Ορισμοί

Βλέπετε τις εγγραφές : 1201 - 1250, σε σύνολο 1438
A | D | E | F | G | I | J | L | N | O | P | R | S | T | Y |   | Α | Β | Γ | Δ | Έ | Ζ | Η | Θ | Ί | Κ | Λ | Μ | Ν | Ό | Π | Ρ | Σ | Τ | Υ | Φ | Χ | Ψ | Ω
Στατικός συσσωρευτής
Ορισμός 1: Σχετική παράγραφος 1.3.2 (α) (δηλ. συσσώρευση στατικών φορτίων ηλεκτρισμού:
ι) οι ουσίες, στις οποίες συσσωρεύονται φορτία στατικού ηλεκτρισμού ονομάζονται στατικοί συσσωρευτές. Τα υγρά καύσιμα θεωρούνται στατικοί συσσωρευτές εάν ο ρυθμός με τον οποίο δημιουργείται η φόρτωση υπερβαίνει το ρυθμό με τον οποίο διασκορπίζεται. Όσο υψηλότερη είναι η πλεκτική αγωγιμότητα του υγρού τόσο μεγαλύτερος είναι ο ρυθμός διασκορπισμού. Τα περισσότερα από τα διυλισμένα προϊόντα πετρελαίου που διακινούνται στις εργασίες διανομής είναι στατικοί συσσωρευτές με εξαίρεση τα υπολείμματα πετρελαίου ή τις πίσσες. 
ιι) ο μεγαλύτερος κίνδυνος ανάφλεξης από στατικό ηλεκτρισμό εμφανίζεται κατά την πλήρωση προϊόντος στατικού συσσωρευτού κάτω από συνθήκες που να υπάρχει εύφλεκτη ατμόσφαιρα στο διάκενο χώρο (χώρο ατμών) της δεξαμενής (Σχετικοί παράγραφοι 1.2.4 και 1.2.5.). 

Στερεό χύδην φορτίο
Ορισμός 1: Οποιοδήποτε φορτίο, εκτός υγρού ή αερίου, που αποτελείται από ένα συνδυασμό σωματιδίων, κόκκων ή οποιωνδήποτε μεγαλύτερων τεμαχίων υλικού γενικά ομοιόμορφης σύνθεσης, το οποίο φορτώνεται απευθείας στους χώρους φορτίου ενός πλοίου χωρίς οποιαδήποτε ενδιάμεση μορφή συγκράτησης.

Στοιχείο αναφοράς ή στοιχείο ελέγχου
Ορισμός 1: Οιοδήποτε στοιχείο χρησιμοποιούμενο ως μέσο συγκρίσεως με το ελεγχόμενο στοιχείο.

Στοιχείο επιθεώρησης
Ορισμός 1: Κάθε ενέργεια ή πρακτική του φορέα της ελεγχόμενης δραστηριότητας ή του ελεγχόμενου έργου, η οποία εξετάζεται ως προς τη συμμόρφωσή της με νομική διάταξη ή διοικητική απόφαση ή κανονισμό καθώς και στοιχεία, χαρακτηριστικά και πρακτικές του έργου ή της δραστηριότητας τα οποία πρέπει να αξιολογηθούν ως προς την αλληλεπίδρασή τους με το περιβάλλον, τον κίνδυνο για το περιβάλλον και τη συμμόρφωσή τους με τη νομοθεσία και την περιβαλλοντική άδεια του έργου ή της δραστηριότητας.

Ορισμός 2: Κάθε ενέργεια ή πρακτική του φορέα της ελεγχόμενης δραστηριότητας ή του ελεγχόμενου έργου, η οποία ελέγχεται ως προς τη συμμόρφωσή της με νομική διάταξη ή διοικητική απόφαση ή κανονισμό.

Στοιχείο κατασκευής
Ορισμός 1: Κάθε στοιχείο ενός ανυψωτικού μηχανήματος ή μηχανήματος διακινήσεως φορτίων.

Στραγγίσματα
Ορισμός 1: Οποιοδήποτε υγρό ρέει δια μέσου των αποτεθέντων αποβλήτων και εκρέει από το χώρο ταφής ή περιέχεται μέσα του.

