Πραγματική απόσταση απροστάτευτης όδευσης διαφυγής
Ορισμός 1: Το μήκος της πορείας που φυσιολογικά θα διανύσει ένα άτομο για να διαφύγει σε περίπτωση πυρκαγιάς, από τυχόν σημείο ενός ορόφου μέχρι την πλησιέστερη έξοδο κινδύνου.
Ορισμός 2: Είναι το μήκος της οριζόντιας ή κατακόρυφης πορείας που φυσιολογικά θα διανύσει ένα άτομο για να διαφύγει, σε περίπτωση πυρκαγιάς, από τυχόν σημείο της κύριας χρήσης ενός ορόφου ή επιπέδου μέχρι την πλησιέστερη έξοδο κινδύνου.
Πράσινες υποδομές
Ορισμός 1: Στρατηγικά σχεδιασμένο δίκτυο φυσικών και ημιφυσικών περιοχών με περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά υψηλής ποιότητας, το οποίο έχει σχεδιαστεί και τυγχάνει διαχείρισης για να παρέχει ένα ευρύ φάσμα οικοσυστημικών υπηρεσιών, όπως αυτές ορίζονται στην παρ. 6 του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 1143/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Οκτωβρίου 2014 «για την πρόληψη και διαχείριση της εισαγωγής και εξάπλωσης χωροκατακτητικών ξένων ειδών» (L 317) σε αγροτικές και αστικές περιοχές και για να προστατεύει τη βιοποικιλότητα, τόσο σε αγροτικές, όσο και σε αστικές περιοχές.
Πρατήριο καυσίμων
Ορισμός 1: Το πρατήριο υγρών καυσίμων το οποίο αποτελείται από έναν ή και περισσότερους του ενός «ενιαίους φορείς» (skid), όπως αυτοί ορίζονται στο άρθρο 4 της παρούσας, στους οποίους βρίσκεται εν γένει εγκατεστημένος ο αναγκαίος του υποχρεωτικός εξοπλισμός, οι προδιαγραφές του οποίου περιγράφονται στα άρθρα 4, 5 και 6 της παρούσας.
Πρατήριο καυσίμων λιμένα
Ορισμός 1: Η εγκατάσταση η οποία εφοδιάζει με υγρά καύσιμα ή υγραέριο ή φυσικό αέριο ή οποιονδήποτε συνδυασμό των ανωτέρω καυσίμων, αποκλειστικά και μόνο θαλάσσια σκάφη. Ο ανεφοδιασμός των σκαφών πραγματοποιείται είτε εντός της λιμενικής ζώνης (λιμένες και αλιευτικά καταφύγια), είτε εντός τουριστικών λιμένων (μαρίνες), είτε εντός καταφυγίων τουριστικών σκαφών.
Στα «πρατήρια καυσίμων λιμένα» δεν ισχύει ο περιορισμός περί ελαφρών σκαφών της παρ. 1 α) αα) του άρθρου 2, του Π.Δ. 118/2006 (Α ́119), όπως ισχύει.
Πρατήριο συμπιεσμένου φυσικού αερίου/βιομεθανίου/Μείγμα φυσικού αερίου - βιομεθανίου (CNG/CBG/BioCNG) δημοσίας χρήσης
Ορισμός 1: Το πρατήριο CNG/CBG/BioCNG το οποίο εφοδιάζει με συμπιεσμένο φυσικό αέριο/βιομεθάνιο/μείγμα φυσικού αερίου - βιομεθανίου τα τροχοφόρα οχήματα που ανήκουν σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο.
Πρατήριο συμπιεσμένου φυσικού αερίου/βιομεθανίου/Μείγμα φυσικού αερίου - βιομεθανίου (CNG/CBG/BioCNG) ιδιωτικής χρήσης
Ορισμός 1: Tο πρατήριο CNG/CBG/BioCNG που εφοδιάζει τροχοφόρα οχήματα τα οποία ανήκουν ή διαχειρίζεται ο εκμεταλλευτής του πρατηρίου, όπως αυτά εξειδικεύονται στο άρθρο 6 της παρούσας.
