Ν. 4155/2013 (ΦΕΚ 120/Α` 29.5.2013)
Τροποποιήθηκε από :
- Ν. 4850/2021 (ΦΕΚ 208/Α' 5.11.2021) Οδηγώντας με ασφάλεια: Εκσυγχρονισμός πλαισίου εκπαίδευσης και εξέτασης υποψήφιων οδηγών και οδηγών για τη χορήγηση αδειών οδήγησης οχημάτων, διατάξεις σχετικά με την οδήγηση ατόμων με αναπηρία, ρυθμίσεις για την ταξινόμηση και την κυκλοφορία οχημάτων ιστορικού ενδιαφέροντος, λοιπές διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών και άλλες επείγουσες ρυθμίσεις (Άρθρο 26: τροποποίηση άρθρου 52)
- N. 4599/2019, (ΦΕΚ 40/Α/4.3.2019) «Δοκιμασία προσόντων και συμπεριφοράς υποψήφιων οδηγών και οδηγών για τη χορήγηση αδειών οδήγησης οχημάτων, άλλες διατάξεις για τις άδειες οδήγησης και λοιπές διατάξεις»
- Ν. 4281/2014, (ΦΕΚ 160/Α/8.8.2014) «Μέτρα στήριξης και ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, οργανωτικά θέματα Υπουργείου Οικονομικών και άλλες διατάξεις»
| Συνημμένο | Μέγεθος |
|---|---|
| ΦΕΚ 120Α_2013 | 445.2 KB |
1. Στο τέλος της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 2231/1994 προστίθενται περιπτώσεις ιη΄, ιθ΄, κ΄ και κα΄ ως ακολούθως:
«ιη. Ως «Ιχνηλασιμότητα» η αδιάσπαστη αλυσίδα συγκρίσεων, η οποία εξασφαλίζει ότι κάθε αποτέλεσμα μέτρησης ή η τιμή ενός προτύπου συνδέεται με αναφορά σε ένα υψηλότερο επίπεδο ακρίβειας και καταλήγει στο τελικό, ύψιστο επίπεδο μέτρησης του πρωτεύοντος προτύπου.
ιθ. Ως «Εθνικός Χρόνος» το πρότυπο φυσικό μέγεθος του χρόνου, όπως αυτό παράγεται και τηρείται από το Ελληνικό Ινστιτούτο Μετρολογίας, ως χρονική κλίμακα UTC ( ΕΙΜ ), η οποία αποτελεί την τοπική αναπαράσταση του Διεθνούς Συντονισμένου Χρόνου − UTC.
κ. Ως «Ώρα Ελλάδος» η απεικόνιση του Εθνικού Χρόνου με προσαύξηση δύο ακεραίων ωρών, σύμφωνα με τη ζώνη ώρας στην οποία υπάγεται η Ελλάδα. Σε περιόδους ισχύος της θερινής ώρας, η Ώρα Ελλάδος είναι ο Εθνικός Χρόνος προσαυξημένος κατά τρεις ακέραιες ώρες, σύμφωνα και με τις αντίστοιχες υπουργικές αποφάσεις.
κα. Ως «Χρονική σήμανση» η σήμανση κάθε χρονικής αναφοράς, επικοινωνίας ή εμπορικής συναλλαγής που αναφέρεται στην Ώρα Ελλάδος.»
2. Η περίπτωση ε΄ της παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 2231/1994 αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«ε. Ανάπτυξη και διάδοση της επιστημονικής και τεχνολογικής γνώσης σε θέματα μετρολογίας. Για το σκοπό αυτόν εκδίδει σχετικούς κανονισμούς, κώδικες, κατευθυντήριες οδηγίες και έγγραφα κανόνων εφαρμογής».
3. Στο τέλος της παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 2231/1994 προστίθεται εδάφιο ιβ΄ ως ακολούθως:
«ιβ. Πιστοποίηση χρήσης όρων «Εθνικός Χρόνος» και «Ώρα Ελλάδος», όπως και κάθε παράγωγου σχετικού μεγέθους ή ακόμα και μεγέθους που εμπεριέχει την ίδια έννοια».
4. Το εδάφιο ζ΄ της παρ. 7 του άρθρου 2 του ν. 2231/1994 τροποποιείται ως εξής:
«ζ. Καθορίζει το ύψος των τελών και εσόδων για κάθε φύσης έλεγχο, πιστοποιητικό ή υπηρεσία που παρέχει το ΕΙΜ. Για το λόγο αυτόν καταρτίζει «Κατάλογο Υπηρεσιών και Τελών Διακρίβωσης» που εγκρίνεται και επικαιροποιείται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, ο οποίος αναρτάται στον ιστότοπο του ΕΙΜ για την ενημέρωση όλων».
5. Η περίπτωση α΄ της παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 2231/1994 αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«α. Πιστοποιητικά διακρίβωσης, που χορηγούνται για συγκεκριμένη συσκευή, διάταξη ή όργανο μέτρησης που υπόκειται σε διακρίβωση».
6. Η παρ. 3 του άρθρου 6 του ν. 2231/1994 αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«3. Στην παραπάνω αίτηση επισυνάπτεται δήλωση του αιτούντος περί αποδοχής των τελών διακρίβωσης και των όρων συνεργασίας. Η λήψη του αιτούμενου πιστοποιητικού προϋποθέτει την καταβολή των τελών διακρίβωσης.»
7. Στο άρθρο 6 του ν. 2231/1994 προστίθεται παράγραφος 5 ως ακολούθως:
«5. Κάθε φορέας που παρέχει υπηρεσίες χρονοχρέωσης σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα υποχρεούται να τηρεί, για το σύστημα χρονοχρέωσης που χρησιμοποιεί, ιχνηλασιμότητα στο Ελληνικό Ινστιτούτο Μετρολογίας.»
8. Ο τίτλος και οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 7 του ν. 2231/1994 αντικαθίστανται ως ακολούθως:
«Άρθρο 7
Τήρηση και Διαχείριση Πιστοποιητικών
1. Τα Πιστοποιητικά που χορηγεί το ΕΙΜ αριθμούνται και καταχωρούνται σε αντίστοιχα Μητρώα των Εργαστηρίων του ΕΙΜ και τηρούνται με εμπιστευτικότητα. Στους ενδιαφερομένους χορηγούνται μόνο τα πρωτότυπα πιστοποιητικά διακρίβωσης. Τα πιστοποιητικά συνοδεύονται από αυτοκόλλητη επισήμανση των στοιχείων διακρίβωσης, η οποία τίθεται εμφανώς στο διακριβωμένο όργανο, συσκευή ή διάταξη.
2. Για την επανέκδοση ή την ανανέωση πιστοποιητικού διακρίβωσης απαιτείται η διαδικασία της παραγράφου 3 του άρθρου 6.»
9. Το άρθρο 14 του ν. 2231/1994 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Σε όποιον επιθέτει ή χρησιμοποιεί σε όργανα, προϊόντα ή στα περικαλύμματα τους ή στα κάθε είδους εμπορικά έγγραφα που προορίζονται για το κοινό ή άλλα ανάλογα μέσα δημοσιότητας και διαφήμισης, αντικείμενα που δεν έχουν διακριβωθεί ή ελεγχθεί από το Ε.Ι.Μ. ή από διαπιστευμένο από το Εθνικό Σύστημα Υποδομών Ποιότητας (Ε.ΣΥ.Δ.) εργαστήριο ή με οποιονδήποτε τρόπο αντιποιείται αρμοδιότητες του Ε.Ι.Μ. ή αρμοδιότητες του Ε.ΣΥ.Δ., όπως αυτές περιγράφονται στο άρθρο 1 παράγραφος 4 και στο άρθρο 10 του παρόντος αντίστοιχα, επιβάλλεται χρηματικό πρόστιμο ποσού από 5.000,00 έως 30.000,00 ευρώ, ανάλογα με τη βαρύτητα της πράξης και το μέγεθος της ζημίας που προκαλείται. Σε περίπτωση υποτροπής, το πρόστιμο μπορεί να ανέλθει στο διπλάσιο του παραπάνω ποσού.
2. Το πρόστιμο επιβάλλεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Βιομηχανίας κατόπιν εισήγησης του αρμόδιου προϊσταμένου οργάνου του Ε.Ι.Μ. ή του Ε.ΣΥ.Δ., αντίστοιχα, μετά από κλήση σε ακρόαση του υπόχρεου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 2690/1999 (Α΄ 45). Κάθε απόφαση που εκδίδεται σύμφωνα με το παρόν άρθρο πρέπει να είναι πλήρως αιτιολογημένη και να γνωστοποιείται άμεσα στον ενδιαφερόμενο με συστημένη επιστολή ή /και τηλεομοιοτυπία (fax).
3. Κατά της ανωτέρω απόφασης ο ενδιαφερόμενος δύναται να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης.»
10. Η περίπτωση α΄ της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 1975/1942 ( Α΄295) τροποποιείται ως εξής: «α) την σπουδήν των ουρανίων σωμάτων και των πλανητών».
Η παρ. 6 του άρθρου 320 του ν. 4072/2012 (Α΄ 86) αντικαθίσταται ως εξής:
«6. Στο τέλος της παραγράφου 7 του άρθρου 31 του ν. 3784/2009 (Α΄ 137) προστίθενται παράγραφοι 8 και 9 ως εξής:
«8.α. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων καθορίζονται οι διοικητικές κυρώσεις που επιβάλλονται για τις παραβάσεις των διατάξεων του συστήματος εισροών−εκροών, και ειδικότερα προβλέπονται σωρευτικά ή διαζευκτικά:
αα) επιβολή διοικητικού προστίμου από χίλια (1.000) ευρώ έως πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ,
αβ) αναστολή της άδειας λειτουργίας του πρατηρίου υγρών καυσίμων,
αγ) οριστική αφαίρεση της άδειας λειτουργίας του πρατηρίου υγρών καυσίμων.
β. Με όμοια απόφαση κατηγοριοποιούνται οι ανωτέρω παραβάσεις και καθορίζονται:
βα. η διαδικασία επιβολής των διοικητικών κυρώσεων και προσφυγής εναντίον των πράξεων επιβολής τους,
ββ. το είδος της κύρωσης και τα όρια του προστίμου,
βγ. οι αρμόδιες ελεγκτικές υπηρεσίες και η κατά περίπτωση σύσταση μικτών κλιμακίων διενέργειας των ελέγχων για παραβάσεις των διατάξεων του συστήματος εισροών−εκροών,
βδ. τα αρμόδια για την επιβολή των διοικητικών κυρώσεων και την απόφανση επί της προσφυγής όργανα, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.
γ. Ειδικά η μη εμπρόθεσμη τοποθέτηση του συστήματος εισροών − εκροών επισύρει αναστολή της άδειας λειτουργίας του πρατηρίου, εκτός εάν ο πρατηριούχος επιδείξει στα ελεγκτικά όργανα κατηρτισμένη σύμβαση, με συγκεκριμένη ημερομηνία τοποθέτησης και εγκατάστασης του συστήματος εισροών − εκροών. Η, σε κάθε περίπτωση, παρέλευση προθεσμίας πέντε (5) μηνών από την ημερομηνία υποχρεωτικής εφαρμογής του συστήματος σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, επισύρει πέραν των λοιπών κυρώσεων και αφαίρεση της άδειας λειτουργίας του πρατηρίου κατά τα οριζόμενα στην περίπτωση β΄ του παρόντος.
δ. Το είδος της επιβαλλόμενης κύρωσης και το ύψος του προστίμου αποφασίζεται λαμβάνοντας υπόψη ως κριτήρια ιδίως τη βαρύτητα της παράβασης, τις συνέπειες που προκύπτουν από αυτήν, το βαθμό υπαιτιότητας και την τυχόν υποτροπή του παραβάτη. Για τις ανάγκες του παρόντος, ως υπότροπος νοείται όποιος εντός τριών (3) ετών από την επίδοση της απόφασης ή τη βεβαίωση επιβολής του προστίμου για παράβαση διατάξεων του συστήματος εισροών−εκροών τελεί εκ νέου την ίδια παράβαση. Στους καθ’ υποτροπή παραβάτες επιβάλλεται σε κάθε περίπτωση διπλασιασμός του προστίμου και πέραν αυτού όποια άλλη κύρωση ρητώς ορίζεται. Τα ονόματα των παραβατών αναρτώνται στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων στο διαδίκτυο, με την επιφύλαξη της κείμενης νομοθεσίας περί προστασίας προσωπικών δεδομένων. Για την ίδια παράβαση επιβάλλεται πρόστιμο μόνο από ένα προς τούτο αρμόδιο όργανο. Τυχόν επιβολή δεύτερου προστίμου για την ίδια παράβαση δεν παράγει οποιαδήποτε έννομη συνέπεια. Η επιβολή των διοικητικών κυρώσεων που προβλέπονται για τις πράξεις των ανωτέρω περιπτώσεων δεν αποκλείει την επιβολή άλλων διοικητικών κυρώσεων που τυχόν προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις, όπως του άρθρου 17 παρ. 6 του ν. 3054/2002 (Α΄ 230). Οι διοικητικές κυρώσεις είναι ανεξάρτητες από τις ποινικές κυρώσεις.