Στρατηγική μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων  (Σ.Μ.Π.Ε.)
Ορισμός 1: Τα έγγραφα σχετικά με το σχέδιο ή πρόγραμμα, τα οποία περιέχουν τις πληροφορίες που απαιτούνται βάσει του άρθρου 6 και του Παραρτήματος ΙΙΙ του άρθρου 11 της παρούσας απόφασης

Στρατηγική περιβαλλοντική εκτίμηση (Σ.Π.Ε.)
Ορισμός 1: Η διαδικασία εκτίμησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων σχεδίου ή προγράμματος η οποία περιλαμβάνει την εκπόνηση στρατηγικής μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων (Σ.Μ.Π.Ε.), τη διεξαγωγή διαβουλεύσεων, τη συνεκτίμηση της Σ.Μ.Π.Ε. και των αποτελεσμάτων των διαβουλεύσεων κατά τη λήψη απόφασης καθώς και την ενημέρωση σχετικά με την απόφαση αυτή.

Στρατηγικός χάρτης θορύβου
Ορισμός 1: Ο χάρτης θορύβου που καταρτίζεται για τη σφαιρική αξιολόγηση μιας έκθεσης σε θόρυβο σε μια συγκεκριμένη περιοχή οφειλόμενης σε διάφορες πηγές θορύβου, ή για τη διατύπωση γενικότερων προβλέψεων για την περιοχή αυτή.

Συγγενής
Ορισμός 1: Ο/η σύζυγος, ο/η σύντροφος με σύμφωνο συμβίωσης, τα τέκνα φυσικά ή θετά, οι γονείς, τα αδέλφια και οι συγγενείς εξ αγχιστείας στην ίδια γραμμή και στον ίδιο βαθμό.

Συγκρίσιμος εργαζόμενος αορίστου χρόνου
Ορισμός 1: Κάθε φυσικό πρόσωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στην ίδια εκμετάλλευση ή επιχείρηση και απασχολείται σε ίδια ή παρόμοια εργασία, λαμβανομένων υπόψη των προσόντων ή των δεξιοτήτων του. Όπου δεν υπάρχει «συγκρίσιμος εργαζόμενος αορίστου χρόνου» στην ίδια εκμετάλλευση ή επιχείρηση, η σύγκριση πρέπει να γίνεται με αναφορά στην οικεία συλλογική σύμβαση ή όταν δεν υπάρχει τέτοια, με αναφορά στην εκάστοτε Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας.

Συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση
Ορισμός 1: Κάθε εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης, που απασχολείται στην ίδια επιχείρηση με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας, και εκτελεί ίδια ή παρόμοια καθήκοντα, υπό τις αυτές συνθήκες. Όταν στην επιχείρηση δεν υπάρχει συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση, η σύγκριση γίνεται με αναφορά στη συλλογική ρύθμιση στην οποία θα υπαγόταν ο εργαζόμενος αν είχε προσληφθεί με πλήρη απασχόληση. Οι εργαζόμενοι με σύμβαση ή σχέση εργασίας μερικής απασχόλησης δεν επιτρέπεται να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους συγκρίσιμους εργαζόμενους με κανονική απασχόληση, εκτός εάν συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι οι οποίοι τη δικαιολογούν, όπως η διαφοροποίηση στο ωράριο εργασίας.

Συγκρότημα υδραντλίας
Ορισμός 1: Μηχάνημα που αποτελείται από την υδραντλία καθεαυτή και το σύστημα κίνησης. Ως υδραντλία νοείται το μηχάνημα που αυξάνει τη στάθμη ενέργειας του ύδατος.

Συγκρότημα υδραυλικής ισχύος
Ορισμός 1: Κάθε μηχάνημα προς χρήση με εναλλάξιμο εξοπλισμό που αυξάνει την πίεση υγρών σε στάθμη υψηλότερη αυτής της πίεσης εισαγωγής. Νοείται το συγκρότημα που αποτελείται από το κινητήριο μηχανισμό, αντλία με ή χωρίς δεξαμενή και εξαρτήματα (π.χ. όργανα ελέγχου, ανακουφιστική βαλβίδα).

Συλλογή
Ορισμός 1: Η συγκέντρωση αποβλήτων, συμπεριλαμβανομένης της προκαταρκτικής διαλογής και της προκαταρκτικής αποθήκευσης αποβλήτων με σκοπό τη μεταφορά τους σε εγκατάσταση επεξεργασίας αποβλήτων.

