Ορισμοί

Βλέπετε τις εγγραφές : 1151 - 1200, σε σύνολο 1438
A | D | E | F | G | I | J | L | N | O | P | R | S | T | Y |   | Α | Β | Γ | Δ | Έ | Ζ | Η | Θ | Ί | Κ | Λ | Μ | Ν | Ό | Π | Ρ | Σ | Τ | Υ | Φ | Χ | Ψ | Ω
Πυροδιαμέρισμα
Ορισμός 1: Τμήμα κτιρίου ή και ολόκληρο κτίριο που περικλείεται ερμητικά (σε περίπτωση πυρκαγιάς) από δομικά στοιχεία με προκαθοριζόμενο, κατά περίπτωση, δείκτη πυραντίστασης. Το εμβαδόν και ο όγκος του πυροδιαμερίσματος υπολογίζονται από τις εσωτερικές διαστάσεις του.

Πυροθερμικό φορτίο
Ορισμός 1: Το ποσό της θερμότητας που εκλύεται από την καύση όλων των υλικών που περιέχονται σε κάποιο χώρο. Η έννοια του φορτίου στη συγκεκριμένη περίπτωση αναφέρεται σε ενέργεια και μετριέται σε kJ.

Πυροκρότηση
Ορισμός 1: H χημική μεταβολή εκρηκτικής ύλης προς αέρια προϊόντα που γίνεται με ταχύτητα υπερήχων και συνοδεύεται με την εμφάνιση κρουστικού κύματος.

Πυρομαχικά
Ορισμός 1: Βλήματα με ή χωρίς ωστικό φορτίο και άσφαιρα πυρομαχικά που χρησιμοποιούνται σε φορητά όπλα, άλλα όπλα και πυροβόλα.

Ορισμός 2: Τα πάσης φύσεως εφόδια βολής, ιδίως τα φυσίγγια πολεμικών τυφεκίων, αυτομάτων. πολυβόλων, πιστολιών και περιστρόφων, τα βλήματα βαρέων όπλων και πυροβολικού, καθώς και τα συστήματα, που αποτελούνται από εκρηκτικές ύλες. εκρηκτικούς μηχανισμούς ή συνδυασμούς αυτών, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν όπως είναι ή να βληθούν µε όπλα ευθυτενούς ή καμπύλης τροχιάς. Στην έννοια των πυρομαχικών περιλαμβάνονται και τα ενεργά επί μέρους στοιχεία αυτών (καψύλια, κάλυκες, βολίδες, βραδύκαυστα υλικά κ.λπ.), καθώς και τα φυσίγγια βλαπτικών χημικών ουσιών.

Πυροπληκτότητα
Ορισμός 1: Ο βαθμός προσβολής μιας περιοχής, που υπολογίζεται βάσει των παλαιότερων συμβάντων και των επιπτώσεών τους (πλήθος, καμένες εκτάσεις και ποσοστό αυτών ανά νομό).

Πυροπροστατευμένη όδευση διαφυγής
Ορισμός 1: Είναι το τμήμα της όδευσης (όπως κλιμακοστάσιο, διάδρομος, προθάλαμος) που περικλείεται από πυράντοχα δομικά στοιχεία με προκαθορισμένο δείκτη πυραντίστασης.

Πυροφραγμός
Ορισμός 1: Διαχωριστικό στοιχείο από άκαυστα ή χαμηλού βαθμού αναφλεξιμότητας υλικά, που αποκόπτει οικοδομικό διάκενο ή σωλήνα ή γεμίζει αρμούς και χάσματα δομικών στοιχείων, ώστε να εμποδίζεται η διέλευση καπνού και φλογών μέσα απ’ αυτά.

Ραδιενεργά απόβλητα
Ορισμός 1: Ραδιενεργά υλικά σε αέρια, υγρή ή στερεά μορφή, των οποίων η περαιτέρω χρήση δεν προβλέπεται ή δεν εξετάζεται από το Ελληνικό Κράτος ή από νομικό ή φυσικό πρόσωπο, του οποίου την απόφαση αποδέχεται το Ελληνικό κράτος, και τα οποία ελέγχονται ως ραδιενεργά απόβλητα από την ΕΕΑΕ, βάσει του νομοθετικού και ρυθμιστικού πλαισίου του Ελληνικού Κράτους.