ε. 1) Με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών τιμωρούνται όσοι:
ια) Υποβάλλουν ψευδή δήλωση ότι το λογισμικό πληροί τις απαιτήσεις της νομοθεσίας.
ιβ) Υποβάλλουν ψευδή δήλωση νέων εκδόσεων λογισμικού στην αρμόδια αρχή.
ιγ) Παραποιούν τα δεδομένα παρέμβασης που σημαίνονται από τον φορολογικό μηχανισμό ή δεν τα αποστέλλουν.
9. Με κάθειρξη και χρηματική ποινή εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ τιμωρούνται όσοι επεμβαίνουν χωρίς εξουσιοδότηση, τροποποιούν ή αλλοιώνουν με οποιονδήποτε τρόπο και μορφή μέρη (υλικά, κατασκευαστικά μεταφοράς πληροφοριών, συνδέσεων, διεπαφών, λογισμικού κ.λπ.) ή αλλοιώνουν παραγόμενα στοιχεία του συστήματος, που φυλάσσονται ή/και αποστέλλονται στη βάση δεδομένων της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων, καθώς και όσοι διαπιστώνεται κατά τον έλεγχο ότι διακινούν/εμπορεύονται καύσιμο μέσω αντλιών ή δεξαμενών που δεν έχουν περιληφθεί στο εγκατεστημένο σύστημα εισροών − εκροών.»»
1. Οι παράγραφοι 1, 2 και 3 του άρθρου 16 του ν. 3325/2005, όπως αυτό συμπληρώθηκε με το άρθρο 229 παρ. 1 του ν. 4072/2012 (Α΄ 86), αντικαθίστανται ως εξής:
«1. Οι δραστηριότητες που εμπίπτουν στις διατάξεις των άρθρων 17−40 του ν. 3982/2011 και που λειτουργούν νόμιμα εντός της Περιφέρειας Αττικής, μπορούν να εκσυγχρονίζουν τις εγκαταστάσεις τους, με τις προϋποθέσεις των επόμενων παραγράφων. Σε κάθε περίπτωση, για τον εκσυγχρονισμό και τη λειτουργία των μονάδων μετά τον εκσυγχρονισμό, πρέπει να ακολουθείται η διαδικασία που περιγράφεται στα άρθρα 19 και 20 του ν. 3982/2011.
2. Σε περιοχές Γενικής Κατοικίας, επεμβάσεις εκσυγχρονισμού μπορεί να πραγματοποιηθούν με τις εξής προϋποθέσεις:
α) Στα επαγγελματικά εργαστήρια, που ιδρύθηκαν μετά την έναρξη ισχύος του π.δ. 84/1984 (Α΄ 33), επιτρέπεται:
αα) η αντικατάσταση ή συμπλήρωση του μηχανολογικού τους εξοπλισμού, εφόσον δεν αυξάνεται η κινητήρια ισχύς πέραν των 37 kW ή η θερμική ισχύς πέραν των 70 kW,
ββ) η αλλαγή ή συμπλήρωση δραστηριότητας (παραγωγή άλλων προϊόντων), εφόσον η νέα δραστηριότητα ανήκει σε αυτές που επιτρέπεται η ίδρυσή τους σε περιοχές Γενικής Κατοικίας σύμφωνα με το άρθρο 17.
β) Στις βιομηχανίες−βιοτεχνίες, αποθήκες και μηχανολογικές εγκαταστάσεις παροχής υπηρεσιών χαμηλής όχλησης, καθώς και στις μονάδες χαμηλής όχλησης που ιδρύθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 84/1984 και απαλλάσσονταν από την υποχρέωση εφοδιασμού τους με άδεια εγκατάστασης και λειτουργίας, επιτρέπεται η αντικατάσταση ή συμπλήρωση του μηχανολογικού εξοπλισμού τους με την προϋπόθεση ότι δεν μεταβάλλεται ο βαθμός όχλησης της μονάδας. Αλλαγή δραστηριότητας επιτρέπεται εφόσον η νέα δραστηριότητα ανήκει στη χαμηλή όχληση και επιτρέπεται από τη χρήση γης της περιοχής. Συμπλήρωση δραστηριότητας επιτρέπεται, εφόσον η προστιθέμενη δραστηριότητα ανήκει στη χαμηλή όχληση και δεν μεταβάλλεται ο βαθμός όχλησης της μονάδας που προκύπτει αθροιστικά μετά την συμπλήρωση της δραστηριότητας. Αν οι επιμέρους δραστηριότητες έχουν διαφορετικό όριο ή κριτήριο κατάταξης στο βαθμό όχλησης, λαμβάνεται αυτό που οδηγεί στον υψηλότερο βαθμό όχλησης.
γ) Στις περιοχές όπου προβλέπεται από τις χρήσεις γης η λειτουργία μονάδων μέσης όχλησης, επιτρέπεται ο εκσυγχρονισμός τους εφόσον η συνολική, ανά πενταετία, αύξηση της εγκατεστημένης ισχύος του παραγωγικού εξοπλισμού δεν υπερβαίνει το 20% της υφιστάμενης. Η έναρξη της πενταετίας υπολογίζεται από τον τελευταίο εκσυγχρονισμό. Αλλαγή ή συμπλήρωση δραστηριότητας επιτρέπεται, εφόσον χρησιμοποιείται ίδιου τύπου και ίσης ή μικρότερης ισχύος μηχανολογικός εξοπλισμός και δεν μεταβάλλεται ο βαθμός όχλησης της μονάδας και επιτρέπεται από τις χρήσεις γης της περιοχής.
δ) Στις μονάδες υψηλής όχλησης επιτρέπεται μόνο η τεχνολογική αναβάθμιση του υφιστάμενου μηχανολογικού εξοπλισμού, χωρίς καμία αύξηση της εγκατεστημένης ισχύος.
ε) Οι πιο πάνω προβλεπόμενοι εκσυγχρονισμοί των μονάδων επιτρέπεται να γίνονται μέσα στα όρια που δεν μεταβάλλουν το βαθμό όχλησης της μονάδας, όπως αυτά καθορίζονται στην κ.υ.α. 3137/191/Φ.15/21.3.2012 (Β΄ 1048), όπως αυτή εκάστοτε ισχύει.
3. Για τα επαγγελματικά εργαστήρια και τις μονάδες ανεξαρτήτως βαθμού όχλησης, που είναι εγκατεστημένες εντός Οργανωμένων Υποδοχέων Μεταποιητικών και Επιχειρηματικών Δραστηριοτήτων, όπως ορίζονται στην παρ. 4 του άρθρου 41 του ν. 3982/2011, επιτρέπεται ο εκσυγχρονισμός σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους καθορισμού του Υποδοχέα συμπεριλαμβανομένου του ανώτατου επιτρεπόμενου βαθμού όχλησης. Για τα επαγγελματικά εργαστήρια και τις μονάδες ανεξαρτήτως βαθμού όχλησης, που είναι εγκατεστημένες εντός Χώρων Υποδοχής Επιχειρήσεων, όπως ορίζονται στην παρ. 3 του άρθρου 41 του ν. 3982/2011 (όπως περιοχές ΕΜ, ΕΟ, περιοχές υποδοχής χρήσεων των άρθρων 5 και 6 του π.δ. 23.2.1987, περιοχές όπου από ειδικότερες πολεοδομικές διατάξεις προβλέπεται η εγκατάσταση βιοτεχνιών – βιομηχανιών), επεμβάσεις εκσυγχρονισμού μπορούν να πραγματοποιηθούν ως εξής:
α) Στις μονάδες χαμηλής όχλησης επιτρέπεται η αντικατάσταση ή συμπλήρωση του μηχανολογικού εξοπλισμού τους, με την προϋπόθεση ότι δεν μεταβάλλεται ο βαθμός όχλησης της μονάδας. Αλλαγή δραστηριότητας επιτρέπεται εφόσον η νέα δραστηριότητα ανήκει στη χαμηλή όχληση. Συμπλήρωση δραστηριότητας επιτρέπεται, εφόσον η προστιθέμενη δραστηριότητα ανήκει στη χαμηλή όχληση και δεν μεταβάλλεται ο βαθμός όχλησης της μονάδας που προκύπτει αθροιστικά μετά την συμπλήρωση της δραστηριότητας. Αν οι επιμέρους δραστηριότητες έχουν διαφορετικό όριο ή κριτήριο κατάταξης στο βαθμό όχλησης, λαμβάνεται αυτό που οδηγεί στον υψηλότερο βαθμό όχλησης.
β) Στις μονάδες μέσης όχλησης επιτρέπεται η αντικατάσταση ή συμπλήρωση του μηχανολογικού εξοπλισμού τους με την προϋπόθεση ότι δεν μεταβάλλεται ο βαθμός όχλησης της μονάδας. Αλλαγή δραστηριότητας επιτρέπεται εφόσον η νέα δραστηριότητα ανήκει στη χαμηλή ή στη μέση όχληση. Συμπλήρωση δραστηριότητας επιτρέπεται, εφόσον πρόκειται για καθετοποίηση της μονάδας χωρίς να αλλάζει ο βαθμός όχλησης της προκύπτουσας εγκατάστασης αθροιστικά.
γ) Στις μονάδες υψηλής όχλησης επιτρέπεται ο εκσυγχρονισμός εφόσον η συνολική, ανά πενταετία, αύξηση της εγκατεστημένης ισχύος του παραγωγικού εξοπλισμού δεν υπερβαίνει το 20% της υφισταμένης. Η έναρξη της πενταετίας υπολογίζεται από τον τελευταίο εκσυγχρονισμό.»
2. Οι παράγραφοι 7 και 8 του άρθρου 16 του ν. 3325/2005 καταργούνται.
3. Η περίπτωση α΄ της παρ. 1 του άρθρου 17 του ν. 3325/2005 αντικαθίσταται ως εξής:
«Επαγγελματικών εργαστηρίων, όπως και ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων παροχής υπηρεσιών χαμηλής όχλησης που διαθέτουν μηχανολογικό εξοπλισμό του οποίου η κινητήρια ισχύς δεν υπερβαίνει τα τριάντα επτά (37) KW ή η θερμική ισχύς τα εβδομήντα (70) KW. Η εγκατάσταση (ίδρυση) επαγγελματικών εργαστηρίων των κατηγοριών Αγ, Ββ και C της 5905/Φ/15839/12.7.1995 κοινής υπουργικής απόφασης (Β΄611) επιτρέπεται μόνο σε ανεξάρτητο κτίριο.»
4. Η παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 3325/2005 αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Σε περιοχές ΒΙ.ΠΕ., ΒΙΟ.ΠΑ., ΒΙ.ΠΑ., EM, EO, σε περιοχές υποδοχής χρήσεων των άρθρων 5 και 6 του π.δ. 23.2.1987 και σε περιοχές όπου από ειδικές πολεοδομικές διατάξεις προβλέπεται η εγκατάσταση βιοτεχνιών – βιομηχανιών, επιτρέπεται η εγκατάσταση βιομηχανιών – βιοτεχνιών και επαγγελματικών εργαστηρίων χαμηλής όχλησης, καθώς και μηχανολογικών εγκαταστάσεων παροχής υπηρεσιών και αποθηκών, όπως ορίζονται στο άρθρο 17 του ν. 3982/2011.»
5. Η παρ. 2 του άρθρου 19 του ν. 3325/2005 αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Δραστηριότητες που έχουν ιδρυθεί νόμιμα, αλλά δεν πληρούν τις προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, ώστε να μπορούν να μετεγκαταθίστανται οπουδήποτε μέσα στα όρια της Περιφέρειας Αττικής, επιτρέπεται να μετεγκατασταθούν μέσα στα ίδια όρια αποκλειστικά με τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) Σε Χώρους Υποδοχής Επιχειρήσεων, όπως ορίζονται στην παρ. 3 του άρθρου 41 του ν. 3982/2011 (όπως περιοχές ΕΜ, ΕΟ, περιοχές υποδοχής χρήσεων των άρθρων 5 και 6 του π.δ. 23.2.1987, περιοχές όπου από ειδικότερες πολεοδομικές διατάξεις προβλέπεται η εγκατάσταση βιοτεχνιών – βιομηχανιών) και σε Οργανωμένους Υποδοχείς Μεταποιητικών και Επιχειρηματικών Δραστηριοτήτων, όπως ορίζονται στην παρ. 4 του άρθρου 41 του ν. 3982/2011, ανεξάρτητα από το μέγεθος της αρχικής κινητήριας ισχύος που διαθέτουν.