Πρατήριο συμπιεσμένου φυσικού αερίου/Βιομεθάνιου/Μείγματος φυσικού αερίου - Βιομεθανίου ή Πρατήριο (CNG/CΒG/BioCNG)
Ορισμός 1: Το πρατήριο «Παροχής Καυσίμων και Ενέργειας» της παρ. 7 του άρθρου 114 του ν. 4070/2012 (Α’ 82), όπως ισχύει, το οποίο εφοδιάζει με συμπιεσμένο φυσικό αέριο/Βιομεθάνιο/Μείγμα φυσικού αερίου - βιομεθανίου σε τροχοφόρα οχήματα. Το πρατήριο συμπιεσμένου φυσικού αερίου/Βιομεθάνιου/Μείγματος φυσικού αερίου -Βιομεθανίου θεωρείται σημείο ανεφοδιασμού κατά την έννοια της παρ. 8 του άρθρου 2 του ν. 4439/2016 (Α’ 222).
Προβλεπόμενη χρήση
Ορισμός 1: Η χρήση του μηχανήματος σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρέχουν οι οδηγίες χρήσης.
Προβλέψιμος θάνατος
Ορισμός 1: Η εμφάνιση κλινικών συμπτωμάτων που αποτελούν ένδειξη μελλοντικού θανάτου σε γνωστό χρόνο πριν από τον προγραμματισμένο τερματισμό του πειράματος, λόγου χάριν η αδυναμία του πειραματόζωου να φθάσει την τροφή ή το νερό.
Πρόγραμμα διασφάλισης ποιότητας
Ορισμός 1: Ένα καθορισμένο σύστημα, συμπεριλαμβανομένου του προσωπικού, το οποίο είναι ανεξάρτητο από τη διεξαγωγή της μελέτης και έχει σκοπό να παράσχει στη διοίκηση της πειραματικής μονάδας τη διαβεβαίωση ότι ακολουθούνται οι αρχές της ορθής εργαστηριακής πρακτικής.
Πρόγραμμα Διευρυμένης Ευθύνης Παραγωγού (ΠΔΕΠ)
Ορισμός 1: Δέσμη κανόνων, με τους οποίους διασφαλίζεται ότι οι παραγωγοί των προϊόντων φέρουν οικονομική ευθύνη ή οικονομική και οργανωτική ευθύνη για τη διαχείριση του σταδίου του κύκλου ζωής ενός προϊόντος που καθίσταται απόβλητο.
Πρόγραμμα επαγγελματικής κατάρτισης
Ορισμός 1: Η συνεχιζόμενη επαγγελματική κατάρτιση κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 7 του Ν. 3879/2010.
Πρόδρομες ουσίες του όζοντος
Ορισμός 1: Οξείδια του αζώτου, πτητικές οργανικές ενώσεις εκτός του μεθανίου, μεθάνιο και μονοξείδιο του άνθρακα.
Ορισμός 2: Ουσίες οι οποίες συμβάλλουν στη δημιουργία όζοντος σε επίπεδο εδάφους, μερικές από τις οποίες αναγράφονται στο παράρτημα Χ (Μετρήσεις πρόδρομων ουσιών του όζοντος: αιθάνιο, αιθυλένιο, ακετυλένιο, προπάνιο, προπένιο, n-βουτάνιο, i-βουτάνιο, κ.λπ).