Συλλογική ωφέλεια
Ορισμός 1: Ορίζεται  η  από  κοινού  εξυπηρέτηση των αναγκών των μελών του Φορέα Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας, μέσα από τη διαμόρφωση ισότιμων σχέσεων παραγωγής, τη δημιουργία θέσεων σταθερής και αξιοπρεπούς εργασίας, τη συμφιλίωση προσωπικής, οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής.

Συλλογικός σκοπός
Ορισμός 1: Είναι η προώθηση των δράσεων συλλογικότητας και η προστασία των συλλογικών αγαθών μέσω αναπτυξιακών, οικονομικών και κοινωνικών πρωτοβουλιών τοπικού, περιφερειακού ή ευρύτερου χαρακτήρα. Ως τέτοιες δράσεις νοούνται ιδίως οι πολιτιστικές, οι περιβαλλοντικές, οι οικολογικές δραστηριότητες, η αξιοποίηση και ανάδειξη τοπικών προϊόντων, η παροχή κοινωνικών υπηρεσιών.

Σύμβαση
Ορισμός 1: Η σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ή σύμβαση έργου ή άλλη σύμβαση ή σχέση που υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας.

Σύμβαση επί διαφοράς άνθρακα ή CCD
Ορισμός 1: Σύμβαση μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του παραγωγού, που έχει επιλεγεί μέσω ανταγωνιστικού μηχανισμού υποβολής προσφορών, όπως πλειστηριασμού, προϊόντος χαμηλών ή μηδενικών ανθρακούχων εκπομπών, και στο πλαίσιο της οποίας παρέχεται στήριξη στον παραγωγό από το Ταμείο Καινοτομίας για την κάλυψη της διαφοράς μεταξύ, αφενός, της επιλεγείσας τιμής, γνωστής και ως τιμής άσκησης, και, αφετέρου, της τιμής αναφοράς που προκύπτει από τη μέση τιμή των δικαιωμάτων.

Σύμβαση επί διαφοράς ή CD
Ορισμός 1: Σύμβαση μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του παραγωγού, που έχει επιλεγεί μέσω ανταγωνιστικού μηχανισμού υποβολής προσφορών, όπως πλειστηριασμού, προϊόντος χαμηλών ή μηδενικών ανθρακούχων εκπομπών και στο πλαίσιο της οποίας παρέχεται στον παραγωγό στήριξη από το Ταμείο Καινοτομίας για την κάλυψη της διαφοράς μεταξύ, αφενός, της επιλεγείσας τιμής, γνωστής και ως τιμής άσκησης, και, αφετέρου, της τιμής αναφοράς που προκύπτει από την τιμή του παραγόμενου προϊόντος χαμηλών ή μηδενικών ανθρακούχων εκπομπών, την αγοραία τιμή ενός στενού υποκατάστατου ή συνδυασμό των δύο αυτών τιμών

Σύμβαση μελέτης
Ορισμός 1: Το επίσημο έγγραφο με το οποίο καθορίζονται: - ο σκοπός της σύμβασης δηλαδή το αντικείμενο της μελέτης. - ο τρόπος και ο τόπος προσφοράς των υπηρεσιών του μελετητή. - οι όροι με τους οποίους ρυθμίζονται οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των συμβαλλόμενων μερών. - το οικονομικό αντικείμενο της σύμβασης. Με την έννοια σύμβαση καλύπτονται όλα τα συμβατικά τεύχη που μπορεί να περιλαμβάνουν π.χ. τεχνική συγγραφή υποχρεώσεων, τιμολόγιο, χρονοδιάγραμμα, κτλ.

Σύμβαση σταθερού ασφαλίστρου
Ορισμός 1: Σύμβαση μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του παραγωγού, που έχει επιλεγεί μέσω ανταγωνιστικού μηχανισμού υποβολής προσφορών, όπως πλειστηριασμού, προϊόντος χαμηλών ή μηδενικών ανθρακούχων εκπομπών και στο πλαίσιο της οποίας παρέχεται στήριξη στον παραγωγό υπό μορφή σταθερού ποσού ανά μονάδα του παραγόμενου προϊόντος.