β) Σε υφιστάμενα κατά τη δημοσίευση του ν. 3325/2005 (Α΄ 68) βιομηχανικά − βιοτεχνικά κτίρια που βρίσκονται σε περιοχές εκτός σχεδίου με την προϋπόθεση ότι η μονάδα που μετεγκαθίσταται είναι χαμηλής ή μέσης όχλησης.
γ) Σε περιπτώσεις πυρκαγιάς, πλημμυρών, σεισμού, αναγκαστικής απαλλοτρίωσης και κατεδάφισης, εφόσον η μετεγκατάσταση γίνεται σε βιοτεχνικά, βιομηχανικά ή ανεξάρτητα κτίρια, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 7 του άρθρου 6 του ν. 3325/2005.»
1. Η παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 3982/2011 αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Επαγγελματικό εργαστήριο είναι η τεχνοοικονομική μονάδα του προηγούμενου εδαφίου, η οποία πληροί σωρευτικά τις παρακάτω προϋποθέσεις:
α) Διαθέτει μηχανολογικές εγκαταστάσεις, των οποίων η εγκατεστημένη κινητήρια ισχύς δεν υπερβαίνει τα 37 KW ή η θερμική τα 70 KW. Στα όρια αυτά δεν περιλαμβάνεται η ισχύς η οποία δεν σχετίζεται άμεσα με την παραγωγική διαδικασία, καθώς και η ισχύς μηχανολογικής εγκατάστασης προορισμένης αποκλειστικά να προστατεύει το περιβάλλον από την ασκούμενη δραστηριότητα.
β) Κατατάσσεται στις δραστηριότητες χαμηλής όχλησης σύμφωνα με τις διατάξεις της οικ. 3137/191/Φ.15/2012 (Β΄ 1048) απόφασης των Υπουργών Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής.»
2. Η περίπτωση ιβ΄ της παρ. 3 του άρθρου 18 του ν. 3982/2011 αντικαθίσταται ως εξής:
«ιβ) Οι μηχανολογικές εγκαταστάσεις παροχής υπηρεσιών πλην αυτών που περιγράφονται στην κοινή υπουργική απόφαση της παραγράφου 2 και έχουν εγκατεστημένη κινητήρια ισχύ μεγαλύτερη των 10 kw».
3. Στην παρ. 3 του άρθρου 18 του ν. 3982/2011 προστίθεται περίπτωση ιγ΄ ως εξής:
ιγ) Οι μεταποιητικές δραστηριότητες οι οποίες ασκούνται σε εγκαταστάσεις με εγκατεστημένη κινητήρια ισχύ που δεν ξεπερνά τα 10 kw.»
4. Στην παρ. 2 του άρθρου 20 του ν. 3982/2011 προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Σε περίπτωση μετακίνησης ή αλλαγής θέσης του μηχανολογικού εξοπλισμού εντός του χώρου της εγκατάστασης, ο φορέας της δραστηριότητας μπορεί να συνεχίσει τη λειτουργία της δραστηριότητας μέχρι την τροποποίηση της άδειας λειτουργίας, εφόσον, πριν τη μετακίνηση ή την αλλαγή θέσης του εξοπλισμού ενημερώσει σχετικά την αδειοδοτούσα αρχή και εντός 30 ημερών από τη μετακίνηση ή την αλλαγή θέσης του μηχανολογικού εξοπλισμού προσκομίσει νέο μηχανολογικό σχεδιάγραμμα και υπεύθυνη δήλωση αρμόδιου κατά νόμο μηχανικού για τη μη μεταβολή της στατικής επάρκειας του κτιρίου. Σε περίπτωση αφαίρεσης μηχανολογικού εξοπλισμού, ο φορέας της δραστηριότητας μπορεί να συνεχίσει τη λειτουργία της δραστηριότητας μέχρι την τροποποίηση της άδειας λειτουργίας, εφόσον, πριν την αφαίρεση ενημερώσει σχετικά την αδειοδοτούσα αρχή και εντός 30 ημερών από την αφαίρεση προσκομίσει νέο μηχανολογικό σχεδιάγραμμα.»
5. Η παρ. 2 του άρθρου 31 του ν. 3982/2011 αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Η Επιτροπή συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και αποτελείται από τα εξής μέλη:
α) Τον Γενικό Γραμματέα Βιομηχανίας, ως Πρόεδρο.
β) Τον Νομικό Σύμβουλο του Κράτους που είναι αρμόδιος για τη Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας.
γ) Τον Γενικό Διευθυντή Στήριξης της Βιομηχανίας του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων.
δ) Τον Γενικό Διευθυντή Περιβάλλοντος του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής.
ε) Έναν εκπρόσωπο της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων.
στ) Έναν εκπρόσωπο του Συνδέσμου Ελλήνων Βιομηχάνων (Σ.Ε.Β.).
ζ) Έναν εκπρόσωπο της Ένωσης Περιφερειών.
η) Έναν εκπρόσωπο της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας.
θ) Έναν εκπρόσωπο του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας (Τ.Ε.Ε.). ι) Έναν εκπρόσωπο του οικείου επιμελητηρίου στο οποίο η επιχείρηση είναι εγγεγραμμένη. Αν η ενδικοφανής προσφυγή ασκείται κατά απόρριψης αιτήματος έκδοσης άδειας εγκατάστασης της περίπτωσης 29 του άρθρου 3 του π.δ. 78/2006 (Α΄ 80), της Επιτροπής προεδρεύει αντί του Γενικού Γραμματέα Βιομηχανίας, ο Γενικός Γραμματέας Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και συμμετέχουν με δικαίωμα ψήφου αντί του Νομικού Συμβούλου που είναι αρμόδιος για τη Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας, ο Νομικός Σύμβουλος που είναι αρμόδιος για τη Γενική Γραμματεία Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και αντί του Γενικού Διευθυντή Στήριξης της Βιομηχανίας ο Προϊστάμενος της Γενικής Διεύθυνσης Ενέργειας του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής. Για όλα τα Μέλη της Επιτροπής ορίζονται αναπληρωτές. Ο Γενικός Γραμματέας Βιομηχανίας αναπληρώνεται από τον Νομικό Σύμβουλο που είναι αρμόδιος για τη Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας και ο Γενικός Γραμματέας Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής από τον Νομικό Σύμβουλο που είναι αρμόδιος για τη Γενική Γραμματεία Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής. Οι εν λόγω Νομικοί Σύμβουλοι αναπληρώνονται από τους αντίστοιχους Παρέδρους του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.»
6. Η παρ. 8 του άρθρου 41 του ν. 3982/2011 αντικαθίσταται ως εξής:
«8. Εταιρία Διαχείρισης Επιχειρηματικού Πάρκου (ΕΔΕΠ): Το νομικό πρόσωπο που έχει τη μορφή ανώνυμης εταιρίας του κ.ν. 2190/1920 (Α΄ 37), το οποίο δύναται να διαδέχεται την ΕΑΝΕΠ στη διοίκηση και διαχείριση των ΕΠ σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.»
7. Μετά το πρώτο εδάφιο της παρ. 7 του άρθρου 47 του ν. 3982/2011 (Α΄ 143) προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Στην περίπτωση αυτή τα ποσοστά που αναφέρονται στο άρθρο 46 παράγραφοι 1 και 2 του νόμου αυτού θα υπολογίζονται επί της τελικής συνολικής έκτασης, μετά την έγκριση της επέκτασης του Επιχειρηματικού Πάρκου.»
8. Η παρ. 2 του άρθρου 48 του ν. 3982/2011 αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Με την απόφαση έγκρισης της σύμβασης μεταβίβασης της διαχείρισης του άρθρου 58, οι κοινόχρηστοι χώροι και κοινωφελείς χώροι και εγκαταστάσεις περιέρχονται υποχρεωτικά με σύμβαση που περιβάλλεται τον τύπο συμβολαιογραφικού εγγράφου άνευ ανταλλάγματος στην κυριότητα της ΕΔΕΠ.»
9. Στο τέλος της παρ. 6 του άρθρου 51 του ν. 3982/2011 προστίθεται περίπτωση ιβ΄ ως εξής:
«ιβ) στις δαπάνες έργων εξωτερικών υποδομών στην περίπτωση που εκτελούνται από την ΕΑΝΕΠ».
10. Στο τέλος της παρ. 9 του άρθρου 52 του ν. 3982/2011 προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Στην περίπτωση που η ΕΑΝΕΠ αιτείται την έγκριση της πολεοδομικής μελέτης του ΕΠ μαζί με την κοινή υπουργική απόφαση του άρθρου 47, η διαδικασία γνωμοδοτήσεων του Συμβουλίου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος Αποκεντρωμένης Διοίκησης (ΣΧΟΠΑΔ) και του Δήμου διενεργείται και ολοκληρώνεται παράλληλα με τη διαδικασία γνωμοδοτήσεων του Περιφερειακού Συμβουλίου, των Διευθύνσεων Χωροταξίας και ΕΑΡΘ του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και του αρμοδίου Οργανισμού Ρυθμιστικού Σχεδίου (όπου απαιτείται). Οι γνωμοδοτήσεις αυτές αποστέλλονται στη Διεύθυνση Βιομηχανικής Χωροθεσίας και Περιβάλλοντος της Γενικής Γραμματείας Βιομηχανίας για τις περαιτέρω ενέργειες. Η τελική εισήγηση προς τους αρμόδιους Υπουργούς για την έγκριση της πολεοδομικής μελέτης με την κοινή υπουργική απόφαση του άρθρου 47, γίνεται σε αυτήν την περίπτωση από τη Διεύθυνση Πολεοδομικού Σχεδιασμού του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής.»
11. Οι περιπτώσεις α΄ και δ΄ της παρ. 2 του άρθρου 56 του ν. 3982/2011 αντικαθίστανται ως εξής:
«α) Η εισφορά σε γη αποτελείται από ποσοστό επιφάνειας κάθε ιδιοκτησίας πριν από την πολεοδόμησή της, το οποίο ανέρχεται σε δεκαπέντε τοις εκατό (15 %) της αρχικής έκτασης της ιδιοκτησίας».
«δ) Να υπάρχουν λειτουργικά και περιβαλλοντικά προβλήματα, όπως αρνητικές εκθέσεις από το σώμα Επιθεωρητών Περιβάλλοντος, πρόστιμα, προβλήματα με τον υδροφόρο ορίζοντα, κυκλοφοριακή συμφόρηση, έλλειψη δικτύων αποχέτευσης όμβριων ή ακαθάρτων υδάτων (λυμάτων), δικτύων οδοποιίας, και».
12. Στην αρχή της παρ. 3 του άρθρου 56 του ν. 3982/2011 που προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«3. Μετά την έκδοση της απόφασης Έγκρισης Ανάπτυξης Επιχειρηματικού Πάρκου για τις εγκατεστημένες επιχειρήσεις επιτρέπεται κατά τη σχετική κείμενη νομοθεσία να εκδίδονται οικοδομικές άδειες ή να δίνεται συνέχεια στην εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών ύστερα από γραπτή έγκριση της ΕΑΝΕΠ που αποστέλλεται στο αρμόδιο πολεοδομικό γραφείο.»
13. Η περίπτωση β΄ της παρ. 2 του άρθρου 57 του ν. 3982/2011 αντικαθίσταται ως εξής:
«β. Συντελεστής δόμησης μέχρι 1.3».
14. Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 58 του ν. 3982/2011 προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Δικαίωμα συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο της ΕΔΕΠ έχουν οι ιδιοκτήτες γης στο ΕΠ στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και η ΕΑΝΕΠ εφόσον είναι ιδιοκτήτης γης. Οι ιδιοκτήτες γης στο ΕΠ συμμετέχουν στην ΕΔΕΠ κατ’ αναλογία της έκτασης που διαθέτουν στο ΕΠ και μόνο για όσο διάστημα είναι ιδιοκτήτες αυτής. Η ΕΔΕΠ μπορεί να συσταθεί και από έναν μόνο ιδιοκτήτη, αν αυτός είναι ο μοναδικός ιδιοκτήτης γης στο ΕΠ. Οι ιδιοκτήτες γης στο ΕΠ που εκμισθώνουν εδαφική έκταση στο ΕΠ ή οικοδόμημα, μπορούν να μεταβιβάζουν στον μισθωτή, για όσο διάστημα διαρκεί η μίσθωση, και το δικαίωμα συμμετοχής τους στην ΕΔΕΠ.»
