Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Βλέπετε τις εγγραφές : 1 - 50, σε σύνολο 316
E | S | Α | Β | Γ | Δ | Έ | Ζ | Η | Θ | Κ | Μ | Ν | Ό | Π | Σ | Τ | Υ | Φ | Χ | Ψ
ELV με αισθητηριακές επιπτώσεις
Ορισμός 1: Εκείνες οι ELV άνω των οποίων οι εργαζόμενοι ενδέχεται να παρουσιάσουν παροδικές διαταραχές στις αισθητηριακές αντιλήψεις και μικρές μεταβολές των εγκεφαλικών λειτουργιών.

ELV με επιπτώσεις στην υγεία
Ορισμός 1: Εκείνες οι ELV άνω των οποίων ενδέχεται να υπάρξουν δυσμενείς επιπτώσεις στην υγεία των εργαζομένων, όπως η θέρμανση ή η διέγερση του νευρικού και μυϊκού ιστού.

Safety & Security
Ορισμός 1: Ξενόγλωσσοι όροι που απαντώνται στη διεθνή βιβλιογραφία και αρθρογραφία για να δηλώσουν, την κατάσταση ασφάλειας από κίνδυνο στην πρώτη περίπτωση και το σύνολο των μέτρων για την προστασία κάποιου προσώπου, αγαθού ή μέρους, στη δεύτερη περίπτωση. Και οι δύο όροι προσιδιάζουν και προσδιορίζουν την εξατομικευμένη ασφάλεια με σκοπό την προστασία της ζωής, της υγεία των ανθρώπων και των περιουσιών της αθλητικής εγκατάστασης, αλλά διαφέρουν στο ότι ο όρος «security» αναφέρεται σε δόλιες ανθρωπογενείς ενέργειες από εξωτερικούς κινδύνους, ενώ το «safety» αναφέρεται στην ασφάλεια και υγιεινή του προσωπικού από κινδύνους που παράγονται κατά τη διάρκεια της εργασίας τους.

Αγρότες
Ορισμός 1: Τα  πρόσωπα  που  ασκούν  αγροτική  απασχόληση  και  βάσει  γενικών,  ειδικών  ή  καταστατικών  διατάξεων υπάγονται στην ασφάλιση του πρώην ΟΓΑ, με εξαίρεση τους εκμεταλλευτές φωτοβολταϊκών συστημάτων, τους εργάτες γης που αμείβονται με εργόσημο, τους επαγγελματοβιοτέχνες που υπάγονται στην ασφάλιση του πρώην ΟΓΑ με εισοδηματικά – πληθυσμιακά κριτήρια και τους ιδιοκτήτες τουριστικών καταλυμάτων.

Αδήλωτη εργασία
Ορισμός 1: Όλες οι αμειβόμενες δραστηριότητες που είναι νόμιμες ως προς τη φύση τους αλλά δεν δηλώνονται στις δημόσιες αρχές, κατά παράβαση των ισχυουσών διατάξεων.

Αδιέξοδο
Ορισμός 1: Χαρακτηρίζεται μία κοινόχρηστη περιοχή κύριας χρήσης του ορόφου-επιπέδου (όπως διάδρομος) από κάθε σημείο της οποίας η διαφυγή μπορεί να γίνει μόνο προς μία (1) κατεύθυνση.

Ορισμός 2: Κοινόχρηστος διάδρομος (ή περιοχή ενός ορόφου) ο οποίος δεν οδηγεί σε έξοδο κινδύνου, με αποτέλεσμα ο χρήστης να πρέπει να διατρέξει αυτή τη διαδρομή προς την αντίθετη κατεύθυνση προκειμένου να διαφύγει.

Αιχμηρά αντικείμενα
Ορισμός 1: Αντικείμενα ή εργαλεία αναγκαία για την άσκηση συγκεκριμένων δραστηριοτήτων στον τομέα της υγείας, τα οποία μπορούν να κόβουν, να τρυπούν, να προκαλούν τραυματισμό ή/και λοίμωξη. Τα αιχμηρά αντικείμενα θεωρούνται εξοπλισμός εργασίας υπό την έννοια του άρθρου 2§1 [δηλ. εξοπλισμός εργασίας: κάθε μηχανή, συσκευή, εργαλείο ή εγκατάσταση που χρησιμοποιείται κατά την εργασία] Π.Δ. 395/1994    (ΦΕΚ 220/Α` 19.12.1994) «Ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζόμενους κατά την εργασία τους σε συμμόρφωση με την οδηγία του Συμβουλίου 89/655/ΕΟΚ».

Άκαυστο δομικό υλικό
Ορισμός 1: Υλικό χαμηλού βαθμού αναφλεξιμότητας, που πληροί τα κριτήρια της εκάστοτε δοκιμής ακαυστότητας.

Ακεραιότητα σε φωτιά
Ορισμός 1: Η ικανότητα δομικού στοιχείου, όταν εκτίθεται σε φωτιά στη μία πλευρά, να εμποδίζει τη διέλευση φλογών και θερμών αερίων ή την εμφάνιση φλογών στη μη εκτεθειμένη πλευρά για καθορισμένο χρονικό διάστημα σε τυπική δοκιμή αντίστασης σε φωτιά.

Αλλα ανανεώσιμα καύσιμα
Ορισμός 1: Τα Ανανεώσιμα Καύσιμα εκτός των Βιοκαυσίμων, που προέρχονται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 2 της Οδηγίας 2001/77/ΕΚ του Ευρωπαϊκού  Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Σεπτεμβρίου 2001 για την προαγωγή της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές στην εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας (EEEK L.283), και χρησιμοποιούνται στις μεταφορές.

