Ελληνοαγγλικό Λεξικό Όρων
Ελληνικός όρος: Εκπνεόμενος αέρας
Αγγλικός όρος: Expired air
Αγγλικός όρος: Exhalation
Ελληνικός όρος: Εκπομπή προειδοποιητικών σημάτων
Αγγλικός όρος: Use of warning signals
Μετάφραση: Use of warning signals
Ελληνικός όρος: Εκπόνηση της μελέτης του έργου
Αγγλικός όρος: Poject preparation stage
Μετάφραση: Poject preparation stage
Ελληνικός όρος: Εκπόνηση του έργου
Αγγλικός όρος: Project execution stage
Μετάφραση: Project execution stage
Ελληνικός όρος: Εκπρόσωποι υγιεινής και ασφάλειας
Αγγλικός όρος: Safety and health representatives
Μετάφραση: Safety and health representatives
Ελληνικός όρος: Εκπρόσωπος διοίκησης
Αγγλικός όρος: Management representative
Μετάφραση: Management representative
Ελληνικός όρος: Εκπρόσωπος των εργαζομένων
Αγγλικός όρος: Workers’ representative
Μετάφραση: Workers’ representative
Ελληνικός όρος: Εκπυρσοκρότηση
Αγγλικός όρος: Detonation
Ελληνικός όρος: Εκπυρσοκροτητής
Ελληνικός όρος: Εκρηκτικά μείγματα ατμού -αέρος
Αγγλικός όρος: Explosive vapour-air mixture
Μετάφραση: Explosive vapour-air mixture
Ελληνικός όρος: Εκρηκτικές ατμόσφαιρες
Αγγλικός όρος: Explosive atmospheres
Μετάφραση: Explosive atmospheres
Ελληνικός όρος: Εκρηκτική αποσύνθεση·
Αγγλικός όρος: Explosive decomposition
Μετάφραση: Explosive decomposition
Ελληνικός όρος: Εκρηκτική ζώνη
Αγγλικός όρος: Explosive range
Μετάφραση: Explosive range
Ελληνικός όρος: Εκρηκτική ομάδα
Αγγλικός όρος: Explosion group
Μετάφραση: Explosion group
Ελληνικός όρος: Εκρηκτική ουσία
Αγγλικός όρος: Explosive substance
Μετάφραση: Explosive substance
Ελληνικός όρος: Εκρηκτική ύλη ή εκρηκτικό
Ελληνικός όρος: Εκρηκτικό αντικείμενο
Αγγλικός όρος: Explosive article
Μετάφραση: Explosive article
Ελληνικός όρος: Εκρηκτικό μείγμα
Αγγλικός όρος: Explosive mixture
Μετάφραση: Explosive mixture
Ελληνικός όρος: Εκρηκτικό όταν αναμιχθεί με καύσιμα υλικά
Αγγλικός όρος: Explosive when mixed with combustible material
Μετάφραση: Explosive when mixed with combustible material
Ελληνικός όρος: Εκρηκτικό όταν αναμιχθεί με οξειδωτικές ουσίες
Αγγλικός όρος: Explosive when mixed with oxidizing substances
Μετάφραση: Explosive when mixed with oxidizing substances
Ελληνικός όρος: Εκρηκτικό σε επαφή ή χωρίς επαφή με τον αέρα
Αγγλικός όρος: Explosive with or without contact with air
Μετάφραση: Explosive with or without contact with air
Ελληνικός όρος: Εκρηκτικό σε ξηρή κατάσταση
Αγγλικός όρος: Explosive when dry
Μετάφραση: Explosive when dry
Ελληνικός όρος: Εκρήξεις αερίου
Αγγλικός όρος: Gas explosions
Μετάφραση: Gas explosions
Ελληνικός όρος: Εκρήξεις σκόνης
Αγγλικός όρος: Dust explosions
Μετάφραση: Dust explosions
Ελληνικός όρος: Εκρήξιμη ατμόσφαιρα αερίων
Αγγλικός όρος: Explosive gas atmosphere
Μετάφραση: Explosive gas atmosphere
Ελληνικός όρος: Εκρηξιμότητα
Αγγλικός όρος: Explosibility
Αγγλικός όρος: Desorption
Ελληνικός όρος: Εκσκαφέας
Ελληνικός όρος: Εκσκαφέας συρόμενης πτυοσκάφης
Ελληνικός όρος: Εκσκαφέας τάφρων