Ορισμός 2: Ραδιενεργές ουσίες ή υλικά σε υγρά, στερεά ή αέρια μορφή, η περαιτέρω χρήση των οποίων δεν προβλέπεται ή δεν εξετάζεται από το ΕΚΕΦΕ «Δ» και για τη διαχείριση και φύλαξή τους ασκείται ρυθμιστικός έλεγχος σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και τις εθνικές νομικές και ρυθμιστικές απαιτήσεις.

Ραδιενεργό υλικό
Ορισμός 1: Το υλικό που περιέχει ραδιενεργές ουσίες.

Ραδιενεργός ουσία
Ορισμός 1: Κάθε ουσία που περιέχει ένα ή περισσότερα ραδιονουκλίδια, η ενεργότητα ή η συγκέντρωση ενεργότητας των οποίων δεν μπορεί να παραβλεφθεί από άποψη ακτινοπροστασίας.

Ραδιενεργός ρύπανση
Ορισμός 1: Η ρύπανση υλικού, του περιβάλλοντος ή ατόμου με ραδιενεργές ουσίες. Στην ειδική περίπτωση του ανθρώπινου σώματος, η ραδιενεργός ρύπανση περιλαμβάνει τόσο την εξωτερική ρύπανση του δέρματος όσο και την εσωτερική ρύπανση, ανεξάρτητα από την οδό πρόσληψης.

Ραδιολογική ασφάλεια εργαστηρίων
Ορισμός 1: Επίτευξη κατάλληλων συνθηκών εργασίας με ραδιενεργές ουσίες ή λειτουργίας μηχανημάτων παραγωγής ιοντιζουσών ή και μη ιοντιζουσών ακτινοβολιών για την πρόληψη ατυχημάτων, με σκοπό την ασφάλεια και την προστασία της υγείας των εργαζομένων, των μελών του κοινού και του περιβάλλοντος γενικότερα.

Ρύπανση
Ορισμός 1: Η άμεση ή έμμεση εισαγωγή ουσιών ή ενέργειας στο θαλάσσιο περιβάλλον ως αποτέλεσμα ανθρώπινων δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένου και του ανθρωπογενούς υποθαλάσσιου θορύβου, οι επιπτώσεις των οποίων έχουν ως αποτέλεσμα ή ενδέχεται:
α) να είναι επιβλαβείς για τους ζωντανούς οργανισμούς και τα θαλάσσια οικοσυστήματα, καταλήγοντας ιδίως στην απώλεια βιοποικιλότητας,
β) να θέτουν σε κίνδυνο την ανθρώπινη υγεία, γ) να εμποδίζουν τις θαλάσσιες δραστηριότητες όπως η αλιεία, ο τουρισμός και η αναψυχή, καθώς και άλλες νόμιμες χρήσεις της θάλασσας,
δ) να υποβαθμίζουν ποιοτικά τη χρήση των θαλάσσιων υδάτων και να μειώνουν την ελκυστικότητά τους ή γενικότερα να υποβαθμίζουν την αειφόρο χρήση των θαλάσσιων αγαθών και υπηρεσιών.

Ρύπος
Ορισμός 1: Οιαδήποτε ουσία εμφανίζεται στον ατμοσφαιρικό αέρα και ενδέχεται να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία του ανθρώπου και/ή στο περιβάλλον στο σύνολό του.

Σεξουαλική παρενόχληση
Ορισμός 1: Οποιαδήποτε μορφή ανεπιθύμητης λεκτικής, μη λεκτικής, ψυχολογικής ή σωματικής συμπεριφοράς σεξουαλικού χαρακτήρα, με σκοπό ή αποτέλεσμα την προσβολή της προσωπικότητας ή την παραβίαση της αξιοπρέπειας ενός προσώπου, ιδίως με τη δημιουργία εκφοβιστικού, εχθρικού, εξευτελιστικού, ταπεινωτικού ή επιθετικού περιβάλλοντος γύρω από αυτό. Διατάξεις που προβλέπουν κυρώσεις για την επίδειξη τέτοιας συμπεριφοράς εφαρμόζονται ως ισχύουν.

