισης σε έκτακτη ανάγκη
Ορισμός 1: Τα μέτρα για τον σχεδιασμό επαρκούς απόκρισης στην περίπτωση μιας κατάστασης έκθεσης έκτακτης ανάγκης βάσει υποθετικών περιστατικών και συναφών σεναρίων.

Σχέδιο μελέτης
Ορισμός 1: Ένα έγγραφο στο οποίο καθορίζονται οι στόχοι και καταστρώνεται η πειραματική φάση για τη διεξαγωγή της μελέτης και περιλαμβάνονται οι τυχόν τροποποιήσεις.

Σχέση δόσης−επίδρασης
Ορισμός 1: Η σχέση μεταξύ της τιμής του δείκτη θορύβου και της επιβλαβούς επίδρασης.

Σωλήνας πλήρωσης εξ αποστάσεως
Ορισμός 1: Σωλήνας πλήρωσης σε δεξαμενή της οποίας, η σύνδεση με τον εύκαμπτο σωλήνα του οχήματος παράδοσης προϊόντος, βρίσκεται σε κάποια απόσταση από τη δεξαμενή.

Τακτοποίηση
Ορισμός 1: Κάθε οριοθέτηση φορτίου εντός ενός χώρου φορτίου, είτε μερική ή ολική.

Ταχεία πλήρωση
Ορισμός 1: Η διαδικασία πλήρωσης, η οποία είναι συγκρίσιμη χρονικά (σε διάρκεια) με αυτή της πλήρωσης των οχημάτων με υγρά καύσιμα.

Τελική έξοδος
Ορισμός 1: Είναι η κατάληξη μιας όδευσης διαφυγής από κτίριο, που οδηγεί σε οδό ή ανοικτό χώρο ασφαλή από τον κίνδυνο της φωτιάς ή/και του καπνού.

Τελική έξοδος
Ορισμός 1: Η έξοδος κινδύνου στον όροφο εκκένωσης του κτιρίου όπου καταλήγουν οι οδεύσεις διαφυγής και η οποία οδηγεί απ’ ευθείας εκτός του κτιρίου σε ασφαλή υπαίθριο χώρο που συνέχεται με κοινόχρηστο χώρο της πόλης ή του οικισμού.

Τέλος Άδειας Έρευνας Υπεράκτιων Αιολικών Πάρκων
Τερατολογία
Ορισμός 1: Η μελέτη των δυσμενών επιδράσεων στον αναπτυσσόμενο οργανισμό, που μπορεί να προκύψουν από την έκθεση πριν από τη σύλληψη, κατά τη διάρκεια της προγεννητικής ανάπτυξης ή μεταγεννητικώς μέχρι την εποχή της σεξουαλικής ωρίμανσης. Στις σημαντικότερες εκδηλώσεις της τοξικότητας στην ανάπτυξη περιλαμβάνονται 
1. ο θάνατος του οργανισμού 
2. ανατομικές ανωμαλίες 
3. μη φυσιολογική αύξηση του οργανισμού και 
4. λειτουργική ανεπάρκεια. (βλέπε αναπτυξιακή τοξικολογία).
 

Τεταρτημοριακό μισθολογικό κλιμάκιο
Ορισμός 1: Καθεμία από τις τέσσερις ίσες ομάδες εργαζομένων, στις οποίες διαιρούνται ανάλογα με τα επίπεδα αμοιβής τους, από το χαμηλότερο στο υψηλότερο.

Τεχνικές υπηρεσίες και λοιπές συναφείς επιστημονικές υπηρεσίες
Ορισμός 1: Οι υπηρεσίες που συνίστανται στην παροχή γνώσεων και ικανοτήτων με τη διάθεση κυρίως συγκεκριμένου επιστημονικού προσωπικού και άλλων μέσων επί ορισμένου χρόνου, που προσδιορίζεται είτε ημερολογιακά είτε σε συνάρτηση με ορισμένο γεγονός της παραγωγικής διαδικασίας. Οι τεχνικές υπηρεσίες μπορούν να έχουν ως αντικείμενο, ιδίως: α) τη σύνταξη των τευχών δημοσίου διαγωνισμού έργου, μελέτης ή τεχνικής ή άλλης συναφούς επιστημονικής υπηρεσίας, β) τον έλεγχο και την επίβλεψη έργου ή μελέτης και γ) την υποστήριξη της αναθέτουσας αρχής στη διεξαγωγή ανάθεσης σύμβασης μελέτης, έργου ή τεχνικής ή άλλης συναφούς επιστημονικής υπηρεσίας, στην επίβλεψη ή έλεγχο μελέτης και στη διοίκηση ή επίβλεψη ή έλεγχο έργου.