Σύμβαση σύνδεσης
Ορισμός 1: Η σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ του αρμοδίου Διαχειριστή και του ενδιαφερομένου και η οποία προβλέπει τις υποχρεώσεις των δύο (2) μερών για την υλοποίηση των έργων σύνδεσης, την ηλέκτριση και σύνδεση στο Δίκτυο ή στο Σύστημα των εγκαταστάσεων του χρήστη, καθώς και κάθε άλλο θέμα που ορίζεται στους σχετικούς Κώδικες Διαχείρισης του Συστήματος ή του Δικτύου ή των Μ.Δ.Ν. Ειδικά στις περιπτώσεις κατά τις οποίες συνάπτεται Σύμβαση Σύνδεσης με την ΑΔΜΗΕ Α.Ε. ή με τη ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε., με την ιδιότητά του Διαχειριστή Μ.Δ.Ν. ή για περιπτώσεις κατά τις οποίες ο σταθμός συνδέεται στο Δίκτυο, αλλά απαιτούνται έργα Υψηλής Τάσης, η Σύμβαση Σύνδεσης αποτελείται από το Κύριο Μέρος και το Συμπλήρωμα.

Συμβολή από φυσικές πηγές
Ορισμός 1: Εκπομπές ρύπων που δεν οφείλονται άμεσα ή έμμεσα σε ανθρώπινες δραστηριότητες, περιλαμβανομένων φυσικών φαινομένων όπως οι εκρήξεις ηφαιστείων, η σεισμική δραστηριότητα, οι γεωθερμικές δραστηριότητες, οι πυρκαγιές φυσικών εκτάσεων, οι περιπτώσεις ισχυρών ανέμων, τα σταγονίδια θαλάσσιου ύδατος ή η επαναιώρηση ή η μεταφορά με τον ατμοσφαιρικό αέρα φυσικών σωματιδίων από ξηρές περιοχές.

Σύμβολο ή εικονοσύμβολο
Ορισμός 1: Κάθε εικόνα που περιγράφει μια κατάσταση ή συνιστά μια συγκεκριμένη συμπεριφορά και η οποία χρησιμοποιείται πάνω σε μια πινακίδα ή μια φωτεινή επιφάνεια.

Συμμόρφωση
Ορισμός 1: Η άρση παραβάσεων ήσσονος σημασίας, η οποία διαπιστώνεται από επανέλεγχο ή προσκόμιση στην αρμόδια πυροσβεστική Αρχή των απαιτούμενων αποδεικτικών εγγράφων εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας.

Συμπυκνώματα
Ορισμός 1: Τα υλικά που λαμβάνονται από φυσικό μετάλλευμα με διαδικασία εμπλουτισμού ή επεξεργασίας με φυσικό ή χημικό διαχωρισμό και απομάκρυνση των ανεπιθύμητων συστατικών.

Συμφωνητικό
Ορισμός 1: Η γραπτή συμφωνία μεταξύ της αναθέτουσας αρχής/αναθέτοντος φορέα ή της ΚΑΑ και του αναδόχου, αναπόσπαστο τμήμα της οποίας αποτελούν όλα τα σχετικά έγγραφα της σύμβασης της περ. 14 (δηλ. έγγραφο διαδικασίας σύναψης της σύμβασης ή έγγραφο της σύμβασης), η προσφορά του αναδόχου, καθώς και οι πάσης φύσεως τροποποιήσεις της συμφωνίας αυτής.

Συναρμόδιες αρχές
Ορισμός 1: Οι αρχές που ορίζονται στα άρθρα 5 (παρ.Β), 6 (παρ. 3.2) και 9 (παρ. Β.1) και εμπλέκονται στην εφαρμογή της παρούσας απόφασης.

Συνδεδεμένη υποδομή
Ορισμός 1: σημαίνει, εντός της ζώνης ασφαλείας ή εντός παρακείμενης ζώνης μεγαλύτερης απόστασης από την εγκατάσταση κατά την κρίση της Αρμόδιας Αρχής:
α) οποιαδήποτε γεώτρηση και σχετικές κατασκευές, συμπληρωματικές μονάδες και συσκευές που συνδέονται με την εγκατάσταση,
β) οποιοδήποτε μηχάνημα ή μηχανολογικό εξοπλισμό τοποθετημένο ή στερεά συνδεδεμένο με την κύρια κατασκευή της εγκατάστασης.
γ) οποιοδήποτε προσαρτημένο μηχάνημα ή μηχανολογικό εξοπλισμό αγωγού μεταφοράς (pipeline).