Ορισμός 2: Οποιαδήποτε μορφή ανεπιθύμητης λεκτικής, ψυχολογικής ή σωματικής συμπεριφοράς σεξουαλικού χαρακτήρα, με αποτέλεσμα την προσβολή της προσωπικότητας ενός προσώπου, ιδίως με τη δημιουργία εκφοβιστικού, εχθρικού, εξευτελιστικού, ταπεινωτικού ή επιθετικού περιβάλλοντος γύρω από αυτό. Διατάξεις που προβλέπουν κυρώσεις για την επίδειξη τέτοιας συμπεριφοράς εφαρμόζονται ως ισχύουν.

Ορισμός 3: Όταν εκδηλώνεται ανεπιθύμητη συμπεριφορά συνδεόμενη με το φύλο ενός προσώπου, με σκοπό ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας του προσώπου αυτού και τη δημιουργία εκφοβιστικού, εχθρικού, ταπεινωτικού, εξευτελιστικού ή επιθετικού περιβάλλοντος.

Σήμα δια χειρονομιών
Ορισμός 1: Κίνηση ή/και θέση των βραχιόνων ή/και των χεριών σύμφωνα με κωδική μορφή για την καθοδήγηση ατόμων που εκτελούν χειρισμούς οι οποίοι ενέχουν υπαρκτό ή πιθανό κίνδυνο για τους εργαζομένους.

Σήμα διάσωσης ή βοήθειας
Ορισμός 1: Κάθε σήμα που παρέχει ενδείξεις σχετικές με τις εξόδους κινδύνου ή τα μέσα βοήθειας ή διάσωσης.

Σήμα Ισότητας
Ορισμός 1: Τίτλος που χορηγείται από τη Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων στις επιχειρήσεις του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, ως επιβράβευση για την εφαρμογή πολιτικών ίσης μεταχείρισης και ίσων ευκαιριών των εργαζόμενων γυναικών και ανδρών.

Σήμα υποχρέωσης
Ορισμός 1: Κάθε σήμα που ορίζει μια συγκεκριμένη συμπεριφορά.

Σήμανση
Ορισμός 1: Η επίθεση επί του εξοπλισμού ορατής, ευανάγνωστης και ανεξίτηλης σήμανσης CΕ όπως ορίζεται στην απόφαση 93/465/ΕΟΚ, συνοδευόμενης από την αναγραφή της εγγυημένης στάθμης ακουστικής ισχύος.

Σήμανση CE
Ορισμός 1: Σήμανση διά της οποίας ο εγκαταστάτης ή ο κατασκευαστής δηλώνει ότι ο ανελκυστήρας ή το κατασκευαστικό στοιχείο ασφάλειας για ανελκυστήρες συμμορφώνεται προς τις ισχύουσες απαιτήσεις της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης που προβλέπει την τοποθέτηση της σήμανσης αυτής.

Ορισμός 2: Σήμανση διά της οποίας ο κατασκευαστής δηλώνει ότι το εκρηκτικό συμμορφώνεται προς τις εφαρμοστέες απαιτήσεις της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης που προβλέπει την τοποθέτηση της σήμανσης.

Σήμανση ασφάλειας ή/και υγείας
Ορισμός 1: Κάθε σήμανση η οποία, αναφερόμενη σε ένα ορισμένο αντικείμενο, δραστηριότητα ή κατάσταση, παρέχει μια ένδειξη ή οδηγίες σχετικά με την ασφάλεια ή/και την υγεία κατά την εργασία, ανάλογα με την περίπτωση, μέσω πινακίδας, χρώματος, φωτεινού ή ηχητικού σήματος, προφορικής ανακοίνωσης ή σήματος δια χειρονομιών.

Σήμανση π
Ορισμός 1: Σήμανση με την οποία αποδεικνύεται ότι ο μεταφερόμενος εξοπλισμός υπό πίεση συμμορφώνεται με τις εφαρμοστέες απαιτήσεις περί αξιολόγησης της συμμόρφωσης που καθορίζονται με τα παραρτήματα της κοινής υπουργικής απόφασης 35043/2524/2010 (Β΄1385) και με την παρούσα.