Τεχνική προδιαγραφή
Ορισμός 1: Έγγραφο με το οποίο ορίζονται τα απαιτούμενα τεχνικά χαρακτηριστικά προϊόντος, διεργασίας ή υπηρεσίας, κατά την έννοια του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1025/2012.

Ορισμός 2: Έγγραφο που ορίζει τις τεχνικές απαιτήσεις που πρέπει να ικανοποιεί ένα προϊόν, μια διεργασία, μια υπηρεσία ή ένα σύστημα και το οποίο καθορίζει τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά του προϊόντος, της διεργασίας, της υπηρεσίας, ή του συστήματος.

Ορισμός 3: Έγγραφο με το οποίο ορίζονται τα απαιτούμενα τεχνικά χαρακτηριστικά που πρέπει να πληροί ένας ανελκυστήρας ή ένα κατασκευαστικό στοιχείο ασφάλειας για ανελκυστήρες

Τεχνικό έργο
Ορισμός 1: Κάθε οικοδομική ή άλλη εργοταξιακή κατασκευή ορισμένης χρονικής διάρκειας, όπως ανέγερση, προσθήκη, επισκευή, καθαίρεση και ηλεκτρομηχανολογική εγκατάσταση.

Τεχνικό συμβούλιο
Ορισμός 1: Το συλλογικό όργανο που έχει την αρμοδιότητα να γνωμοδοτεί στον εργοδότη για την έκδοση αποφάσεων, όταν προβλέπεται από την κείμενη νομοθεσία ή ζητείται από την αναθέτουσα ή την προϊσταμένη αρχή.

Τεχνικός ασφάλειας
Ορισμός 1: Σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του Π.Δ. 17/1996 (ΦΕΚ 11/Α`/18.1.1996) , του Π.Δ. 70/1990 (ΦΕΚ 31/Α`/14.3.1990) και του Ν. 1568/1985 (ΦΕΚ 177/Α`/18.10.1985).

Τεχνικός Μηχανικός Εγκαταστάσεων (ΤΜΕ)
Ορισμός 1: Ο εργαζόμενος ο οποίος έχει ως κύριο αντικείμενο, την τεχνική επιτήρηση της λειτουργίας, την τεχνική υποστήριξη/επισκευή/συντήρηση και την αναβάθμιση του μηχανολογικού εξοπλισμού των αναφερόμενων εγκαταστάσεων στο άρθρο 1 παρ. 2.1. "Συντήρηση, επισκευή και επιτήρηση της λειτουργίας μηχανολογικών εγκαταστάσεων: α) σε βιομηχανίες και βιοτεχνίες, β) σε εγκαταστάσεις εξόρυξης ορυκτών και μεταλλευμάτων, γ) σε εγκαταστάσεις άντλησης αργού πετρελαίου και φυσικού αερίου, δ) σε εγκαταστάσεις παραγωγής και διανομής ηλεκτρικού ρεύματος, φυσικού αερίου και ατμού, ε) σε ηλεκτρολογικές ή μηχανολογικές εγκαταστάσεις εξυπηρέτησης βιομηχανιών και κτηρίων, και ειδικότερα πάσης φύσεως ατμολέβητες, στ) σε εγκαταστάσεις συλλογής, επεξεργασίας και διάθεσης απορριμμάτων, αποβλήτων και ανάκτησης υλικών, και ζ) σε εγκαταστάσεις αποθήκευσης επικίνδυνων υλικών.".

Τεχνικός υπεύθυνος Ε.Α.Κ.
Ορισμός 1: 'Οπως προσδιορίζεται στα άρθρα 4 (Προσωπικό των Ε.Α.Κ.), 5 (Προσόντα τεχνικού υπεύθυνου), 6 (Αρμοδιότητες και καθήκοντα του τεχνικού υπευθύνου των Ε.Α.Κ.) της παρούσας απόφασης.

Τηλεργαζόμενος
Ορισμός 1: Ο παρέχων εξ αποστάσεως εργασία μόνιμος δημόσιος υπάλληλος ή υπάλληλος με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου, συμπεριλαμβανομένων των απασχολούμενων με  σύμβαση  έμμισθης  εντολής,  χρησιμοποιώντας  τις τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνίας.

Τηλεργασία
Ορισμός 1: Μορφή  οργάνωσης  και  εκτέλεσης  εργασίας στο πλαίσιο της οποίας ο μόνιμος δημόσιος υπάλληλος ή ο υπάλληλος που απασχολείται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, συμπεριλαμβανομένων των απασχολούμενων με σύμβαση έμμισθης εντολής, εκτελεί τα καθήκοντά του χρησιμοποιώντας τις τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνίας, εξ αποστάσεως.