15. Η παρ. 1 του άρθρου 75 του ν. 3982/2011 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Η προθεσμία απομάκρυνσης λόγω αλλαγής χρήσης γης των νομίμως υφιστάμενων μεταποιητικών δραστηριοτήτων, η οποία έληξε ή πρόκειται να λήξει μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2017, παρατείνεται μέχρι την ημερομηνία αυτή. Προκειμένου να ισχύσει το προηγούμενο εδάφιο, οι επιχειρήσεις οφείλουν να λειτουργούν μέχρι τότε με εγκεκριμένους περιβαλλοντικούς όρους και να έχουν εφοδιαστεί, έως την 31η Δεκεμβρίου 2016, με άδεια μετεγκατάστασης σε νέα θέση. Σε κάθε περίπτωση η μετεγκατάστασή τους θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί έως την 31η Δεκεμβρίου 2017. Μετά την ημερομηνία αυτή με ευθύνη της Αδειοδοτούσας Αρχής διακόπτεται η λειτουργία των δραστηριοτήτων και σφραγίζονται όσα μηχανήματα εξακολουθούν να υπάρχουν στους χώρους της εγκατάστασης. Για τις επιχειρήσεις που δεν θα έχουν εφοδιαστεί με άδεια μετεγκατάστασης σε νέα θέση έως την 31η Δεκεμβρίου 2016 επιβάλλεται διακοπή της λειτουργίας από 1ης Ιανουαρίου 2017 και σφράγιση των μηχανημάτων σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο. Διαδικασίες διακοπής λειτουργίας λόγω αλλαγής χρήσης γης, οι οποίες για το λόγο αυτόν βρίσκονται σε εκκρεμότητα, αναστέλλονται, σύμφωνα με τα παραπάνω εδάφια, μέχρι 1.1.2017 και 31.12.2017 αντίστοιχα. Ως «νόμιμα υφιστάμενες» νοούνται οι δραστηριότητες οι οποίες διαθέτουν άδεια λειτουργίας σε ισχύ, καθώς και εκείνες των οποίων η άδεια λειτουργίας δεν είναι πλέον σε ισχύ, αλλά πληρούν όλες τις προϋποθέσεις για ανανέωση της άδειας εκτός από την προϋπόθεση περί χρήσης γης. Τα προηγούμενα εδάφια δεν εφαρμόζονται σε επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες σε περιοχή, η οποία καθορίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 11 και 12 του ν. 3481/2006 (Α΄ 162).»
Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 3614/2007 αντικαθίσταται ως εξής:
«Με όμοια απόφαση μπορεί να ανακαλείται ολικά ή μερικά ή να τροποποιείται η απόφαση ορισμού ενδιάμεσου φορέα διαχείρισης. Επίσης με όμοια απόφαση μπορεί να τροποποιούνται οι όροι των δράσεων που αναλαμβάνονται, σύμφωνα με την παραπάνω περίπτωση β΄, όσον αφορά το χρόνο και τον τρόπο πραγματοποίησης των επενδύσεων.»
1. Η παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 4109/2013 (Α΄ 16) αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Ιδρύεται νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «Εθνικό Σύστημα Υποδομών Ποιότητας» και το διακριτικό τίτλο Ε.Σ.Υ.Π. στην ελληνική γλώσσα και «National Quality Infrastructure System − NQIS» στην αγγλική γλώσσα, με έδρα το Δήμο Αθηναίων. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, κατόπιν πρότασης του Διοικητικού Συμβουλίου, μπορεί να μεταφέρεται η έδρα σε άλλο Δήμο εντός της Περιφέρειας Αττικής. Το ως άνω Νομικό Πρόσωπο ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, διαθέτει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος και εποπτεύεται από τον Υπουργό Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων. Στο ιδρυόμενο Νομικό Πρόσωπο εντάσσονται ως αυτοτελείς λειτουργικές μονάδες με διαχειριστική, οικονομική και λογιστική αυτοτέλεια το «Ελληνικό Ινστιτούτο Μετρολογίας», η «Εθνικό Σύστημα Διαπίστευσης Α.Ε.» και η «Ελληνικός Οργανισμός Τυποποίησης Α.Ε.»»
2. Στην παρ. 6 του άρθρου 6 του ν. 4109/2013 (Α΄ 16) προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Οι ιδιότητες του Προέδρου και του Διευθύνοντος Συμβούλου μπορεί να συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο. Στην περίπτωση αυτή, πέμπτο (5ο) μέλος στο Διοικητικό Συμβούλιο ορίζεται πρόσωπο εγνωσμένου κύρους και επιστημονικής κατάρτισης ή επαγγελματικής εμπειρίας στα θεματικά πεδία του ΕΣΥΠ.»
1. Το άρθρο 94 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας που κυρώθηκε με το ν. 2696/1999 (Α΄ 57), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 94
Άδειες Οδήγησης − Κυρώσεις Άδειες εκπαιδευτών υποψήφιων οδηγών
1. Για την οδήγηση μοτοποδηλάτων και ελαφρών τετρακύκλων, μοτοσικλετών, μηχανοκίνητων τρικύκλων, τετρακύκλων και αυτοκινήτων απαιτείται η κατοχή της κατάλληλης κατηγορίας άδειας οδήγησης. Οι κατηγορίες των αδειών οδήγησης, η κλιμάκωση και η ισοδυναμία μεταξύ των κατηγοριών, καθώς και η χορήγηση, ανανέωση και η αμοιβαία αναγνώριση και ανταλλαγή αυτών ορίζονται στο π.δ. 51/2012 (Α΄ 101).
2. Απαγορεύεται η οδήγηση μοτοποδηλάτων και ελαφρών τετρακύκλων, μοτοσικλετών, μηχανοκίνητων τρικύκλων, τετρακύκλων και αυτοκινήτων:
α. Από πρόσωπα τα οποία δεν κατέχουν ισχύουσα ελληνική άδεια οδήγησης της κατάλληλης κατηγορίας. Η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει για τα πρόσωπα, τα οποία εκπαιδεύονται προκειμένου να αποκτήσουν συγκεκριμένης κατηγορίας άδεια οδήγησης, εφόσον είναι εφοδιασμένα με τα κατά νόμο προβλεπόμενα έγγραφα για το σκοπό αυτόν.
β. Από πρόσωπα τα οποία δεν κατέχουν ισχύουσα ελληνική ειδική άδεια ή ισχύον ελληνικό πιστοποιητικό, τα οποία απαιτούνται για την οδήγηση ειδικών κατηγοριών οδικών οχημάτων, ακόμα και εάν κατέχουν την προβλεπόμενη στην προηγούμενη περίπτωση α΄ της παρούσας παραγράφου άδεια οδήγησης.
3. Δεν υπάγονται στις απαγορεύσεις της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 2 του παρόντος και εφόσον έχουν συμπληρώσει την ελάχιστη απαιτούμενη ηλικία που προβλέπεται για τη χορήγηση ελληνικής άδειας οδήγησης:
α. Οι κάτοχοι ισχύουσας άδειας οδήγησης, αντίστοιχης κατηγορίας, η οποία έχει εκδοθεί από κράτος−μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή από τα κράτη Νορβηγία, Ισλανδία, Λιχτενστάιν.
β. Οι κάτοχοι ισχύουσας διεθνούς άδειας οδήγησης η οποία έχει εκδοθεί από οποιοδήποτε κράτος, εκτός της Ελλάδος, και δεν έχουν την κανονική διαμονή τους στην Ελλάδα.
γ. Οι κάτοχοι ισχύουσας άδειας οδήγησης, η οποία έχει εκδοθεί από κράτη εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τα οποία η Ελλάδα έχει συνάψει ειδική συμφωνία, η οποία έχει κυρωθεί με νόμο και οι οποίοι δεν έχουν την κανονική διαμονή τους στην Ελλάδα.
δ. Οι κάτοχοι ισχύουσας άδειας οδήγησης κατά τα οριζόμενα σε διεθνείς συμβάσεις ή συμφωνίες που έχουν κυρωθεί με νόμο και οι οποίοι δεν έχουν την κανονική διαμονή τους στην Ελλάδα.
ε. Οι οδηγοί μοτοποδηλάτων, μοτοσικλετών, μηχανοκίνητων τρικύκλων, τετρακύκλων και αυτοκινήτων, τα οποία ανήκουν στις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις ή στα σώματα ασφαλείας, εφόσον είναι κάτοχοι ισχύουσας άδειας οδήγησης που έχει εκδοθεί από τις αρμόδιες υπηρεσίες τους.
στ. Τα μέλη διπλωματικών αποστολών και προξενικών αρχών, καθώς και τα μέλη Διεθνών Οργανισμών και Γραφείων Διεθνών Οργανισμών στην Ελλάδα ως και τα μέλη των οικογενειών τους, υπήκοοι τρίτων χωρών, πλην των κρατών − μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Νορβηγίας, της Ισλανδίας ή του Λιχτενστάιν, και κάτοχοι Δελτίου Ταυτότητας εκδοθέντος από τη Διεύθυνση Εθιμοτυπίας του Υπουργείου Εξωτερικών, εφόσον κατέχουν ισχύουσα άδεια οδήγησης της χώρας τους, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή συνοδεύεται από βεβαίωση της εκδούσας αρχής, για το δικαίωμα οδήγησης οχήματος βάσει των κατηγοριών που κατέχουν, επίσημα μεταφρασμένης.
4. Αυτός που καταλαμβάνεται να οδηγεί μοτοποδήλατο, μοτοσικλέτα, μηχανοκίνητο τρίκυκλο, ελαφρύ τετράκυκλο, τετράκυκλο και αυτοκίνητο και στερείται ή δεν κατέχει την κατάλληλη άδεια οδήγησης, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις του προεδρικού διατάγματος της παραγράφου 1 του παρόντος ή η άδεια οδήγησής του έχει ανακληθεί ή αφαιρεθεί για οποιονδήποτε λόγο, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης από έναν (1) έως δώδεκα (12) μήνες, με διοικητικό πρόστιμο διακοσίων (200,00) ευρώ, καθώς και με επιτόπου αφαίρεση του εντύπου της άδειας οδήγησής του, εφόσον υπάρχει, για τριάντα (30) ημέρες. Για τη σχετική παράβαση που αφορά φορτηγά οχήματα έχουν εφαρμογή οι ειδικές διατάξεις του ν. 3446/2006 (Α΄ 49). Για τη σχετική παράβαση που αφορά στην ειδική άδεια οδήγησης οδηγού επιβατικού δημοσίας χρήσης (Ε.Δ.Χ.) αυτοκινήτου έχουν εφαρμογή οι ειδικές διατάξεις του ν. 4070/2012 (Α΄82).
5. Αυτός που καταλαμβάνεται να οδηγεί αυτοκίνητο φορτηγό ή λεωφορείο χωρίς να κατέχει το κατάλληλο Πιστοποιητικό Επαγγελματικής Ικανότητας (Π.Ε.Ι.) σύμφωνα με τα οριζόμενα στο π.δ. 74/2008 (Α΄ 112), τιμωρείται με διοικητικό πρόστιμο τετρακοσίων (400,00) ευρώ και με αφαίρεση του εντύπου της άδειας οδήγησής του, εφόσον υπάρχει, για τριάντα (30) ημέρες.
6. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, καθορίζονται:
α) Οι προϋποθέσεις, η διαδικασία και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για τη λειτουργία Σχολών Οδηγών και Κέντρων Θεωρητικής Εκπαίδευσης Υποψήφιων Οδηγών (ΚΕ.Θ.Ε.Υ.Ο.) μοτοποδηλάτων, μοτοσικλετών και αυτοκινήτων.
β) Οι όροι και οι προϋποθέσεις της άσκησης του επαγγέλματος του εκπαιδευτή υποψήφιων οδηγών μοτοποδηλάτων, μοτοσικλετών και αυτοκινήτων και της λειτουργίας Σχολών Οδηγών και Κέντρων Θεωρητικής Εκπαίδευσης Υποψήφιων Οδηγών (ΚΕ.Θ.Ε.Υ.Ο.) μοτοποδηλάτων, μοτοσικλετών και αυτοκινήτων.
γ) Οι διοικητικές και ποινικές κυρώσεις για τους παραβάτες των διατάξεων του διατάγματος αυτού, καθώς και η διαδικασία επιβολής τους.
7. Με αποφάσεις του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, ορίζονται:
α. Η διαδικασία χορήγησης, ανανέωσης, αντικατάστασης, ανταλλαγής, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια που αφορά τις άδειες οδήγησης.
β. Οι όροι και οι προϋποθέσεις εκπαίδευσης και επιμόρφωσης των εξεταστών υποψήφιων οδηγών μοτοποδηλάτων, μοτοσικλετών και αυτοκινήτων, καθώς και ο τρόπος συγκρότησης των εξεταστικών επιτροπών και οι υποχρεώσεις των εξεταστών.