Προέγκριση οικοδομικής άδειας/άδειας αναθεώρησης
Ορισμός 1: Η διοικητική πράξη που χορηγείται για την πιστοποίηση του δικαιώματος έκδοσης οικοδομικής άδειας/άδειας αναθεώρησης και την εφαρμογή, κατά τον χρόνο ισχύος της, των πολεοδομικών διατάξεων και πολεοδομικών μεγεθών της (δόμηση, κάλυψη, ύψος), που ισχύουν κατά τον χρόνο έκδοσης της προέγκρισης, εφόσον η οικοδομική άδεια/άδεια αναθεώρησης εκδοθεί εντός του χρόνου ισχύος της προέγκρισης και με την επιφύλαξη της εξασφάλισης και υποβολής των απαιτούμενων εγκρίσεων που προβλέπονται στη περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 40, κατά τη διαδικασία έκδοσης της οικοδομικής αδείας/άδειας αναθεώρησης. Ο χρόνος ισχύος της προέγκρισης της άδειας αναθεώρησης δεν δύναται να υπερβαίνει τον χρόνο ισχύος της άδειας αναθεώρησης. Κατ’ εξαίρεση, αν αφορούν σε τροποποίηση ρυμοτομικών και οικοδομικών γραμμών ή τροποποίηση οικοδομήσιμων χώρων σε κοινόχρηστους, καθώς και σε περιπτώσεις μεταγενέστερης ένταξης της περιοχής σε καθεστώς προστασίας πολιτιστικής κληρονομίας ή προστασίας της φύσης, η προέγκριση πιστοποιεί το δικαίωμα δόμησης, μόνο κατά τον χρόνο έκδοσής της.
Ορισμός 2: Η διοικητική πράξη που χορηγείται για την πιστοποίηση του δικαιώματος έκδοσης οικοδομικής άδειας και την εφαρμογή κατά το χρόνο ισχύος της, των πολεοδομικών διατάξεων και πολεοδομικών μεγεθών της (δόμηση, κάλυψη, ύψος), που ισχύουν κατά το χρόνο έκδοσης της προέγκρισης εφόσον η οικοδομική άδεια εκδοθεί εντός του χρόνου ισχύος της προέγκρισης. Κατ’ εξαίρεση, περιπτώσεις που αφορούν τροποποίηση ρυμοτομικών και οικοδομικών γραμμών ή τροποποίηση οικοδομήσιμων χώρων σε κοινόχρηστους, καθώς και περιπτώσεις μεταγενέστερης ένταξης της περιοχής σε καθεστώς προστασίας πολιτιστικής κληρονομίας ή προστασίας της φύσης, η προέγκριση πιστοποιεί το δικαίωμα δόμησης, μόνο κατά το χρόνο έκδοσής της. ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΘΗΚΕ
Προειδοποιητικό σήμα
Ορισμός 1: Κάθε σήμα που προειδοποιεί για έναν υπαρκτό ή πιθανό κίνδυνο.
Προετοιμασία για επαναχρησιμοποίηση
Ορισμός 1: Κάθε εργασία ανάκτησης που συνιστά έλεγχο, καθαρισμό ή επισκευή, με την οποία προϊόντα ή συστατικά στοιχεία προϊόντων που αποτελούν πλέον απόβλητα προετοιμάζονται, προκειμένου να επαναχρησιμοποιηθούν χωρίς άλλη προεπεξεργασία.
Προϊόν
Ορισμός 1: Στοιχείο εξοπλισμού πλοίου.
Προϊόν μέσης τάσης ατμών
Ορισμός 1: Προϊόν πετρελαιοειδές, όπως το AVTAG και διαλυτικά όπως η ξυλόλη, το βενζόλιο και το τολουόλη, το οποίο, υπό συνθήκες ισορροπίας, έχει πιθανότητα να δημιουργήσει εύφλεκτο μίγμα στο χώρου του διάκενου της δεξαμενής ή του δοχείου στο οποίο διακινείται. (Σχετικές παράγραφοι 1.2.3. και 1.2.4.).
Προϊόν υψηλής τάσης ατμών
Ορισμός 1: Ένα πετρελαιοειδές όπως η βενζίνη, η οποία, υπό συνθήκες ισορροπίας σε κανονικές θερμοκρασίες διακίνησης θα παράγει μίγμα «πολύ πλούσιο» ώστε να είναι εύφλεκτο, στο χώρο του διάκενου της δεξαμενής ή του δοχείου, στο οποίο εναποθηκεύεται ή διακινείται. (Σχετικές παράγραφοι 1.2.3 και 1.2.4).