Συνδυασμένη εργασία
Ορισμός 1: Σημαίνει την εργασία, η οποία εκτελείται από εγκατάσταση από κοινού με άλλη εγκατάσταση ή εγκαταστάσεις για σκοπούς συναφείς με την (τις) άλλη(ες) εγκατάσταση (εγκαταστάσεις) και επιδρά ουσιωδώς στη διακινδύνευση της ασφάλειας προσώπων ή της προστασίας του περιβάλλοντος σε οποιεσδήποτε ή σε όλες τις εγκαταστάσεις.

Συνεκτικό υλικό
Ορισμός 1: Το υλικό εκτός των μη συνεκτικών υλικών.

Συνεργείο
Ορισμός 1: Κάθε πρόσωπο ή σύνολο προσώπων που εκτελεί μία συγκεκριμένη αυτοτελή εργασία κατά την εκτέλεση του έργου (π.χ. σοβατίσματα, ελαιοχρωματισμοί, ηλεκτρολογικά κ.ά.)

Συνεργείο οχημάτων υψηλής τάσης
Ορισμός 1: Η εγκατάσταση εντός της οποίας πραγματοποιούνται εργασίες επισκευής και συντήρησης οχημάτων υψηλής τάσης, με χρήση κατάλληλου εξοπλισμού. Τα συνεργεία οχημάτων υψηλής τάσης μπορούν να λειτουργούν είτε αυτόνομα, είτε και εντός των εγκαταστάσεων άλλου συμβατικού συνεργείου οχημάτων. Σε κάθε περίπτωση, οι εγκαταστάσεις διαθέτουν επαρκείς χώρους και κατάλληλο εξοπλισμό για την επισκευή και τη συντήρηση των οχημάτων υψηλής τάσης. Όλοι οι χώροι διαθέτουν την απαραίτητη σήμανση, όπως αναγνωριστικές πινακίδες επί του οχήματος, περίφραξη του χώρου με εμφανή σήμανση υψηλής τάσης κ.λπ., ώστε να πληρούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις για την εκτέλεση όλων των απαραίτητων εργασιών επί των οχημάτων υψηλής τάσης με ασφάλεια, τόσο για τα οχήματα, όσο και για τους εργαζόμενους του συνεργείου.

Ορισμός 2: Η εγκατάσταση, εντός της οποίας πραγματοποιούνται εργασίες επισκευής και συντήρησης οχημάτων υψηλής τάσης, με τη χρήση κατάλληλου εξοπλισμού.

Συνεχής Εξαερισμός
Ορισμός 1: Ο εξαερισμός που λειτουργεί ανά πάσα στιγμή.

Συνήθης λειτουργία
Ορισμός 1: Η κατάσταση κατά την οποία οι εγκαταστάσεις χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τις παραμέτρους βάσει των οποίων έχουν σχεδιαστεί.

Σύνθετη μελέτη
Ορισμός 1: Η μελέτη που περιλαμβάνει περισσότερες από μία κύριες μελέτες και ενδεχομένως τις απαιτούμενες υποστηρικτικές μελέτες

Σύνθετη συσκευασία
Ορισμός 1: Η συσκευασία που αποτελείται από δύο (2) ή περισσότερα στρώματα διαφορετικών υλικών τα οποία δεν είναι δυνατόν να διαχωριστούν με το χέρι και συνιστούν μία ενιαία ολοκληρωμένη μονάδα αποτελούμενη από εσωτερικό υποδοχέα και εξωτερικό περίβλημα, η οποία γεμίζεται, αποθηκεύεται, μεταφέρεται και εκκενώνεται ενιαία.

Συνθήκες δοκιμής
Ορισμός 1: Οι πιέσεις δοκιμής και οι πιέσεις ρήξεως που ενασκούνται υδραυλικώς στους 20° C (+-5 °C).

Συνοδά έργα
Ορισμός 1: Όλα τα έργα που απαιτούνται για την εγκατάσταση και λειτουργία του σταθμού. Στα συνοδά έργα περιλαμβάνονται, ιδίως, η οδοποιία πρόσβασης, η εσωτερική οδοποιία, τα απαιτούμενα έργα και κατασκευές για τη σύνδεση του σταθμού με το Δίκτυο ή το Σύστημα, τα έργα υδροληψίας, ο αγωγός προσαγωγής, οι κτιριακές εγκαταστάσεις. Τα συνοδά έργα δύνανται να εξειδικεύονται στον οικείο Κανονισμό.