γ. Οι όροι και οι προϋποθέσεις εκπαίδευσης των υποψήφιων οδηγών μοτοποδηλάτων, μοτοσικλετών και αυτοκινήτων με την καθιέρωση υποχρεωτικών μαθημάτων πριν από την εξέταση.
8. Με αποφάσεις του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων τροποποιούνται και συμπληρώνονται τα Παραρτήματα του π.δ. 51/2012 (Α΄ 101).»
2. Το άρθρο 95 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, που κυρώθηκε με το ν. 2696/1999, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 95
Ισχύς αδειών οδήγησης − Κυρώσεις
1. Η ισχύς των αδειών οδήγησης ορίζεται στο π.δ. 51/2012 (Α΄ 101). 2. Αυτός που καταλαμβάνεται να οδηγεί μοτοποδήλατο, μοτοσικλέτα, μηχανοκίνητο τρίκυκλο, ελαφρύ τετράκυκλο, τετράκυκλο και αυτοκίνητο ενώ η αντίστοιχη κατηγορία άδειας οδήγησης έχει λήξει, τιμωρείται με διοικητικό πρόστιμο διακοσίων (200) ευρώ. Παράλληλα, αφαιρείται από το αστυνομικό ή λιμενικό όργανο το έντυπο της άδειας οδήγησής του και αποστέλλεται στην αρμόδια Υπηρεσία Μεταφορών και Επικοινωνιών της Περιφέρειας που το χορήγησε ή σε αυτή, στην περιοχή της οποίας θα δηλώσει ο κάτοχός της ότι κατοικεί. Για τη σχετική παράβαση που αφορά φορτηγά οχήματα έχουν εφαρμογή οι ειδικές διατάξεις του ν. 3446/2006 (Α΄ 49). Για τη σχετική παράβαση που αφορά στην ειδική άδεια οδήγησης οδηγού επιβατικού δημοσίας χρήσης (Ε.Δ.Χ.) αυτοκινήτου έχουν εφαρμογή οι ειδικές διατάξεις του ν. 4070/2012 (Α΄ 82).
3. Αυτός που καταλαμβάνεται να οδηγεί αυτοκίνητο φορτηγό ή λεωφορείο ενώ έχει λήξει το Πιστοποιητικό Επαγγελματικής Ικανότητας (Π.Ε.Ι.), σύμφωνα με τα οριζόμενα στο π.δ. 74/2008 (Α΄ 112), τιμωρείται με διοικητικό πρόστιμο τετρακοσίων (400) ευρώ. Παράλληλα, αφαιρείται από το αστυνομικό ή λιμενικό όργανο ή το Μικτό Κλιμάκιο Ελέγχου, το έντυπο της άδειας οδήγησής του και αποστέλλεται στην αρμόδια Υπηρεσία Μεταφορών και Επικοινωνιών της Περιφέρειας που τη χορήγησε ή σε αυτή, στην περιοχή της οποίας θα δηλώσει ο κάτοχός της ότι κατοικεί.»
3. Το άρθρο 96 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, που κυρώθηκε με το ν. 2696/1999 (Α΄ 57), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, καθώς και οι κατ’ εξουσιοδότηση αυτού κανονιστικές πράξεις, καταργούνται.
4. Η παρ. 1 του άρθρου 99 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, που κυρώθηκε με το ν. 2696/1999, αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Απαγορεύεται η παραχώρηση της οδήγησης οδικού οχήματος σε πρόσωπο το οποίο δεν έχει την κατά περίπτωση νόμιμη άδεια οδήγησης, ως και το αναγκαίο, κατά περίπτωση, πιστοποιητικό επαγγελματικής ικανότητας ή σε πρόσωπο του οποίου τα στοιχεία αυτά έχουν αφαιρεθεί για οποιαδήποτε παράβαση. Στη δεύτερη περίπτωση η απαγόρευση ισχύει μόνο κατά τη διάρκεια της αφαίρεσης των ως άνω στοιχείων.»
5. Το άρθρο 100 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας που κυρώθηκε με το ν. 2696/1999, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 100
Έγγραφα τα οποία πρέπει να φέρει ο οδηγός
1. Ο οδηγός οδικού οχήματος υποχρεούται, όταν οδηγεί, να φέρει τη νόμιμη άδεια οδήγησης, την άδεια κυκλοφορίας του οχήματος, το αποδεικτικό ασφάλισης, την απόδειξη πληρωμής των τελών κυκλοφορίας και κατά περίπτωση την ειδική άδεια οδήγησης οδηγού Ε.Δ.Χ. αυτοκινήτου, το Πιστοποιητικό Επαγγελματικής Ικανότητας (Π.Ε.Ι.), το Πιστοποιητικό Επαγγελματικής Κατάρτισης Οδηγού Οχημάτων Μεταφοράς Επικίνδυνων Εμπορευμάτων (ADR) και τα λοιπά έγγραφα που απαιτεί η Συμφωνία ADR του ν. 1741/1987 (Α΄ 225) όπως ισχύει, το Δελτίο Τεχνικού Ελέγχου, την Κάρτα Ελέγχου Καυσαερίων, τη βεβαίωση καλής λειτουργίας ταχογράφου, τη βεβαίωση περιοριστή ταχύτητας και το σχετικό αυτοκόλλητο σήμα, καθώς και οποιοδήποτε άλλο έγγραφο, βεβαίωση, ή πιστοποιητικό απαιτείται ανάλογα με την κατηγορία του οχήματος από τις ειδικές διατάξεις.
2. Αυτός που παραβαίνει τις διατάξεις της πιο πάνω παραγράφου τιμωρείται με διοικητικό πρόστιμο είκοσι (20) ευρώ για την έλλειψη καθενός από τα παραπάνω έγγραφα.»
1. Η περίπτωση στ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του π.δ. 51/2012 (Α΄ 101) αντικαθίσταται ως εξής:
«στ. Κατηγορία Β: Αυτοκίνητα με μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα μέχρι 3.500 kg και σχεδιασμένα και κατασκευασμένα για τη μεταφορά οκτώ (8), (το πολύ) επιβατών, εκτός από τον οδηγό. Τα αυτοκίνητα της κατηγορίας αυτής επιτρέπεται να συνδυάζονται με ρυμουλκούμενο, του οποίου η μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα δεν υπερβαίνει τα 750 kg. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των κανόνων έγκρισης τύπου, τα αυτοκίνητα της κατηγορίας αυτής μπορούν να συνδυάζονται με οποιοδήποτε ρυμουλκούμενο, με μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα που υπερβαίνει τα 750 kg και υπό τον όρο ότι η μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα του συνδυασμού αυτού δεν υπερβαίνει τα 4.250 kg. Στην περίπτωση όμως που ο συνδυασμός αυτός υπερβαίνει τα 3.500 kg, απαιτείται, η οδήγησή του να γίνεται μόνον μετά από ολοκλήρωση σχετικής εκπαίδευσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του Παραρτήματος V, ενώ το έντυπο της άδειας οδήγησης φέρει στην κατηγορία Β τον κοινοτικό κωδικό αριθμό 96.»
2. Το άρθρο 5 του π.δ. 51/2012 (Α΄ 101) αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Οι άδειες οδήγησης για τις κατηγορίες AM, Al, Α2, A, Bl, Β και BE έχουν διοικητική ισχύ δεκαπέντε (15) έτη, από την ημέρα της επιτυχούς εξέτασης προσόντων και συμπεριφοράς για τη χορήγηση της συγκεκριμένης κατηγορίας ή από την ημέρα της ανανέωσής της, κατά περίπτωση, και όχι πέραν της συμπλήρωσης της ηλικίας των 65 ετών του κατόχου της άδειας. Οι άδειες οδή− γησης για τις κατηγορίες Cl, C1E, C, CE, Dl, DIE, D και DE έχουν διοικητική ισχύ πέντε (5) έτη, από την ημέρα της επιτυχούς εξέτασης προσόντων και συμπεριφοράς για τη χορήγηση της συγκεκριμένης κατηγορίας ή από την ημέρα της ανανέωσής της, κατά περίπτωση, και όχι πέραν της συμπλήρωσης της ηλικίας των 65 ετών του κατόχου της άδειας. Η διοικητική ισχύς των αδειών οδήγησης που ανανεώνονται πριν από τη συμπλήρωση της ηλικίας των 65 ετών, για όλες τις κατηγορίες αδειών οδήγησης, δεν επιτρέπεται να έχει ημερομηνία λήξης μεγαλύτερη του 68ου έτους της ηλικίας του κατόχου της άδειας. Από τη συμπλήρωση της ηλικίας των 65 ετών και μέχρι τη συμπλήρωση των 80 ετών, η διοικητική ισχύς όλων των κατηγοριών αδειών οδήγησης δεν επιτρέπεται να υπερβεί τα τρία (3) έτη, από την ημέρα της επιτυχούς εξέτασης προσόντων και συμπεριφοράς για τη χορήγηση οποιασδήποτε κατηγορίας ή από την ημέρα της ανανέωσης της κατηγορίας, κατά περίπτωση. Η διοικητική ισχύς των αδειών οδήγησης που ανανεώνονται πριν από τη συμπλήρωση της ηλικίας των 80 ετών, για όλες τις κατηγορίες αδειών οδήγησης, δεν επιτρέπεται να έχει ημερομηνία λήξης μεγαλύτερη του 82ου έτους της ηλικίας του κατόχου της άδειας. Μετά τη συμπλήρωση της ηλικίας των 80 ετών, η διοικητική ισχύς όλων των κατηγοριών αδειών οδήγησης δεν επιτρέπεται να υπερβεί τα δύο (2) έτη, από την ημέρα της ανανέωσης της κατηγορίας.
2. Σε περίπτωση απώλειας ή αδυναμίας ανάγνωσης ή οποιασδήποτε άλλης βλάβης του μικροεπεξεργαστή του εντύπου της άδειας οδήγησης, ως χρόνος ισχύος λογίζεται αυτός, που έχει εκτυπωθεί στο έντυπο της άδειας.
3. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, μπορεί να ορίζεται μικρότερος χρόνος ισχύος, για λόγους υγείας του κατόχου της άδειας οδήγησης.
4. Η άδεια οδήγησης ή οι επιμέρους κατηγορίες της παύουν αυτοδικαίως να ισχύουν εφόσον:
α. λήξει η χρονική ισχύς τους ή
β. ο ενδιαφερόμενος παύει να πληροί τις ελάχιστες απαιτούμενες προδιαγραφές σωματικής και διανοητικής ικανότητας του Παραρτήματος III ή
γ. το έντυπο της άδειας οδήγησης έχει φθαρεί ή έχει αλλοιωθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε να είναι δυσχερής ο έλεγχος των στοιχείων της.
5. Κατηγορίες αδειών οδήγησης που έχουν χορηγηθεί, πριν τις 19.1.2013, από κράτη−μέλη της Ευρωπαϊκής ’Ενωσης ή τα κράτη Νορβηγία, Ισλανδία, Λιχτενστάιν, και η ισχύς τους, από την ημερομηνία της αρχικής χορήγησης ή της τελευταίας ανανέωσης, είναι μεγαλύτερη αυτής των αντίστοιχων ελληνικών κατηγοριών αδειών οδήγησης, ανανεώνονται ή αντικαθίστανται, κατά περίπτωση, με την πάροδο διετίας από την ημέρα που ο κάτοχος της άδειας οδήγησης αποκτήσει την κανονική του διαμονή στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα περί ανανέωσης ή αντικατάστασης των αντίστοιχων κατηγοριών των ελληνικών αδειών οδήγησης, που έχουν εκδοθεί πριν τις 19.1.2013.»
3. Το τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 6 του π.δ. 51/2012 αντικαθίσταται ως εξής:
«Οι παραπάνω απαιτούμενες ηλικίες για τις κατηγορίες C, CE μειώνονται στα 18 έτη και για τις κατηγορίες D και DE στα 21 έτη με την επιφύλαξη των διατάξεων περί χορήγησης Πιστοποιητικού Επαγγελματικής Ικανότητας (Π.Ε.Ι.) σε οδηγούς των κατηγοριών αυτών. Αν ο υποψήφιος για χορήγηση της κατηγορίας ΑΜ δεν έχει συμπληρώσει την ηλικία των 18 ετών, απαιτείται επιπλέον η έγγραφη συναίνεση του προσώπου που ασκεί την επιμέλειά του, η οποία παρέχεται πάνω στην αίτηση.»
