Ελληνοαγγλικό Λεξικό Όρων
Ελληνικός όρος: Στατιστικό Γραφείο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Αγγλικός όρος: Statistical Office of the European Communities
Μετάφραση: Statistical Office of the European Communities
Ελληνικός όρος: Στατιστικός Έλεγχος Διεργασιών
Αγγλικός όρος: Statistical Process Control
Μετάφραση: Statistical Process Control
Ελληνικός όρος: Στεαραμίδιο ή στεατοαμίδιο
Αγγλικός όρος: Stearamide
Ελληνικός όρος: Στεατικό οξύ ή δεκαοκτανικό οξύ
Αγγλικός όρος: Stearic acid or octadecanoic acid (C18H36O2)
Μετάφραση: Stearic acid or octadecanoic acid (C18H36O2)
Ελληνικός όρος: Στεατικός αιθυλεστέρας
Αγγλικός όρος: Ethyl stearate
Μετάφραση: Ethyl stearate
Ελληνικός όρος: Στεατοϋλοχλωρίδιο ή χλωρίδιο στεατικού οξέος
Αγγλικός όρος: Stearoylchloride
Μετάφραση: Stearoylchloride
Ελληνικός όρος: Στεγανό σύγκρουσης
Ελληνικός όρος: Στεγανοποίηση
Ελληνικός όρος: Στεγανοποιητικός δακτύλιος
Αγγλικός όρος: Sealing ring
Ελληνικός όρος: Στεγανότητα
Ελληνικός όρος: Στεγνό καθάρισμα
Αγγλικός όρος: Dry cleaning
Ελληνικός όρος: Στεγνωτήρας παρτίδας
Αγγλικός όρος: Drying stove
Ελληνικός όρος: Στεγνωτήρες συνεχούς ροής
Αγγλικός όρος: Continuous dryers
Μετάφραση: Continuous dryers
Ελληνικός όρος: Στεγνωτήριο με αέρα
Ελληνικός όρος: Στελέχωση
Ελληνικός όρος: Στερεά άλατα
Αγγλικός όρος: Solid salts
Ελληνικός όρος: Στερεά απόβλητα
Αγγλικός όρος: Solid wastes
Ελληνικός όρος: Στερεά γωνία
Αγγλικός όρος: Solid angle
Ελληνικός όρος: Στερεά κατάσταση
Αγγλικός όρος: Solid state
Ελληνικός όρος: Στερεακτίνιο
Ελληνικός όρος: Στερεό εμπόδιο
Αγγλικός όρος: Solid obstacle
Μετάφραση: Solid obstacle
Ελληνικός όρος: Στεροϊδές
Ελληνικός όρος: Στιβάδα του όζοντος
Αγγλικός όρος: Ozone layer
Ελληνικός όρος: Στιβίνη ή υδρίδιο του αντιμονίου
Αγγλικός όρος: Stibine or antimony hydride
Μετάφραση: Stibine or antimony hydride
Ελληνικός όρος: Στιγμιαία κορυφή (π.χ θορύβου)
Ελληνικός όρος: Στιγμιαίο δείγμα
Αγγλικός όρος: Spot sample
Ελληνικός όρος: Στιλβένιο
Ελληνικός όρος: Στιλβολείανση
Αγγλικός όρος: Polish grinding
Μετάφραση: Polish grinding
Ελληνικός όρος: Στιλβωτής
Ελληνικός όρος: Στιλβωτικές μηχανές
Αγγλικός όρος: Polishing machines
Μετάφραση: Polishing machines
Ελληνικός όρος: Στιλπνότητα
Ελληνικός όρος: Στοίβαγμα