Προϊόν χαμηλής τάσης ατμών
Ορισμός 1: Ένα πετρελαιοειδές όπως η «κεροζίνη», το ελαφρό πετρέλαιο ντίζελ, τα οποία διακινούνται σε θερμοκρασία αρκετά κάτω του σημείου ανάφλεξης τους και κανένας κίνδυνος δεν δημιουργείται επειδή δεν δημιουργείται εύφλεκτο μίγμα στο χώρο του διάκενου της δεξαμενής ή του δοχείου στο οποίο εναποθηκεύονται, εκτός εάν βρίσκονται υπό τις συνθήκες των παραρτημάτων 1.1.2 και 1.2.5 (Σχετικές επίσης παράγραφοι 1.2.3. και 1.2.4.).
Προϊόντα μετατροπής
Ορισμός 1: Όλες οι ουσίες που προκύπτουν από αντιδράσεις βιοτικής ή αβιοτικής μετατροπής της ουσίας δοκιμής συμπεριλαμβανομένου του CO2 και προϊόντων σε δεσμευμένα υπολείμματα.
Προληπτικά μέσα πυροπροστασίας
Ορισμός 1: Ο φωτισμός ασφαλείας, η σήμανση ασφαλείας και τα σχεδιαγράμματα διαφυγής.
Προληπτικά μέτρα
Ορισμός 1: Οποιαδήποτε μέτρα λαμβάνονται για την αντιμετώπιση γεγονότος, πράξεως ή παραλείψεως που δημιουργεί άμεση απειλή περιβαλλοντικής ζημίας, ούτως ώστε να προληφθεί ή να ελαχιστοποιηθεί η εν λόγω ζημία.
Πρόληψη
Ορισμός 1: Το σύνολο των διατάξεων ή μέτρων που λαμβάνονται ή προβλέπονται καθ’ όλα τα στάδια της δραστηριότητας της επιχείρησης, με στόχο την αποφυγή ή τη μείωση των επαγγελματικών κινδύνων.
Ορισμός 2: Τα μέτρα που αποσκοπούν στη μείωση της παραγόμενης ποσότητας των αποβλήτων που προέρχονται από εκσκαφές, κατεδαφίσεις, οικοδομικές εργασίες και τεχνικά έργα, καθώς και των υλικών και των ουσιών που περιέχουν και στον περιορισμό των κινδύνων που συνεπάγονται για το περιβάλλον.
Ορισμός 3: Το σύνολο των δράσεων και μέτρων που στοχεύουν στην απόλυτη αποφυγή των δυνητικών επιπτώσεων των κινδύνων και στην ελαχιστοποίηση των φυσικών, τεχνολογικών καταστροφών και λοιπών απειλών.
Ορισμός 4: Όλα τα βήματα ή τα μέτρα που λαμβάνονται ή σχεδιάζεται να εφαρμοστούν σε όλα τα στάδια της εργασίας εντός της επιχείρησης, για την εξάλειψη ή τη μείωση των επαγγελματικών κινδύνων.
Ορισμός 5: Τα μέτρα, τα οποία λαμβάνονται προτού μία ουσία, υλικό ή προϊόν καταστούν απόβλητα, και τα οποία μειώνουν:
α) την ποσότητα των αποβλήτων, μέσω επαναχρησιμοποίησης ή παράτασης της διάρκειας ζωής των προϊόντων,
β) τις αρνητικές συνέπειες των παραγόμενων αποβλήτων στο περιβάλλον και την ανθρώπινη υγεία ή
γ) την περιεκτικότητα των υλικών και προϊόντων σε επικίνδυνες ουσίες.
Προορισμός
Ορισμός 1: Η χρήση για την οποία προορίζεται ο εξοπλισμός προς χρήση σύμφωνα με τα στοιχεία που δίνει ο κατασκευαστής στην επισήμανση, τις οδηγίες χρήσεως ή/και το διαφημιστικό υλικό.
Προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή
Ορισμός 1: Η προσαρμογή των φυσικών και ανθρωπογενών συστημάτων στα σημερινά ή στα αναμενόμενα κλιματικά φαινόμενα ή στις επιπτώσεις τους, η οποία μετριάζει τις ζημιές ή εκμεταλλεύεται τις ευκαιρίες.