Σηματωρός
Ορισμός 1: Το άτομο που δίνει τα σήματα με χειρονομίες.

Σημεία πώλησης εμπορευμάτων ή προϊόντων
Ορισμός 1: Ο οριοθετημένος και διαμορφωμένος χώρος, όπου ασκείται λιανικό εμπόριο εμπορευμάτων ή προϊόντων, στα οποία περιλαμβάνονται τα τρόφιμα και τα ποτά.

Σημείο ανάφλεξης (Flash-point)
Ορισμός 1: Σημαίνει τη χαμηλότερη θερμοκρασία ενός υγρού όπου οι ατμοί του αποτελούν εύφλεκτο μείγμα με τον αέρα.

Σημείο ανάφλεξης (κλειστό δοχείο)
Ορισμός 1: Η χαμηλότερη θερμοκρασία στην οποία η εφαρμογή μιας μικρής φλόγας προκαλεί στα αέρια που βρίσκονται πάνω από το πετρελαιοειδές ανάφλεξη, όταν το προϊόν θερμαίνεται υπό καθορισμένες συνθήκες σε ένα κλειστό δοχείο. (Σχετικές π.χ. οι μέθοδοι ΙΡ 34, 113 και 170).

Σημείο Διασύνδεσης Περιοχής Οργανωμένης Ανάπτυξης
Σημείο επαναφόρτισης
Σημείο επαναφόρτισης κανονικής ισχύος
Σημείο επαναφόρτισης υψηλής ισχύος
Σημείο ροής υγρασίας
Ορισμός 1: Η εκατοστιαία περιεκτικότητα σε υγρασία (βάση υγρής μάζας) στην οποία αναπτύσσεται κατάσταση ροής κάτω από την προβλεπόμενη μέθοδο δοκιμής σε αντιπροσωπευτικό δείγμα του υλικού (βλέπε παράγραφο 1 του προσαρτήματος 2).

Σκάφος
Ορισμός 1: Το πλοίο ή το βοηθητικό ναυπήγημα κατά την έννοια των άρθρων 3 και 4 αντίστοιχα του Ν.Δ. 187/1973 (Α ́ 261) «Περί Κωδικός Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου» όπως ισχύει, το οποίο δύναται να εξυπηρετηθεί ασφαλώς από το πλησίον του πρατηρίου, διαθέσιμο κρηπίδωμα ή προβλήτα παραβολής, σε συνδυασμό με την εξασφάλιση ύπαρξης εντός της λιμενολεκάνης απαιτούμενου χώρου (κύκλος ελιγμών) για την κίνησή του, από και προς το κρηπίδωμα - προβλήτα, χωρίς να παρεμποδίζεται η λειτουργικότητα του λιμένα.

Σκόνη (κονιορτός)
Ορισμός 1: Στερεά σωματίδια αιωρούμενα στον αέρα, παραγόμενα με μηχανικές μεθόδους ή με στροβιλισμό.