4. Το δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης δ΄ της παρ. 2 του άρθρου 8 του π.δ. 51/2012 αντικαθίσταται ως εξής:
«Κατά την ανταλλαγή, ο κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης δεν υποχρεούται, από τη δημοσίευση του παρόντος προεδρικού διατάγματος, να καταβάλει πάγια τέλη χαρτοσήμου και εισφορές υπέρ τρίτων. Τα τέλη αυτά και οι εισφορές καταβάλλονται κατά την ανανέωση της ελληνικής άδειας οδήγησης.»
5. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 9 του π.δ. 51/2012 αντικαθίσταται ως εξής:
«Για όσο χρόνο διαρκεί η ποινή του περιορισμού ή της αναστολής ισχύος ή της αφαίρεσης ή της ακύρωσης του δικαιώματος οδήγησης, επιτρέπεται η ανταλλαγή της αλλοδαπής άδειας σε ελληνική, εφόσον έχει την κανονική διαμονή του στην Ελλάδα, προκειμένου να υλοποιηθούν οι περιορισμοί αυτοί.»
6. Στο άρθρο 9 του π.δ. 51/2012 προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής:
«3. Άδεια οδήγησης δεν χορηγείται σε πρόσωπο το οποίο έχει κανονική διαμονή στην Ελλάδα, αν έχει υποστεί στο έδαφος κράτους − μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή τη Νορβηγία, την Ισλανδία ή το Λιχνενστάιν τέτοια κύρωση, η οποία δεν του επιτρέπει να πάρει άδεια οδήγησης στο κράτος αυτό.»
7. Η παρ. 1 του άρθρου 17 του π.δ. 51/2012 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Στους παραβάτες των διατάξεων της παραγράφου 3 του άρθρου 11 του διατάγματος αυτού, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης από 1 μέχρι 6 μήνες.»
8. Στο π.δ. 51/2012 προστίθεται άρθρο 21Α ως ακολούθως:
«Άρθρο 21Α
(άρθρο 15 της Οδηγίας 2006/126/ΕΚ)
Αμοιβαία Συνδρομή
Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων θεσπίζονται οι τεχνικές προδιαγραφές, καθώς και οι διαδικασίες για την εφαρμογή του ενωσιακού δικτύου αδειών οδήγησης με σκοπό την εξασφάλιση της εποπτείας και του ελέγχου κάθε κατηγορίας που χορηγείται, ανταλλάσσεται, αντικαθίσταται, ανανεώνεται ή αφαιρείται και καθορίζονται προϋποθέσεις ενημέρωσης των αλλοδαπών Αρχών.»
9. Το τρίτο εδάφιο του εθνικού κωδικού αριθμού 114 της περίπτωσης 12 της παραγράφου 3 του Παραρτήματος Ι, αντικαθίσταται ως εξής:
«Εφόσον, όμως, έχει τεθεί σε άδεια οδήγησης των παραπάνω κατηγοριών, οι οποίες χορηγήθηκαν πριν από τις 10 Σεπτεμβρίου 2008, εξακολουθεί να μεταφέρεται σε κάθε έντυπο αδείας του Παραρτήματος Ι του διατάγματος αυτού, το οποίο έντυπο εκδίδεται σε αντικατάσταση του παλαιού εντύπου, για οποιονδήποτε λόγο, μέχρις ότου ο κάτοχος της άδειας αποκτήσει την υπηρεσία των 12 μηνών οδήγησης οπότε και διαγράφεται ο συγκεκριμένος κωδικός ή αποκτήσει Πιστοποιητικό Επαγγελματικής Ικανότητας (Π.Ε.Ι.) αρχικής επιμόρφωσης.»
10. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του Παραρτήματος VI του π.δ. 51/2012 αντικαθίσταται ως εξής:
«Η διάρκεια της δοκιμασίας και η απόσταση που διανύεται πρέπει να είναι επαρκείς για την αξιολόγηση των ικανοτήτων και της συμπεριφοράς που καθορίζονται στο σημείο 2 του παρόντος παραρτήματος.»
11. Οι παράγραφοι α΄ και δ΄ της περίπτωσης 2.2. της Ενότητας Α΄ «Ιατρική Εξέταση Υποψηφίων Οδηγών και Οδηγών» του Κεφαλαίου Α΄ του Παραρτήματος III του π.δ. 51/2012 (Α΄ 101) αντικαθίστανται ως εξής:
«α) Των υποψηφίων οδηγών, οι οποίοι υπερέβησαν το 65ο έτος της ηλικίας τους και πρόκειται να τους χορηγηθεί, για πρώτη φορά, άδεια οδήγησης, καθώς και των οδηγών, οι οποίοι υπερέβησαν το 80ό έτος της ηλικίας τους και πρόκειται να ανανεώσουν την άδεια οδήγησής τους.»
«δ) Των οδηγών που έχουν υποχρέωση ανανέωσης της άδειας οδήγησης εφόσον η προηγούμενη εξέτασή τους έγινε από Δ.Ι.Ε. Εξαιρούνται οι οδηγοί που εξετάστηκαν από Δ.Ι.Ε. για αρχική χορήγηση άδειας οδήγησης μετά το 65ο έτος της ηλικίας τους και οι οδηγοί με κινητικά προβλήματα, οι οποίοι αντί της Δ.Ι.Ε., μπορούν να αξιολογούνται από Κρατικό Ίδρυμα, το οποίο ασχολείται συστηματικά με το έργο αξιολόγησης ικανοτήτων οδήγησης Ατόμων με Αναπηρίες, με προβλήματα κινητικότητας ή ακρωτηριασμού άκρου−άκρων ή μικτού τύπου προβλήματα (όπως είναι το Κέντρο ΗΝΙΟΧΟΣ/Ε.Ι.Α.Α), ή το ισότιμο με τη Δ.Ι.Ε. όργανο, το οποίο έχει εξουσιοδοτηθεί για το σκοπό αυτόν από τις οικείες διατάξεις.»
12. Το Παράρτημα V του π.δ. 51/2012 (Α΄ 101) αντικαθίσταται ως εξής:
«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V
Ελάχιστες απαιτήσεις εκπαίδευσης οδηγών για σύνολα οχημάτων της κατηγορίας Β με ρυμουλκούμενο μεγίστης επιτρεπόμενης μάζας που υπερβαίνει τα 750 kg, όταν ο συνδυασμός αυτός υπερβαίνει τα 3.500 kg και είναι μικρότερος ή ίσος των 4.250 kg (τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης στ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 3).
1. Η συνολική διάρκεια της θεωρητικής και πρακτικής εκπαίδευσης των οδηγών ορίζεται σε τουλάχιστον επτά (7) ώρες.
2. Περιεχόμενο της εκπαίδευσης οδηγών. Η εκπαίδευση των οδηγών καλύπτει τις γνώσεις, τις ικανότητες και τη συμπεριφορά όπως περιγράφονται στο στοιχείο 2 του Παραρτήματος II, καθώς και τις αντίστοιχες απαιτήσεις του στοιχείου 7 του ίδιου Παραρτήματος. Ιδιαίτερη προσοχή δίδεται:
− Στη δυναμική της κίνησης των οχημάτων, στα κριτήρια ασφαλείας, στα έλκοντα οχήματα και ρυμουλκούμενα (μηχανισμός ζεύξης), στην ορθή φόρτωση και στον εξοπλισμό ασφαλείας.
Το πρακτικό μέρος της εκπαίδευσης περιλαμβάνει τις ακόλουθες δοκιμασίες: επιτάχυνση, επιβράδυνση, οπισθοπορεία, πέδηση, απόσταση ακινητοποίησης, αλλαγή λωρίδας κυκλοφορίας, πέδηση/αποφυγή, ταλάντευση ρυμουλκούμενου, αποσύνδεση ρυμουλκούμενου από το μηχανοκίνητο όχημά του και επανασύνδεσή του, στάθμευση.
− Ο υποψήφιος πρέπει να εκτελεί το πρακτικό μέρος της εκπαίδευσης και να επιδεικνύει τις ικανότητες και τη συμπεριφορά του στους δημόσιους δρόμους.
− Τα σύνολα οχημάτων που χρησιμοποιούνται για την εκπαίδευση εμπίπτουν στην κατηγορία της άδειας οδήγησης για την οποία έχει υποβάλει αίτηση ο ενδιαφερόμενος.»
Το πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 3897/2010 (Α΄208) αντικαθίσταται ως εξής:
«Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, ορίζονται ο Πρόεδρος και τα μέλη του Ε.Σ.Ο.Α. με τους αναπληρωτές τους.»
1. Για τις δαπάνες της αρχικής χορήγησης άδειας οδήγησης μιας από τις κατηγορίες ΑΜ ή Α1 ή Α2 ή Α ή Β΄, καθώς και για την επέκταση από την κατηγορία Β σε μια από τις κατηγορίες C ή C1 ή D ή D1 καταβάλλεται το ποσό των πενήντα (50) ευρώ το οποίο και αποτελεί έσοδο του τακτικού Προϋπολογισμού του Κράτους. Το ίδιο ποσό καταβάλλεται και για κάθε ανανέωση του δικαιώματος οδήγησης.
2. Για τη χορήγηση, ή την ανανέωση, οποιασδήποτε κατηγορίας άδειας οδήγησης, ή για την έκδοση αντιγράφου άδειας οδήγησης καταβάλλεται πάγιο τέλος χαρτοσήμου και εισφορά υπέρ τρίτων, όπως αυτά ορίζονται στις οικείες διατάξεις.
3. Για κάθε πρωτοβάθμια ιατρική εξέταση υποψηφίου οδηγού ή οδηγού, ο ενδιαφερόμενος καταβάλλει αμοιβή στο γιατρό που διενεργεί την εξέταση αυτή, ίση με το ποσό που ισχύει κάθε φορά ως κατώτατο όριο αμοιβής των συμβεβλημένων με το Δημόσιο γιατρών για επίσκεψη στο ιατρείο. Στους γιατρούς κρατικών νοσηλευτικών ιδρυμάτων ή κρατικών κέντρων υγείας της παραγράφου 1.4 του Παραρτήματος ΙΙΙ του π.δ. 51/2012 δεν καταβάλλεται αποζημίωση.
4. Για την αντιμετώπιση των δαπανών διεξαγωγής του έργου της εξέτασης των υποψηφίων οδηγών και οδηγών για κάθε εξέταση προσόντων και συμπεριφοράς υποψήφιου οδηγού ή οδηγού εκτός της περίπτωσης απόκτησης Πιστοποιητικού Επαγγελματικής Ικανότητας (Π.Ε.Ι.), καθώς και για κάθε θεωρητική εξέταση, καταβάλλεται το ποσό των δέκα (10) ευρώ αντίστοιχα, το οποίο και αποτελεί έσοδο του τακτικού Προϋπολογισμού του Κράτους. Προκειμένου οδηγός να συμμετάσχει και σε εξετάσεις για τη χορήγηση Πιστοποιητικού Επαγγελματικής Ικανότητας (Π.Ε.Ι.) αρχικής επιμόρφωσης, ανεξάρτητα της κατηγορίας οδήγησης που είτε κατέχει είτε θα του χορηγηθεί, καταβάλλει για κάθε θεωρητική εξέταση απόκτησης Π.Ε.Ι. (επιβατών ή εμπορευμάτων), καθώς και για κάθε εξέταση προσόντων και συμπεριφοράς οδηγού το ποσό των είκοσι (20) ευρώ αντίστοιχα, το οποίο και αποτελεί έσοδο του τακτικού Προϋπολογισμού του Κράτους.
5. Για την εκτύπωση οποιασδήποτε κατηγορίας άδειας οδήγησης καταβάλλεται το ποσό των τριάντα (30) ευρώ το οποίο και αποτελεί έσοδο του τακτικού Προϋπολογισμού του Κράτους.
6. Σε κάθε περίπτωση έκδοσης αντιγράφου οποιασδήποτε κατηγορίας άδειας οδήγησης λόγω απώλειας ή κλοπής, καταβάλλεται, πέραν του αναγκαίου ποσού για την εκτύπωση της άδειας και το ποσό των τριάντα (30) ευρώ, το οποίο και αποτελεί έσοδο του τακτικού Προϋπολογισμού του Κράτους. Το παραπάνω ποσό δεν καταβάλλεται στην περίπτωση απώλειας της άδειας οδήγησης λόγω μερικής (διάρρηξη) ή ολικής κλοπής αυτοκινήτου ή καταστροφής του από πυρκαγιά ή πλημμύρα που αποδεικνύεται από έγγραφα αρμόδιας Αρχής.
7. Τα χρηματικά ποσά που αναφέρονται στις παραγράφους 1, 4, 5 και 6 του παρόντος άρθρου αναπροσαρμόζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων.
8. Το άρθρο 13 του π.δ. 51/2012 και η παράγραφος 1.5 του Παραρτήματος ΙΙΙ του π.δ. 51/2012 καταργούνται.