Προσβάσιμη αλυσίδα
Ορισμός 1: Κάθε σειρά αλληλεξαρτώμενων και αλληλοσυμπληρούμενων παρεμβάσεων, που διασφαλίζουν την αυτονομία, άνεση και ασφάλεια κίνησης των ατόμων με αναπηρία και γενικότερα των εμποδιζόμενων ατόμων, χωρίς ασυνέχειες. Βασικός στόχος κάθε σχεδιασμού πρέπει να είναι η δημιουργία «προσβάσιμης αλυσίδας».
Προσβάσιμη διαδρομή
Ορισμός 1: Η συντομότερη, συνεχής, ασφαλής και χωρίς εμπόδια πορεία, κατάλληλου πλάτους και υλικού επικάλυψης που ακολουθεί ένα άτομο με αναπηρία ή/και εμποδιζόμενο άτομο για τη μετάβασή του από ένα σημείο σε ένα άλλο. Περιλαμβάνει ισόπεδες διαδρομές, ράμπες κατάλληλης κλίσης ή/και ανυψωτικούς μηχανισμούς καθώς και την κατάλληλη σήμανση σε μορφές προσβάσιμες στα άτομα με αναπηρία (ηχητική, φωτεινή και ανάγλυφη).
Προσβασιμότητα
Ορισμός 1: Το χαρακτηριστικό του περιβάλλοντος, που επιτρέπει σε όλα τα άτομα - χωρίς διακρίσεις φύλου, ηλικίας και λοιπών χαρακτηριστικών, όπως σωματική διάπλαση, δύναμη, αντίληψη, εθνικότητα - να έχουν πρόσβαση σε αυτό, δηλαδή να μπορούν αυτόνομα, με ασφάλεια και με άνεση να προσεγγίσουν και να χρησιμοποιήσουν τις υποδομές, αλλά και τις υπηρεσίες (συμβατικές και ηλεκτρονικές) και τα αγαθά που διατίθενται στο συγκεκριμένο περιβάλλον. Η προσβασιμότητα στο δομημένο περιβάλλον εξασφαλίζεται μέσω του προσβάσιμου σχεδιασμού, δηλαδή μια διαδικασία σχεδιασμού κατά την οποία οι ανάγκες των ατόμων με αναπηρίες εξετάζονται ειδικά, με στόχο τα προϊόντα, τις υπηρεσίες και τις υποδομές ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν, κατά το δυνατόν, αυτόνομα από άτομα με διάφορες αναπηρίες.
Πρόσθετη πινακίδα
Ορισμός 1: Κάθε πινακίδα που χρησιμοποιείται μαζί με μια από τις πινακίδες που αναφέρονται στη §ζ (Πινακίδα) και η οποία παρέχει συμπληρωματικές ενδείξεις.
Προστατευμένος προσβάσιμος χώρος σε περίπτωση εκτάκτων αναγκών
Ορισμός 1: Ο ανοικτός χώρος αναμονής ενός ή δύο αναπηρικών αμαξιδίων (0.80μ. Χ 1.30μ. ανά αμαξίδιο) ανάλογα με τον πληθυσμό, ο οποίος - δεν προσμετράται στον συντελεστή δόμησης - βρίσκεται εντός του πυροδιαμερίσματος του κοινόχρηστου κλιμακοστασίου και δεν παρεμποδίζει την όδευση διαφυγής, όπως αυτή προβλέπεται από τον ισχύοντα κανονισμό πυροπροστασίας.
Προστατευτική διάταξη
Ορισμός 1: Διάταξη (εκτός από προφυλακτήρα) που μειώνει τον κίνδυνο, είτε μόνη της είτε σε συνδυασμό με προφυλακτήρα.
Προσωρινά απασχολούμενος
Ορισμός 1: Ο εργαζόμενος ο οποίος έχει σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας με επιχείρηση προσωρινής απασχόλησης, προκειμένου να τοποθετηθεί σε έμμεσο εργοδότη για να εργασθεί προσωρινά υπό την επίβλεψη και τη διεύθυνσή του.