Σοβαρό ατύχημα
Ορισμός 1: «Σοβαρό ατύχημα», σε ό,τι αφορά σε εγκατάσταση ή συνδεδεμένη υποδομή, σημαίνει:
α) συμβάν που περιλαμβάνει έκρηξη, πυρκαγιά, απώλεια ελέγχου της γεώτρησης ή απελευθέρωση πετρελαίου, φυσικού αερίου ή επικίνδυνων ουσιών που συνοδεύεται από, ή είναι πολύ πιθανόν να προκαλέσει, βίαιο θάνατο ή σοβαρό τραυματισμό ανθρώπων,
β) συμβάν που έχει ως αποτέλεσμα σοβαρή ζημία στην εγκατάσταση ή τη συνδεδεμένη υποδομή και συνοδεύεται από ή είναι πολύ πιθανόν να προκαλέσει, βίαιο θάνατο ή σοβαρό τραυματισμό ανθρώπων,
γ) οποιοδήποτε άλλο συμβάν επιφέρει βίαιο θάνατο ή σοβαρό τραυματισμό πέντε ή περισσότερων ατόμων, τα
οποία βρίσκονται επί της υπεράκτιας εγκατάστασης από την οποία πηγάζει ο κίνδυνος ή τα οποία εμπλέκονται με υπεράκτια εργασία υδρογονανθράκων σχετιζόμενη με την εγκατάσταση ή τη συνδεδεμένη υποδομή, ή
δ) οποιοδήποτε σοβαρό περιβαλλοντικό συμβάν προκύπτει από τα αναφερόμενα στις περιπτώσεις α’, β’ και γ’.
Για να διαπιστωθεί εάν ένα συμβάν συνιστά σοβαρό ατύχημα κατά τις περιπτώσεις α’, β’ ή δ’, εγκατάσταση που υπό φυσιολογικές συνθήκες δεν είναι επανδρωμένη, αντιμετωπίζεται ως επανδρωμένη.

Σοβαρό περιβαλλοντικό συμβάν
Ορισμός 1: Σημαίνει συμβάν που προκαλεί ή θα μπορούσε να προκαλέσει σημαντικές δυσμενείς επιπτώσεις στο περιβάλλον, κατά τους ορισμούς του Π.δ. 148/2009 (Α’ 190).

Σοβαρότητα της παράβασης
Ορισμός 1: O βαθμός βαρύτητας της παράβασης των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας.

Σταθερά ικριώματα
Ορισμός 1: Είναι μεταλλικές (σωληνωτές) ή ξύλινες κατασκευές, εξυπηρετούσαι τας, εις διάφορα ύψη εκτελουμένας εργασίας, εκ των αναφερομένων εις το άρθρο 1. (δηλ. επί εργασιών ανεγέρσεως, κατεδαφίσεως, επισκευής, διακοσμήσεως, χρωματισμού οικοδομών, ως και των εις αυτάς εκτελουμένων πάσης φύσεως μεταλλικών, μηχανουργικών, μηχανολογικών και ηλεκτρονικών εργασιών).

Σταθερά ικριώματα
Ορισμός 1: Είναι μεταλλικές (σωληνωτές) ή ξύλινες κατασκευές, εξυπηρετούσαι τας, εις διάφορα ύψη εκτελουμένας εργασίας, εκ των αναφερομένων εις το άρθρο 1. (δηλ. επί εργασιών ανεγέρσεως, κατεδαφίσεως, επισκευής, διακοσμήσεως, χρωματισμού οικοδομών, ως και των εις αυτάς εκτελουμένων πάσης φύσεως μεταλλικών, μηχανουργικών, μηχανολογικών και ηλεκτρονικών εργασιών).

Σταθερές μετρήσεις
Ορισμός 1: Μετρήσεις που εκτελούνται σε καθορισμένες τοποθεσίες είτε συνεχώς είτε με τυχαία δειγματοληψία, για τον καθορισμό των επιπέδων σύμφωνα με τους σχετικούς στόχους όσον αφορά την ποιότητα των δεδομένων.

Σταθερή διάταξη ψυχαγωγίας
Ορισμός 1: Η διάταξη ψυχαγωγίας που δεν αποτελεί περιοδεύουσα διάταξη.

Σταθερή πηγή
Ορισμός 1: Οποιοδήποτε σταθερό κτίριο, δομή, συσκευή, εγκατάσταση ή εξοπλισμός, που εκπέμπει ή μπορεί να εκπέμψει άμεσα ή έμμεσα στην ατμόσφαιρα θείο, οξείδια του αζώτου, πτητικές οργανικές ενώσεις ή αμμωνία.

Σταθερή συνάθροιση
Ορισμός 1: Η δημόσια υπαίθρια συνάθροιση, της οποίας η έναρξη, η διάρκεια και η λήξη πραγματοποιούνται στον ίδιο, ανοιχτό, μη περιτοιχισμένο χώρο.

Στάθμη ακουστικής ισχύος LWA
Ορισμός 1: Η Α-σταθμισμένη στάθμη ακουστικής ισχύος σε dΒ ως προς 1 p\Ν, όπως ορίζεται στα ευρωπαϊκά πρότυπα ΙS0 3744:1955 και ΙS0 3746:1995.