Συνολικό επίπεδο συμμόρφωσης
Ορισμός 1: Η συνολική εικόνα συμμόρφωσης της δραστηριότητας ή του έργου, όπως καθορίζεται από τη συνδυαστική αξιολόγηση των συμμορφώσεων που διαπιστώνονται κατά τον έλεγχο.

Συνολικός λόγος έκθεσης
Ορισμός 1: Το άθροισμα των σχετικών λόγων έκθεσης που προκύπτουν για το ίδιο φυσικό μέγεθος (ηλεκτρικό ή μαγνητικό πεδίο) και την ίδια επίδραση (ηλεκτροδιεγερτική ή θερμική) σε μία θέση μέτρησης μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Ο συνολικός λόγος έκθεσης χρησιμοποιείται στην παρούσα απόφαση για να εκτιμηθεί κατά πόσον υπερβαίνονται τα επίπεδα αναφοράς για την έκθεση σε ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία.

Συντελεστής δοκιμής
Ορισμός 1: Αριθμητική τιμή του λόγου του χρησιμοποιούμενου φορτίου για τις στατικές ή δυναμικές δοκιμές ανυψωτικού μηχανήματος ή ανυψωτικού εξαρτήματος, προς το μέγιστο φορτίο χρήσης, το οποίο αναγράφεται πάνω στο μηχάνημα ή στο ανυψωτικό εξάρτημα.

Συντελεστής στοιβασίας
Ορισμός 1: Ο αριθμός που εκφράζει τον αριθμό κυβικών μέτρων που θα καταλαμβάνει ένας τόνος φορτίου.

Συντελεστής χρήσης
Ορισμός 1: Αριθμητική τιμή του λόγου του εγγυημένου από τον κατασκευαστή ή τον εντολοδόχο φορτίου μέχρι το οποίο ένα κατασκευαστικό στοιχείο μπορεί να συγκρατεί το εν λόγω φορτίο, προς το μέγιστο φορτίο χρήσης το οποίο αναγράφεται πάνω στο κατασκευαστικό στοιχείο, στον εξοπλισμό ή στο ανυψωτικό εξάρτημα αντιστοίχως.

Συντήρηση
Ορισμός 1: Οι εργασίες διατήρησης της κατασκευαστικής ή της λειτουργικής ικανότητας μερών, καθώς και των κύριων και βοηθητικών συστημάτων του πλοίου.

Συντονισμός
Ορισμός 1: Η οργάνωση, προτεραιοποίηση και παρακολούθηση των απαιτούμενων δράσεων, καθώς και η εξασφάλιση της διαλειτουργικότητας, της εφαρμογής των κανόνων επιχειρησιακής δράσης και της συνεργασίας μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων για την επίτευξη κοινού σκοπού.

Συντονιστής για θέματα ασφάλειας και υγείας κατά την εκπόνηση της μελέτης του έργου
Ορισμός 1: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο ο εργολάβος ολόκληρου του έργου και εάν δεν υπάρχει ο κύριος του έργου αναθέτει την εκτέλεση των καθηκόντων που προβλέπονται στη §2 του άρθρου 5. (δηλ. α. συντονίζουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 4 «γενικές αρχές πρόληψης σε θέματα ασφάλειας και υγείας κατά την εκπόνηση της μελέτης του έργου», β. καταρτίζουν ή αναθέτουν την κατάρτιση του σχεδίου ασφάλειας και υγείας που προβλέπονται στο άρθρο 3, γ. καταρτίζουν το φάκελο ασφάλειας και υγείας που προβλέπεται στο άρθρο 3)