Προσωρινή απασχόληση
Ορισμός 1: Η εργασία, η οποία παρέχεται σε άλλον εργοδότη (έμμεσος εργοδότης) για περιορισμένο χρονικό διάστημα από μισθωτό, ο οποίος συνδέεται με τον εργοδότη του (άμεσος εργοδότης) με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου.
Προσωρινή σύνδεση
Ορισμός 1: Η ηλέκτριση του διασυνδετικού δικτύου Mέσης Tάσης αρμοδιότητας παραγωγού και των βοηθητικών διατάξεων των μονάδων ηλεκτροπαραγωγής σταθμού Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α., με σκοπό την πραγματοποίηση δοκιμών και τη διασφάλιση της ασφάλειας του εξοπλισμού προ της θέσης του σταθμού σε λειτουργία, σύμφωνα με το άρθρο 26.
Προσωρινό εργοτάξιο
Ορισμός 1: Βλέπε εργοτάξιο
Πρότυπα δοκιμών
Ορισμός 1: Τα πρότυπα δοκιμών για τον εξοπλισμό πλοίων που ορίζονται από:
— τον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό (ΔΝΟ),
— τον Διεθνή Οργανισμό Τυποποίησης (ISO),
— τη Διεθνή Ηλεκτροτεχνική Επιτροπή (IEC),
— την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τυποποίησης (CEN),
— την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ηλεκτροτεχνικής Τυποποίησης (Cenelec),
— τη Διεθνή Ένωση Τηλεπικοινωνιών (ITU),
— το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Τυποποίησης στον τομέα των Τηλεπικοινωνιών (ETSI),
— την Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 8 και το άρθρο 27 παράγραφος 6 της παρούσας απόφασης,
— τις ρυθμιστικές αρχές που αναγνωρίζονται στις συμφωνίες αμοιβαίας αναγνώρισης, στις οποίες η Ένωση είναι μέρος.
Πρότυπο
Ορισμός 1: Η τεχνική προδιαγραφή που έχει εγκριθεί από αναγνωρισμένο φορέα τυποποίησης, για επανειλημμένη ή διαρκή εφαρμογή, των οποίων η τήρηση δεν είναι υποχρεωτική και οι οποίες υπάγονται σε μία από τις ακόλουθες κατηγορίες: διεθνές πρότυπο, ευρωπαϊκό πρότυπο, εναρμονισμένο πρότυπο, εθνικό πρότυπο.
Ορισμός 2: Τεχνική προδιαγραφή που έχει εγκριθεί από αναγνωρισμένο φορέα τυποποίησης για επαναλαμβανόμενη ή διαρκή εφαρμογή, η τήρηση του οποίου δεν είναι υποχρεωτική, εκτός εάν η εφαρμογή του επιβάλλεται νομοθετικά.
Προϋπολογισμός άνθρακα
Ορισμός 1: Η μέγιστη συνολική ποσότητα των εκπομπών που επιτρέπεται να εκλυθεί σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο σε εθνικό επίπεδο στο πλαίσιο επίτευξης των στόχων του παρόντος.
Προφορική ανακοίνωση
Ορισμός 1: Κάθε προκαθορισμένο προφορικό μήνυμα, με χρήση ανθρώπινης ή συνθετικής φωνής.
Προφυλακτήρας
Ορισμός 1: Στοιχείο του μηχανήματος που χρησιμοποιείται ειδικά για την παροχή προστασίας μέσω φυσικού φραγμού.
Προωθητής
Ορισμός 1: Το αυτοπροωθούμενο τροχοφόρο ή ερπυστριοφόρο μηχάνημα που χρησιμοποιείται για να ασκεί ωστική ή ελκτική δύναμη μέσω προσαρμοσμένου εξοπλισμού.
Πτητικές οργανικές ενώσεις ή VOC
Ορισμός 1: Όλες οι οργανικές ενώσεις ανθρωπογενούς φύσης, εκτός του μεθανίου, που είναι ικανές να παράγουν φωτοχημικά οξειδωτικά μέσω αντιδράσεων με οξείδια του αζώτου παρουσία ηλιακού φωτός.