Σταθμός
Ορισμός 1: Ο σταθμός παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α. ή/και ο σταθμός αποθήκευσης ενέργειας.

Ορισμός 2: Ένας ή περισσότεροι πομποί ή δέκτες ή συνδυασμός πομπών και δεκτών μετά των πρόσθετων συσκευών, που είναι αναγκαίοι σε ορισμένη θέση για τη διεξαγωγή (διενέργεια) συγκεκριμένης υπηρεσίας ραδιοεπικοινωνίας ή για την υπηρεσία ραδιοαστρονομίας. Κάθε σταθμός χαρακτηρίζεται από το είδος της υπηρεσίας στην οποία συμμετέχει και από το αν είναι μόνιμος ή προσωρινός.

Σταθμός αντλησιοταμίευσης
Ορισμός 1: Ο σταθμός αποθήκευσης που περιλαμβάνει ηλεκτρογεννήτριες και ενδεχομένως διακριτά αντλητικά συγκροτήματα, τα έργα υδροληψίας, τον αγωγό ή τη σήραγγα προσαγωγής, το φράγμα, τον ταμιευτήρα, καθώς και τον λοιπό η/μ εξοπλισμό που είναι απαραίτητος για τη λειτουργία του σταθμού.

Σταθμός αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας ή σταθμός αποθήκευσης
Ορισμός 1: Το σύνολο των εγκαταστάσεων που συνδέονται με το Σύστημα Μεταφοράς ή το Δίκτυο Διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων των σταθμών αντλησιοταμίευσης και των υβριδικών σταθμών, και επιτελούν αποκλειστικά λειτουργία αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας.

Σταθμός βιομάζας ή βιοαερίου
Ορισμός 1: Οι γεννήτριες, οι κινητήρες, ο απαιτούμενος η/μ εξοπλισμός, το σύνολο των απαραίτητων υποδομών και των εγκαταστάσεων υποδοχής, επεξεργασίας, τυποποίησης, αποθήκευσης βιομάζας και βιορευστών, καθώς και οι υποδομές και εγκαταστάσεις υποδοχής, επεξεργασίας, αποθήκευσης πρώτων υλών προς παραγωγή βιοαερίου, ενεργειακής αξιοποίησης των καυσίμων πρώτων υλών βιομάζας/βιοαερίου/βιορευστών, διάθεσης της παραγόμενης ηλεκτρικής και της συμπαραγόμενης θερμικής ενέργειας, τυποποίησης, μεταφοράς και διάθεσης τυχόν δευτερογενώς παραγόμενων αέριων, στερεών ή υγρών υποπροϊόντων/παραπροϊόντων ή αποβλήτων, που προκύπτουν κατά τη διαδικασία επεξεργασίας και εν γένει προετοιμασίας της καύσιμης ύλης της μονάδας.

Σταθμός μέτρησης
Ορισμός 1: Κάθε θέση μέτρησης συγκέντρωσης αιωρούμενων σωματιδίων (ΑΣ10) στον περιβάλλοντα αέρα, η οποία ικανοποιεί τα κριτήρια χωροθέτησης του Παραρτήματος ΙΙΙ, της υπ’ αριθμ. Η.Π. 14122/549/Ε.103 κοινής υπουργικής απόφασης (Β΄ 488/2011).

Στατική δοκιμή
Ορισμός 1: Δοκιμή που συνίσταται στην επιθεώρηση του ανυψωτικού μηχανήματος ή των ανυψωτικών εξαρτημάτων και, εν συνεχεία, στην επιβολή δύναμης που αντιστοιχεί στο μέγιστο φορτίο χρήσης πολλαπλασιαζόμενο επί τον κατάλληλο συντελεστή στατικής δοκιμής, μετά δε την αποφόρτιση στην εκ νέου επιθεώρηση του ανυψωτικού μηχανήματος ή των ανυψωτικών εξαρτημάτων, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν έχουν υποστεί ζημίες. 

Follow us