Ελληνοαγγλικό Λεξικό Όρων

Displaying 37 - 72 of 115
2 | I | P | Α | Β | Γ | Δ | Ε | Ζ | Η | Θ | Ι | Κ | Λ | Μ | Ν | Ξ | Ο | Π | Ρ | Σ | Τ | Ύ | Φ | Χ | Ψ | Ω
Ελληνικός όρος:
Λεβητοστάσιο
Αγγλικός όρος:
Boiler-room

Μετάφραση: Boiler-room
Ελληνικός όρος:
Λεβουλόζη
Αγγλικός όρος:
Levuloze

Μετάφραση: Levuloze
Ελληνικός όρος:
Λείανση
Αγγλικός όρος:
Grinding, abrasion, polishing, fair-finishing

Μετάφραση: Grinding, abrasion, polishing, fair-finishing
Ελληνικός όρος:
Λειαντές με υποδοχή εργαλείων
Αγγλικός όρος:
Die grinders

Μετάφραση: Die grinders
Ελληνικός όρος:
Λειαντής
Αγγλικός όρος:
Grinder

Μετάφραση: Grinder
Ελληνικός όρος:
Λειαντικά μέσα
Αγγλικός όρος:
Abrasives

Μετάφραση: Abrasives
Ελληνικός όρος:
Λειαντικές μηχανές
Αγγλικός όρος:
Grinding machines

Μετάφραση: Grinding machines
Ελληνικός όρος:
Λειαντικός τροχός
Αγγλικός όρος:
Abrasive wheel

Μετάφραση: Abrasive wheel
Ελληνικός όρος:
Λέιζερ
Αγγλικός όρος:
Laser

Μετάφραση: Laser
Ελληνικός όρος:
Λειότριψη
Αγγλικός όρος:
Smoothing

Μετάφραση: Smoothing
Ελληνικός όρος:
Λειτουργία
Αγγλικός όρος:
Functioning, operation

Μετάφραση: Functioning, operation
Ελληνικός όρος:
Λειτουργία (π.χ. μηχανήματος)
Αγγλικός όρος:
Function

Μετάφραση: Function
Ελληνικός όρος:
Λειτουργία πιστοποίησης
Αγγλικός όρος:
Performance of certification

Μετάφραση: Performance of certification
Ελληνικός όρος:
Λειτουργία σε έκτακτη ανάγκη
Αγγλικός όρος:
Emergency operation

Μετάφραση: Emergency operation
Ελληνικός όρος:
Λειτουργικά δεδομένα
Αγγλικός όρος:
Functional aspects

Μετάφραση: Functional aspects
Ελληνικός όρος:
Λειτουργικές απαιτήσεις
Αγγλικός όρος:
Functional requirements

Μετάφραση: Functional requirements
Ελληνικός όρος:
Λειτουργική ασφάλεια
Αγγλικός όρος:
Functional safety

Μετάφραση: Functional safety
Ελληνικός όρος:
Λεμφικό σύστημα
Αγγλικός όρος:
Lymphatic system

Μετάφραση: Lymphatic system
Ελληνικός όρος:
Λεμφοκύτταρο
Αγγλικός όρος:
Lymphocyte

Μετάφραση: Lymphocyte
Ελληνικός όρος:
Λεπτό έντερο
Αγγλικός όρος:
Small bowel

Μετάφραση: Small bowel
Ελληνικός όρος:
Λεπτοσπείρα
Αγγλικός όρος:
Leptospira

Μετάφραση: Leptospira
Ελληνικός όρος:
Λεπτοσπείρωση
Αγγλικός όρος:
Leptospirosis, Weils disease

Μετάφραση: Leptospirosis, Weils disease
Ελληνικός όρος:
Λεύκανση
Αγγλικός όρος:
Blanching

Μετάφραση: Blanching
Ελληνικός όρος:
Λευκαντικό
Αγγλικός όρος:
Bleaching agent

Μετάφραση: Bleaching agent
Ελληνικός όρος:
Λευκή βίβλος
Αγγλικός όρος:
White paper

Μετάφραση: White paper
Ελληνικός όρος:
Λευκίνη
Αγγλικός όρος:
Leucine, α-aminoisocaproic acid, Leu, L

Μετάφραση: Leucine, α-aminoisocaproic acid, Leu, L
Ελληνικός όρος:
Λευκός αμίαντος
Αγγλικός όρος:
White asbestos

Μετάφραση: White asbestos
Ελληνικός όρος:
Λευκόχρυσος
Αγγλικός όρος:
Platinum

Μετάφραση: Platinum
Ελληνικός όρος:
Λευχαιμία
Αγγλικός όρος:
Leukaemia

Μετάφραση: Leukaemia
Ελληνικός όρος:
Λίαν οσμηρά απόβλητα
Αγγλικός όρος:
Wastes that have a pungent smell

Μετάφραση: Wastes that have a pungent smell
Ελληνικός όρος:
Λιγνίτης
Αγγλικός όρος:
Lignite, brown coal

Μετάφραση: Lignite, brown coal
Ελληνικός όρος:
Λιγροΐνη
Αγγλικός όρος:
Ligroin

Μετάφραση: Ligroin
Ελληνικός όρος:
Λιθανθρακόπισσα
Αγγλικός όρος:
Coal tar

Μετάφραση: Coal tar
Ελληνικός όρος:
Λίθιο
Αγγλικός όρος:
Lithium (Li)

Μετάφραση: Lithium (Li)
Ελληνικός όρος:
Λιθιοβουτυλοχαλκός
Αγγλικός όρος:
Lithium butylcopper

Μετάφραση: Lithium butylcopper
Ελληνικός όρος:
Λιθιοδιαλκυλοχαλκός
Αγγλικός όρος:
Lithium dialkylcopper

Μετάφραση: Lithium dialkylcopper

Ακολουθήστε μας