Ορισμός 2: Οργανικές ενώσεις ανθρωπογενούς και βιογενούς προέλευσης, εκτός από το μεθάνιο, που είναι ικανές να παράγουν φωτοχημικά οξειδωτικά μέσω αντιδράσεων με οξείδια του αζώτου παρουσία ηλιακού φωτός.
Πυκνότητα ισχύος (S) ή ηλεκτρομαγνητική πυκνότητα ροής ισχύος
Ορισμός 1: Ισχύς ανά μονάδα επιφάνειας κάθετη στη διεύθυνση της διάδοσης ενός ηλεκτρομαγνητικού κύματος εκφράζεται σε βατ ανά τετραγωνικό μέτρο (W/m2). Γενικά δίνεται από την σχέση: S = | Ε χ Η | όπου, η ένταση ηλεκτρικού πεδίου (Ε) και η ένταση μαγνητικού πεδίου (Η) εκφράζονται αντιστοίχως σε V/m και A/m και η πυκνότητα ισχύος (S) σε W/m2.
Πυκνότητα πυροθερμικού φορτίου
Ορισμός 1: Είναι το πυροθερμικό φορτίο ανά μονάδα επιφάνειας και μετριέται σε kJ ανά τετραγωνικό μέτρο (kJ/m2).
Πυραντίσταση (αντίσταση στη φωτιά)
Ορισμός 1: Η ικανότητα μιας κατασκευής ή ενός δομικού στοιχείου ν’ αντιστέκεται για ένα καθορισμένο χρονικό διάστημα, που ονομάζεται δείκτης πυραντίστασης, στα θερμικά αποτελέσματα μιας φωτιάς, χωρίς απώλεια της ευστάθειας, της ακεραιότητας και της αντίστασης στη δίοδο της θερμότητας.
Πυράντοχο κούφωμα
Ορισμός 1: Αυτοκλειόμενο κούφωμα, που δοκιμαζόμενο μαζί με τις διατάξεις στήριξής του και τα απαραίτητα εξαρτήματα λειτουργίας του, σε δοκιμασία ακεραιότητας και αντίστασης στη δίοδο της θερμότητας παρουσιάζει έναν δείκτη πυραντίστασης. Δύναται να διαθέτει μηχανισμό συγκράτησης θυρών, υπό την προϋπόθεση ότι σε περίπτωση πυρκαγιάς τα θυρόφυλλα αποδεσμεύονται αυτομάτως με εντολή των αυτόματων συστημάτων πυρανίχνευσης και πυρόσβεσης.
Πυργογερανός
Ορισμός 1: Περιστρεφόμενος περί σταθερό σημείο γερανός με κεραία τοποθετημένη στην κορυφή πύργου, ο οποίος παραμένει σχεδόν κατακόρυφος στη θέση εργασίας. Αυτό το μηχανοκίνητο συγκρότημα είναι εξοπλισμένο με μέσα ανύψωσης και καθόδου ανηρτημένων φορτίων και κίνησης των φορτίων αυτών με τη μεταβολή της ακτίνας ανύψωσης φορτίου, με την περιστροφή και τη μετακίνηση ολόκληρου του πυργογερανού. Ορισμένα είδη πυργογερανών εκτελούν αρκετές αλλά όχι απαραίτητα όλες αυτές τις κινήσεις. Ο πυργογερανός εγκαθίσταται σε μόνιμη θέση ή είναι εξοπλισμένος με μέσα μετακίνησης ή αναρρίχησης.
Πυρίμαχο
Ορισμός 1: Το υλικό που από τη φύση του δεν μπορεί αμέσως να αναφλεγεί και δεν πρόκειται αμέσως να οδηγήσει στην εξάπλωση φλόγας.
Πυροδιαμέρισμα
Ορισμός 1: Είναι το τμήμα κτιρίου ή και ολόκληρο το κτίριο που περικλείεται ερμητικά (σε περίπτωση πυρκαγιάς) από δομικά στοιχεία με προκαθορισμένο, κατά περίπτωση, δείκτη πυραντίστασης.