Ορισμός 2: Είναι μια μορφή οργάνωσης ή/και εκτέλεσης εργασίας που χρησιμοποιεί τεχνολογίες πληροφορικής, βάση μίας σύμβασης ή σχέσης εργασίας, όπου μια εργασία που θα μπορούσε επίσης να εκτελεστεί στις εγκαταστάσεις του εργοδότη εκτελείται κανονικά εκτός αυτών των εγκαταστάσεων.

Τιμή στόχος
Ορισμός 1: Επίπεδο καθοριζόμενο με σκοπό να αποφεύγονται, να προλαμβάνονται ή να μειώνονται οι επιβλαβείς επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία και/ή στο σύνολο του περιβάλλοντος, που επιτυγχάνεται κατά το δυνατόν εντός δεδομένης χρονικής περιόδου.

Τομεακά συστήματα διαπίστευσης
Ορισμός 1: Σύστημα διαπίστευσης της αξιολόγησης της συμμόρφωσης, το οποίο βασίζεται σε καθορισμένο πρότυπο για συγκεκριμένο προϊόν, διεργασία, υπηρεσία κ.λπ.. και σε πρόσθετες απαιτήσεις για συγκεκριμένο τομέα και/ή για συγκεκριμένη νομοθεσία.

Τομεακός προϋπολογισμός άνθρακα
Ορισμός 1: Η μέγιστη ποσότητα των εκπομπών που επιτρέπεται να εκλυθεί σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο από έναν συγκεκριμένο τομέα της οικονομίας στο πλαίσιο επίτευξης των στόχων του παρόντος.

Τόνος ισοδύναμου διοξειδίου του άνθρακα
Ορισμός 1: Ένας μετρικός τόνος διοξειδίου του άνθρακα (CO2), ή ποσότητα οποιουδήποτε άλλου αερίου του θερμοκηπίου που απαριθμείται στο Παράρτημα II, με ισοδύναμο δυναμικό θέρμανσης του πλανήτη.

Τοξική για την αναπαραγωγή ουσία
Ορισμός 1: Ουσία ή μείγμα που ανταποκρίνεται στα κριτήρια για την ταξινόμηση στην κατηγορία 1Α ή 1Β των τοξικών για την αναπαραγωγή ουσιών, που παρατίθεται στο παράρτημα I του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1272/2008.

Τοξική για την αναπαραγωγή ουσία με κατώτατο όριο
Ορισμός 1: Τοξική για την αναπαραγωγή ουσία, για την οποία υπάρχει ασφαλές επίπεδο έκθεσης, κάτω από το οποίο δεν υπάρχει κίνδυνος για την υγεία των εργαζομένων, και η οποία προσδιορίζεται ως τέτοια στη στήλη των ενδείξεων του παραρτήματος III του παρόντος διατάγματος.

Τοξική για την αναπαραγωγή ουσία χωρίς κατώτατο όριο
Ορισμός 1: Τοξική για την αναπαραγωγή ουσία, για την οποία δεν υπάρχει ασφαλές επίπεδο έκθεσης για την υγεία των εργαζομένων και η οποία προσδιορίζεται ως τέτοια στη στήλη των ενδείξεων του παραρτήματος III του παρόντος διατάγματος.

Τοποθέτηση
Ορισμός 1: Η περίοδος κατά την οποία ο προσωρινά απασχολούμενος τίθεται στη διάθεση του έμμεσου εργοδότη για να εργασθεί προσωρινά υπό την επίβλεψη και τη διεύθυνσή του.

Τόπος δοκιμών
Ορισμός 1: Η ή οι τοποθεσίες στις οποίες διεξάγονται μια ή περισσότερες φάσεις μιας μελέτης.

Τόπος εργασίας
Ορισμός 1: Kάθε χώρος όπου βρίσκονται ή μεταβαίνουν οι εργαζόμενοι εξαιτίας της εργασίας τους και που είναι κάτω από τον έλεγχο του εργοδότη.

Ορισμός 2: Ωρισμένον, προσδιοριζόμενον τμήμα της επιχειρήσεως, δυνάμενον να περιλαμβάνη μίαν ή περισσοτέρας θέσεις εργασίας. Χαρακτηριστικόν του τόπου εργασίας είναι ότι έκαστος εργαζόμενος εις το πλαίσιον της δραστηριότητος ή των δραστηριοτήτων του παραμένει εκεί κατά το µάλλον ή ήττον µακροχρονίως εις διαφόρους θέσεις εργασίας, η διάρκεια της παραμονής του εις αυτάς δεν δύναται να προσδιορισθή μετά ακριβείας και η περαιτέρω υποδιαίρεσις του τόπου τούτου εις μικρότερα τμήματα δεν είναι δυνατή.

Follow us