Συντονιστής για θέματα ασφάλειας και υγείας κατά την εκτέλεση του έργου
Ορισμός 1: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο ο εργολάβος ολόκληρου του έργου και εάν δεν υπάρχει ο κύριος του έργου, αναθέτει τα καθήκοντα που προβλέπονται στη §3 του άρθρου 6. (δηλ. α. συντονίζουν την εφαρμογή των γενικών αρχών πρόληψης και ασφάλειας στις τεχνικές ή/και οργανωτικές επιλογές, προκειμένου να προγραμματίζονται οι διάφορες εργασίες ή φάσεις εργασίας που διεξάγονται ταυτόχρονα ή διαδοχικά και στην πρόβλεψη της διάρκειας εκτέλεσης των διαφόρων αυτών εργασιών ή φάσεων εργασίας, β. συντονίζουν την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων μεριμνώντας ώστε οι εργολάβοι και υπεργολάβοι και, εάν αυτό είναι αναγκαίο για την προστασία των εργαζομένων, οι αυτοαπασχολούμενοι: i. να εφαρμόζουν με συνέπεια τις αρχές του άρθρου 8 «γενικές υποχρεώσεις εργοδοτών» και ii. όποτε απαιτείται, να εφαρμόζουν το σχέδιο ασφάλειας και υγείας του άρθρου 3, γ. αναπροσαρμόζουν ή μεριμνούν ώστε να αναπροσαρμοστεί το σχέδιο και ο φάκελος ασφάλειας και υγείας σύμφωνα με την παράγραφο 9 του άρθρου 3, δ. οργανώνουν μαζί με τον τεχνικό ασφάλειας και το γιατρό εργασίας τη συνεργασία, μεταξύ των εργολάβων και υπεργολάβων, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που διαδέχονται ο ένας τον άλλο στο εργοτάξιο, και το συντονισμό των δραστηριοτήτων για την προστασία των εργαζομένων και την πρόληψη των ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών, καθώς και την αμοιβαία ενημέρωσή τους σύμφωνα με τα όσα προβλέπονται στο άρθρο 7 §9 του Π.Δ. 17/1996, όταν πολλές επιχειρήσεις μοιράζονται τον ίδιο χώρο εργασίας, μεριμνώντας για τη συμμετοχή εφόσον υπάρχει ανάγκη των αυτοαπασχολούμενων, ε. συντονίζουν την εποπτεία για την ορθή εφαρμογή των εργασιακών διαδικασιών, στ. λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να επιτρέπεται η είσοδος στο εργοτάξιο μόνο στα πρόσωπα που έχουν τη σχετική άδεια, ζ. συνεργάζονται με το τεχνικό ασφάλειας και το γιατρό εργασίας καθόλη τη διάρκεια απασχόλησης στο εργοτάξιο και ζητούν τη γνώμη τους κάθε φορά που το κρίνουν απαραίτητο)

Συσκευασία
Ορισμός 1: Κάθε προϊόν, κατασκευασμένο από οποιουδήποτε είδους υλικό, προοριζόμενο να χρησιμοποιείται για να περιέχει αγαθά, για την προστασία, τη διακίνηση, τη διάθεση και την παρουσίαση αγαθών, από πρώτες ύλες μέχρι επεξεργασμένα αγαθά, από τον παραγωγό μέχρι τον χρήστη ή τον καταναλωτή. Ως συσκευασίες θεωρούνται όλα τα είδη «μιας χρήσης» που χρησιμοποιούνται για τον ίδιο σκοπό.
Ως «συσκευασία» νοείται μόνο:
α) Η συσκευασία προς πώληση ή πρωτογενής συσκευασία σχεδιασμένη να αποτελεί, στο σημείο αγοράς, χωριστή μονάδα προς πώληση στον τελικό χρήστη ή καταναλωτή.
β) Η ομαδοποιημένη συσκευασία ή δευτερογενής συσκευασία, σχεδιασμένη να αποτελεί στο σημείο αγοράς, σύνολο ορισμένου αριθμού μονάδων προς πώληση είτε αυτές πωλούνται ως έχουν στον τελικό χρήστη ή καταναλωτή είτε χρησιμεύουν για την πλήρωση των εκθετηρίων στο σημείο πώλησης. Η συσκευασία μπορεί να αφαιρείται από το προϊόν χωρίς να επηρεάζονται τα χαρακτηριστικά του.
γ) Η συσκευασία μεταφοράς ή τριτογενής συσκευασία, σχεδιασμένη να διευκολύνει τη διακίνηση και μεταφορά αριθμού μονάδων προς πώληση ή ομαδοποιημένων συσκευασιών, προκειμένου να αποφεύγονται η δια χειρός διακίνηση και οι ζημίες κατά τη μεταφορά. Στις συσκευασίες μεταφοράς δεν περιλαμβάνονται τα εμπορευματοκιβώτια των οδικών, σιδηροδρομικών, θαλάσσιων και αεροπορικών μεταφορών.

Follow us