1. Στο άρθρο 3 του π.δ. 74/2008 προστίθεται παράγραφος 3Α ως εξής: «Οποτεδήποτε οι οδηγοί των παραπάνω εξαιρέσεων επιθυμούν να αποκτήσουν Π.Ε.Ι., υποχρεούνται να ακολουθήσουν τη διαδικασία αρχικής επιμόρφωσης.»
2. Η παρ. 5 του άρθρου 6 του π.δ. 74/2008 αντικαθίσταται ως εξής: «5. Η θεωρητική εξέταση διενεργείται από δύο υπαλλήλους της οικείας Υπηρεσίας Μεταφορών και Επικοινωνιών της Περιφερειακής Ενότητας, και ανήκουν τουλάχιστον στην κατηγορία ΔΕ, εφόσον έχουν απολυτήριο Λυκείου ή εξατάξιου Γυμνασίου ή ισότιμης σχολής, εκ των οποίων ο ένας, τουλάχιστον, τεχνικός. Τα μέλη της επιτροπής μαζί με τους αναπληρωτές τους, ορίζονται με απόφαση του αρμόδιου Διευθυντή Μεταφορών της Περιφερειακής Ενότητας.»
3. Η παρ. 7 του άρθρου 6 του π.δ. 74/2008 (Α΄ 112) καταργείται.
4. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 7 του π.δ. 74/2008 αντικαθίσταται ως εξής:
«Μετά το πέρας της περιοδικής κατάρτισης, ο Διευθυντής Σπουδών της Σχολής /του Κέντρου Π.Ε.Ι. ο οποίος είναι ο αρμόδιος ως προς την κατάρτιση και την υλοποίηση του προγράμματος περιοδικής κατάρτισης του φορέα του, υπογράφει τις σχετικές βεβαιώσεις επιτυχούς παρακολούθησης των ενδιαφερομένων.»
Στο άρθρο 11 του π.δ. 208/2002 προστίθεται παράγραφος 4 που έχει ως εξής:
«4. Μέχρις ότου καθιερωθεί περιοδικός τεχνικός έλεγχος ρυμουλκούμενου με ανώτατη επιτρεπόμενη μάζα μικρότερη ή ίση των 3500 kg και προκειμένου να χρησιμοποιηθεί σε εκπαιδευτικό κατηγορίας ΒΕ, υπόκειται κάθε χρόνο σε υποχρεωτική επιθεώρηση από την αρμόδια Υπηρεσία Μεταφορών και Επικοινωνιών των Περιφερειακών Ενοτήτων, η οποία εκδίδει σχετική βεβαίωση καταλληλότητας με την προϋπόθεση ότι για το έλκον όχημα δοκιμασίας της κατηγορίας Β έχει χορηγηθεί καταλληλότητα ως εκπαιδευτικό από ΚΤΕΟ.»
1. Το τρίτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 19 του ν. 2671/1998 (Α΄ 289) αντικαθίσταται ως εξής:
«Οι Επιθεωρητές Ελεγκτές θα πρέπει να είναι μόνιμοι υπάλληλοι κατηγορίας ΠΕ με βαθμό τουλάχιστον Δ΄ και δωδεκαετή αναγνωρισμένη δημόσια υπηρεσία ή Απόφοιτοι της ΕΣΔΔ με τετραετή τουλάχιστον υπηρεσία μετά την αποφοίτησή τους, οι οποίοι έχουν διακριθεί για την επαγγελματική τους κατάρτιση, την υπηρεσιακή τους επίδοση και το ήθος τους.»
2. Στο τέλος της παρ. 5 του άρθρου 177 του ν. 3669/2008 (Α΄ 116) προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Οι ρυθμίσεις του προηγούμενου εδαφίου έχουν εφαρμογή και για τους Επιθεωρητές − Ελεγκτές του Σώματος Επιθεωρητών−Ελεγκτών του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων.»
Μετά την παρ. 8 του άρθρου δέκατου του ν. 1955/1991 (Α΄ 112), προστίθενται νέες παράγραφοι ως ακολούθως:
«9. Στις περιπτώσεις όπου έχει ήδη κηρυχθεί αναγκαστική απαλλοτρίωση υπέρ ν.π.δ.δ. ή Ο.Τ.Α. σε διαφορετικά ακίνητα και ορισμένα από αυτά, για τα οποία δεν έχει συντελεσθεί η κηρυχθείσα απαλλοτρίωση, καθίστανται αναγκαία για την εκτέλεση των έργων που εμπίπτουν στους σκοπούς της Εταιρείας, είναι δυνατή ως προς τα ακίνητα αυτά, η μεταβολή του προσώπου του υπέρ ου η κηρυχθείσα απαλλοτρίωση, υπέρ της Εταιρείας και των σκοπών της. Η εν λόγω μεταβολή επέρχεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης, Ανταγωιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και των Υπουργών που εποπτεύουν τα εμπλεκόμενα νομικά πρόσωπα, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και μεταγράφεται μετά τη συντέλεση στα οικεία βιβλία μεταγραφών.
10. Η Εταιρεία στην παραπάνω περίπτωση υπεισέρχεται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, ως προς τα ακίνητα αυτά, δικαιούμενη να παρεμβαίνει κυρίως σε κάθε στάδιο δίκης που διεξάγεται για τη συγκεκριμένη αναγκαστική απαλλοτρίωση, χωρίς έγγραφη προδικασία, με δήλωση που καταχωρείται στα πρακτικά.
11. Σε περίπτωση που κατ’ εφαρμογή των ανωτέρω, η Εταιρεία καταστεί το υπέρ ου η απαλλοτρίωση πρόσωπο, η συντέλεση της απαλλοτρίωσης γίνεται με δαπάνη της Εταιρείας και η απαλλοτρίωση θεωρείται ότι συντελέσθηκε υπέρ αυτής.»
Στο άρθρο 30 της Κωδικοποίησης της νομοθεσίας κατασκευής δημοσίων έργων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3669/2008, προστίθεται παράγραφος 11 ως εξής:
«11. Στις συμβάσεις κατασκευής δημοσίων έργων εφαρμόζονται οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο αυτόν, όπως κάθε φορά ισχύει.»
Στο ν. 3614/2007 (Α΄ 267) προστίθεται άρθρο 25Α ως εξής:
«Άρθρο 25Α
Διαδικασία Διαιτησίας
1. Στις συγχρηματοδοτούμενες Συμβάσεις Δημοσίων Έργων στις οποίες Κύριος του Έργου ή/και Φορέας Κατασκευής είναι δημόσια επιχείρηση του ν. 3429/2005, στις οποίες ως διαδικασία επίλυσης διαφορών προβλέπονται οι διατάξεις των άρθρων 76 και 77 του ν. 3669/2008 ή των άρθρων 12 και 13 του ν. 1418/1984, όλες οι διαφορές που ανακύπτουν μεταξύ του Κυρίου του Έργου ή/και του Φορέα Κατασκευής και του Αναδόχου από την εφαρμογή ή ερμηνεία της σχετικής Σύμβασης Δημοσίου Έργου ή με αφορμή αυτή, κάθ’ όλη τη διάρκεια ισχύος της, από τη θέση σε ισχύ της παρούσας και εφεξής, δύνανται, με επιλογή του Κυρίου του Έργου ή του Αναδόχου, σύμφωνα με τη διαδικασία της παραγράφου 3, να επιλύονται με τη διαδικασία Διαιτησίας που προβλέπεται στην παράγραφο 5 του παρόντος.
2. Στις Διακηρύξεις που θα προκηρυχθούν μετά τη θέση σε ισχύ της παρούσας, σχετικώς με συγχρηματοδοτούμενες Συμβάσεις Δημοσίων Έργων μπορεί να προβλέπεται για την επίλυση των διαφορών η εφαρμογή, κατ’ επιλογή είτε των διατάξεων των άρθρων 76 και 77 του ν. 3669/2008 είτε της διαδικασίας Διαιτησίας του παρόντος άρθρου.
3. Η επιλογή της διαδικασίας Διαιτησίας του παρόντος άρθρου γίνεται με έγγραφη δήλωση − πρόταση, κοινοποιούμενη πάντοτε με Δικαστικό Επιμελητή, στον αντισυμβαλλόμενο και στον εποπτεύοντα τον Κύριο του Έργου. Υπουργό, επί της όποιας, αποφαίνεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας 30 ημερών ο ως άνω Υπουργός. Όλες οι ως άνω διαφορές, για την επίλυση των οποίων τα συμβαλλόμενα Μέρη επέλεξαν κατά τα ανωτέρω την προσφυγή στη διαδικασία της Διαιτησίας του παρόντος άρθρου θα επιλύονται σύμφωνα με τις κατωτέρω διατάξεις. Εφόσον τα συμβαλλόμενα Μέρη επιλέξουν εγγράφως, κατά τα ανωτέρω, την προσφυγή στη διαδικασία Διαιτησίας, η διαδικασία αυτή, όπως περιγράφεται στις παραγράφους 4 και 5, θα εφαρμόζεται πλέον και για όλες τις υπόλοιπες διαφορές που τυχόν ανακύψουν εφεξής μεταξύ των συμβαλλόμενων Μερών.
4. Ο Ανάδοχος πριν προσφύγει στη διαδικασία Διαιτησίας, οφείλει να υποβάλλει Ένσταση. Η Ένσταση ασκείται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών, αφότου ο Ανάδοχος έλαβε πλήρη γνώση της πράξης ή παράλειψης του αντισυμβαλλόμενου Μέρους, που προσβάλλει έννομο συμφέρον του και ασκείται με επίδοση από τον Ανάδοχο σχετικού εγγράφου με δικαστικό επιμελητή προς το αντισυμβαλλόμενο Μέρος, όπως εκπροσωπείται νομίμως. Το αντισυμβαλλόμενο Μέρος υποχρεούται, εντός δύο (2) μηνών από την προς αυτό επίδοση της Ένστασης, να εκδώσει και κοινοποιήσει με δικαστικό επιμελητή προς τον Ανάδοχο τη σχετική απόφασή του. Σε περίπτωση που η Ένσταση απορριφθεί στο σύνολό της ή μερικώς ή παρέλθει άπρακτη η ως άνω προθεσμία, ο Ανάδοχος μπορεί να προσφύγει στη διαδικασία της Διαιτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 5. Η προθεσμία για την άσκηση Ένστασης και η προθεσμία για την έκδοση Απόφασης επί της Ένστασης, αναστέλλουν την προθεσμία προσφυγής στη διαδικασία της Διαιτησίας. Η άσκηση Ένστασης ή η διεξαγωγή διαδικασίας Διαιτησίας δεν αναστέλλει την εκτέλεση των συμβατικών εργασιών της σχετικής Σύμβασης Δημοσίου Έργου. Κατ’ εξαίρεση, ο Ανάδοχος δεν υποχρεούται να υποβάλλει Ένσταση, για όσες διαφορές έχουν ήδη ανακύψει μέχρι την κατά τα ως άνω επιλογή της διαδικασίας Διαιτησίας, για τις οποίες έχει ήδη απορριφθεί, ρητώς ή σιωπηρώς, ένσταση του Αναδόχου, υποβληθείσα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 76 ή του άρθρου 12 του ν. 1418/1984.
5. Κάθε Μέρος που θεωρεί ότι υπάρχει διαφορά προς επίλυση μπορεί να προσφύγει στη διαδικασία Διαιτησίας εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία της επίδοσης προς αυτό της απόφασης του αντισυμβαλλόμενου Μέρους επί της Ένστασης ή της απράκτου παρόδου της δίμηνης προθεσμίας, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου, με την κατάθεση αίτησης περί υποβολής της διαφοράς σε Διαιτησία του που κοινοποιείται στο άλλο Μέρος. Η αίτηση αυτή περιέχει σαφή περιγραφή της διαφοράς και ορισμό Διαιτητή για λογαριασμό του προσφεύγοντος. Αντίγραφο της αίτησης κοινοποιείται υποχρεωτικά προς τον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο οποίος θα διεξάγει και τη σχετική κλήρωση της παραγράφου 7.
6. Το Διαιτητικό Δικαστήριο αποτελείται από τρεις (3) Διαιτητές. Το κάθε Μέρος θα ορίζει ένα Διαιτητή. Σε περίπτωση μη διορισμού Διαιτητή από τον καθ’ ου η αίτηση εντός οκτώ (8) ημερών από την προς αυτόν επίδοση της αίτησης περί υποβολής της διαφοράς σε Διαιτησία, ο δεύτερος Διαιτητής θα ορίζεται για λογαριασμό του καθ’ ου από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, εντός δέκα (10) ημερών από τη λήψη της σχετικής αίτησης του αιτούντος.
7. Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας εντός τριών (3) ημερών από την κατά τα ανωτέρω κοινοποίηση σε αυτόν της αίτησης, ορίζει με κλήρωση ως Επιδιαιτητή, Σύμβουλο Επικρατείας, περιλαμβανομένων του Προέδρου και των Αντιπροέδρων.
8. Η Διαιτησία διεξάγεται στην Αθήνα, στην ελληνική γλώσσα και διέπεται από τις διατάξεις 867 έως 903 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Το Δικαστήριο εφαρμόζει τους όρους της παρούσας και τις διατάξεις της κείμενης Ελληνικής Νομοθεσίας. Η απόφαση λαμβάνεται υπό των Διαιτητών κατά πλειοψηφία. Το διαιτητικό Δικαστήριο δικαιούται, στο πλαίσιο εκκρεμούσας σε αυτό διαφοράς, να διατάσσει τη διενέργεια σχετικής πραγματογνωμοσύνης και να εκδίδει και αποφάσεις προσωρινής αναστολής.
9. Η διαιτητική απόφαση καθορίζει τις δαπάνες της Διαιτησίας και της πραγματογνωμοσύνης, κατά περίπτωση και την κατανομή τους στα Μέρη. Η απόφαση εκδίδεται το συντομότερο δυνατό και πάντως όχι πέραν των τεσσάρων (4) μηνών από την ημερομηνία διορισμού του Επιδιαιτητή. Το διαιτητικό Δικαστήριο δύναται, κατόπιν αιτήσεως εκατέρου των Μερών ή με πρωτοβουλία του, να παρατείνει την εν λόγω προθεσμία για σπουδαίο λόγο.
10. Η διαιτητική απόφαση είναι άμεσα εκτελεστή, δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα και είναι δεσμευτική και για τα δύο Μέρη, τα οποία ρητά αναλαμβάνουν την υποχρέωση άμεσης συμμόρφωσής τους προς αυτή. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται αγωγή ακύρωσης της διαιτητικής αποφάσεως για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 897 του Κ.Πολ.Δ. Αν από την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης πιθανολογείται κίνδυνος βλάβης της οποίας η αποκατάσταση είναι ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη μπορεί να διαταχθεί μετά από αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ολική ή μερική αναστολή της εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης με τον όρο παροχής ανάλογης εγγύησης ή χωρίς εγγύηση αν η αγωγή ακυρώσεως είναι προδήλως βάσιμη ή να εξαρτηθεί η εκτέλεση της απόφασης από την παροχή εγγύησης του νικήσαντος διαδίκου.
11. Σε περίπτωση μη συμμετοχής κατά τη διαιτητική διαδικασία ή μη υπογραφής για οποιοδήποτε λόγο της διαιτητικής απόφασης από Διαιτητή, αρκεί η μνεία του γεγονότος αυτού στην απόφαση, η οποία υπογράφεται πάντοτε από τον Επιδιαιτητή.
12. Η προσφυγή στη διαδικασία Διαιτησίας δεν αίρει τη δυνατότητα των Μερών να επιδιώξουν παραλλήλως τη συμβιβαστική επίλυση της μεταξύ τους διαφοράς, χωρίς αυτές οι προσπάθειες επίλυσης να έχουν ως αποτέλεσμα την αναστολή της εν λόγω διαδικασίας ή των προθεσμιών της, εκτός ρητής αντίθετης έγγραφης συμφωνίας των Μερών.
13. α) Οι διατάξεις της παραγράφου 1 δύνανται να εφαρμόζονται και για τις διαφορές, που έχουν ήδη ανακύψει μεταξύ των Συμβαλλομένων των ως άνω Συμβάσεων Δημοσίων Έργων, από την εφαρμογή ή ερμηνεία της σχετικής Σύμβασης Δημόσιου Έργου ή με αφορμή αυτή, μέχρι τη θέση σε ισχύ του παρόντος άρθρου, εφόσον για τις διαφορές αυτές δεν έχει ήδη λάβει χώρα η επ’ ακροατηρίω συζήτηση της τυχόν ασκηθείσης προσφυγής του Αναδόχου ενώπιον Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 77 του ν. 3669/2008 ή του άρθρου 13 του ν. 1418/1984.
β) Για όσες από τις ως άνω Συμβάσεις Δημοσίου Έργου δεν έχουν ανακύψει διαφορές μεταξύ των συμβαλλομένων Μερών μέχρι τη θέση σε ισχύ της παρούσας, για τις διαφορές που τυχόν ανακύψουν εφεξής, η επιλογή των Μερών της παραγράφου 3 για την προσφυγή στη διαδικασία διαιτησίας θα εκδηλούται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δύο (2) μηνών από την έγγραφη δήλωση της πρώτης διαφοράς. Εφόσον για την πρώτη διαφορά, που ανακύψει μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος, τα συμβαλλόμενα Μέρη επιλέξουν κατά τα ανωτέρω την προσφυγή στη διαδικασία επίλυσης διαφορών που προβλέπεται με τις διατάξεις της παρούσας, η διαδικασία αυτή θα εφαρμόζεται πλέον και για όλες τις υπόλοιπες ως άνω διαφορές μεταξύ των συμβαλλόμενων Μερών.
γ) Για όσες από τις ως άνω Συμβάσεις Δημοσίου Έργου έχουν ήδη ανακύψει διαφορές μεταξύ των συμβαλλομένων Μερών μέχρι τη θέση σε ισχύ της παρούσας, για τις εν λόγω ανακύψασες διαφορές, η επιλογή των Μερών για την προσφυγή στη διαδικασία διαιτησίας θα εκδηλούται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δύο (2) μηνών από τη θέση σε ισχύ της παρούσας. Στην περίπτωση αυτή, στην ως άνω συμφωνία των συμβαλλόμενων Μερών για την επιλογή της προβλεπόμενης με τις διατάξεις της παρούσας διαδικασίας επίλυσης διαφορών, υπό την επιφύλαξη της διατάξεως της περίπτωσης α΄ της παραγράφου αυτής, θα περιλαμβάνεται και σχετική δήλωση του Αναδόχου του Δημόσιου Έργου, με την οποία θα παραιτείται από κάθε τυχόν ήδη ασκηθείσα εκ μέρους του ένσταση, αίτηση θεραπείας ή προσφυγή, καθώς και ότι θα προβεί εντός ευλόγου χρόνου σε κάθε απαιτούμενη προς τούτο ενέργεια ενώιον του αρμόδιου Δικαστηρίου ή της αρμόδιας Αρχής».
1. Το σημείο i της περίπτωσης ε΄ της παρ. 8 του άρθρου 100 της κωδικοποίησης της νομοθεσίας κατασκευής δημοσίων έργων που κυρώθηκε με το ν. 3669/2008 αντικαθίσταται ως εξής:
«i. Σύνολο Ιδίων Κεφαλαίων (Ι.Κ. προς το Σύνολο Υποχρεώσεων (Σ.Υ.). Ως Σύνολο Ιδίων Κεφαλαίων (Ι.Κ.) λαμβάνεται το μέγεθος που αναφέρεται στο σκέλος του παθητικού της εγγεγραμμένης στο Μ.Ε.ΕΠ. εργοληπτικής επιχείρησης, ως «Σύνολο Ιδίων Κεφαλαίων», μετά την αφαίρεση των Ειδικών Αφορολόγητων Αποθεματικών Τεχνικών Επιχειρήσεων, στο τμήμα αυτών που δεν έχει φορολογηθεί, του Οφειλόμενου Κεφαλαίου και των «ποσών που προορίζονται για Αύξηση Μετοχικού Κεφαλαίου». Τα πιο πάνω οικονομικά στοιχεία προκύπτουν από την οικονομική κατάσταση του προηγούμενου έτους ή από προσωρινή οικονομική κατάσταση που βεβαιώνεται από ορκωτό ελεγκτή και δημοσιεύεται πριν από την υποβολή της αίτησης. Για το διαχωρισμό των Ειδικών Αφορολόγητων Αποθεματικών Τεχνικών Επιχειρήσεων και τον προσδιορισμό του τμήματος που έχει φορολογηθεί και δεν αφαιρείται από το «Σύνολο Ιδίων Κεφαλαίων», απαιτείται ειδική βεβαίωση ορκωτού ελεγκτή. Ως Σύνολο Υποχρεώσεων ορίζεται το άθροισμα των βραχυπρόθεσμων και των μακροπρόθεσμων υποχρεώσεων της επιχείρησης, με εξαίρεση τις μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις που δεν αφορούν τραπεζικό δανεισμό, όπως αυτές προσδιορίζονται από βεβαίωση ορκωτού ελεγκτή, αφαιρουμένων των βεβαιωμένων από ορκωτό ελεγκτή εκκαθαρισμένων απαιτήσεων από δημόσιες συμβάσεις έργων.».
2. Τα δεύτερο εδάφιο του σημείου ii της περίπτωσης ε΄ της παρ.8 του άρθρου 100 της κωδικοποίησης της νομοθεσίας κατασκευής δημοσίων έργων, που κυρώθηκε με το ν. 3669/2008, αντικαθίσταται ως εξής:
«Οι δείκτες βιωσιμότητας για επιχειρήσεις που κατατάσσονται στις τάξεις τέταρτη, πέμπτη, έκτη και έβδομη πρέπει να είναι Ι.Κ. /Σ.Υ. >0,6 και Κ.Ε. /Β.Υ.>0,8».
3. Η παρ. 9 του άρθρου 100 της κωδικοποίησης της νομοθεσίας κατασκευής δημοσίων έργων που κυρώθηκε με το ν. 3669/2008, αντικαθίσταται, ως εξής:
«9. Οι δείκτες βιωσιμότητας, όπως ορίζονται στο άρθρο 99 του παρόντος Κώδικα, ελέγχονται ετησίως με την υποβαλλόμενη έκθεση δραστηριότητας και πρέπει να τηρούνται και κατά την τακτική και κατά την έκτακτη αναθεώρηση των επιχειρήσεων του Μ.Ε.ΕΠ. Ειδικά και μόνο για την πρώτη εφαρμογή της παρούσας ρύθμισης και σε ό,τι αφορά στην υποβαλλόμενη έκθεση δραστηριότητας, δίνεται η δυνατότητα σε εργοληπτική επιχείρηση η οποία δεν καλύπτει τα ελάχιστα όρια δεικτών βιωσιμότητας, να υποβάλλει στην αρμόδια Υπηρεσία, εντός τεσσάρων (4) μηνών από τη λήξη της υποχρέωσης υποβολής της, οικονομικές καταστάσεις βεβαιωμένες από ορκωτό ελεγκτή από τις οποίες να προκύπτει η κάλυψη των ελάχιστων ορίων των δεικτών βιωσιμότητας. Σε περίπτωση μη τήρησης των ελάχιστων ορίων των δεικτών κατά τα ανωτέρω, ακολουθείται η διαδικασία έκτακτης αναθεώρησης με πρωτοβουλία της Υπηρεσίας, η οποία ολοκληρώνεται εντός τεσσάρων (4) μηνών από τη λήξη της παραπάνω προθεσμίας. Σε περίπτωση υποβιβασμού ή διαγραφής λόγω μη τήρησης των ως άνω αναφερομένων δεικτών, μετά την έκτακτη αναθεώρηση, οι εργοληπτικές επιχειρήσεις δύνανται να επανακαταταχθούν, κάνοντας χρήση του συντελεστή κατάταξης Γ΄ της τάξης πτυχίου που κατείχαν προ του υποβιβασμού ή διαγραφής τους, υποβάλλοντας στην αρμόδια Υπηρεσία αίτηση για έκτακτη αναθεώρηση με τα στοιχεία των οικονομικών τους καταστάσεων της επόμενης οικονομικής τους χρήσης. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων μπορεί να ρυθμίζεται κάθε θέμα σχετικό με τη διαδικασία της παρούσας παραγράφου.»
4. Στο άρθρο 100 της νομοθεσίας κατασκευής δημοσίων έργων, που κυρώθηκε με το ν. 3669/2008, προστίθεται παράγραφος 11 ως εξής:
«11. Όπου στις διατάξεις περί Μ.Ε.ΕΠ. γίνεται αναφορά για προσωρινές οικονομικές καταστάσεις, αυτές υποχρεωτικά θα έχουν συνταχθεί στο τελευταίο ημερολογιακό τρίμηνο, πριν την υποβολή της αίτησης.»
Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός εάν άλλως ορίζεται σε επί μέρους διατάξεις του.
Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.
Αθήνα, 28 Μαΐου 2013
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΚΑΡΟΛΟΣ ΓΡ. ΠΑΠΟΥΛΙΑΣ
ΟI ΥΠΟΥΡΓΟI