Άμεσες βιοφυσικές επιπτώσεις
Ορισμός 1: Οι επιπτώσεις που προκαλούνται άμεσα στο ανθρώπινο σώμα λόγω της παρουσίας του σε ηλεκτρομαγνητικό πεδίο, οι οποίες περιλαμβάνουν: α) θερμικές επιπτώσεις, όπως η θέρμανση των ιστών μέσω της απορρόφησης ενέργειας από ηλεκτρομαγνητικά πεδία στους ιστούς, β) μη θερμικές επιπτώσεις, όπως η διέγερση των μυών, των νεύρων ή των αισθητηρίων οργάνων. Οι εν λόγω επιπτώσεις ενδέχεται να βλάψουν τη νοητική και σωματική υγεία των εκτιθέμενων εργαζομένων. Επιπλέον, η διέγερση των αισθητηρίων οργάνων ενδέχεται να οδηγήσει σε παροδικά συμπτώματα, όπως ο ίλιγγος ή οι φωτοψίες. Οι συγκεκριμένες επιπτώσεις ενδέχεται να προκαλέσουν προσωρινή ενόχληση ή να επηρεάσουν τη γνωστική λειτουργία ή άλλες λειτουργίες του εγκεφάλου ή των μυών και μπορούν έτσι να επηρεάσουν την ικανότητα του εργαζομένου να ασκήσει με ασφάλεια τις δραστηριότητες του (π.χ. κίνδυνοι για την ασφάλεια) και γ) ρεύματα άκρων

Άμεση διάκριση
Ορισμός 1: Κάθε πράξη ή παράλειψη που αποκλείει ή θέτει σε εμφανώς μειονεκτική θέση τα πρόσωπα λόγω φύλου, σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου, καθώς και κάθε εντολή, παρότρυνση ή συστηματική ενθάρρυνση προσώπων να προβαίνουν σε δυσμενή ή άνιση μεταχείριση άλλων λόγω φύλου, σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου.

Ορισμός 2: Νοείται  όταν  ένα  πρόσωπο υφίσταται, για λόγους φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενεαλογικών καταβολών, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας ή χρόνιας πάθησης, ηλικίας, οικογενειακής ή  κοινωνικής κατάστασης, σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή  από αυτήν της οποίας τυγχάνει, έτυχε ή θα ετύγχανε άλλο πρόσωπο, σε ανάλογη κατάσταση.

Αμίαντος
Ορισμός 1: Νοείται οποιοδήποτε από τα παρακάτω ινώδη πυριτικά ορυκτά:
− ακτινολίτης (ακτινόλιθος), αριθ. CAS 77536−66−4
− γρουνερίτης (αμοσίτης), αριθ. CAS 12172−73−5
− ανθόφυλλος (ανθοφυλλίτης), αριθ. CAS 77536−67−5
− χρυσότιλος, αριθ. CAS 12001−29−5
− κροκιδόλιθος, αριθ. CAS 12001−28−4
− τρεμολίτης, αριθ. CAS 77536−68−6.

Αμοιβή
Ορισμός 1: Οι πάσης φύσεως μισθοί και αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα από κάθε πηγή, σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, εξαιτίας ή και με αφορμή την απασχόληση του τελευταίου.

Ανάδοχος
Ορισμός 1: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο έχει ανατεθεί η μελέτη ή/και η εκτέλεση ή/και η επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου για λογαριασμό του κυρίου του έργου. Ο ορισμός του αναδόχου εξειδικεύεται για τις ανάγκες του συγκεκριμένου διατάγματος μεταξύ ενός ή περισσοτέρων παραγόντων του έργου κατά περίπτωση ως εξής: α. εργολάβος β. υπεργολάβος γ. μελετητής

Ανάκληση
Ορισμός 1: Κάθε μέτρο που αποσκοπεί στην επιστροφή του εξοπλισμού πλοίων που έχει ήδη τοποθετηθεί σε πλοία της ΕΕ ή έχει αγοραστεί για να τοποθετηθεί σε πλοία της ΕΕ.

Ορισμός 2: Κάθε μέτρο που αποσκοπεί στην επιστροφή προϊόντος που έχει ήδη καταστεί διαθέσιμο στον τελικό χρήστη.

Ανάμιγμα
Ορισμός 1: Είναι η ποσότητα σκυροδέματος που προκύπτει από μια φόρτωση, ανάμιξη και αποφόρτωση του αναμικτήρα. Η ποσότητα αυτή πρέπει να είναι μικρότερη ή το πολύ ίση με εκείνη που επιτρέπουν οι Προδιαγραφές λειτουργίας του αναμικτήρα.

Αναμικτήρας
Ορισμός 1: Μηχάνημα μέσα στο οποίο αναμιγνύονται τα υλικά του σκυροδέματος, ώστε να παραχθεί ομοιόμορφο μίγμα.

Αναμικτήρας βίαιης ανάμιξης
Ορισμός 1: Ακίνητος κάδος με κατακόρυφο ή οριζόντιο άξονα οπλισμένο με πτερύγια, που περιστρέφεται περί τον εαυτό του ή και πλανητικά, ή οριζόντιος σωληνωτός κάδος με ελικοφόρο περιστρεφόμενο άξονα, που αναμιγνύοντας βίαια το μίγμα το ωθεί στην έξοδο (αναμικτήρας συνεχούς ροής).

Αναμικτήρας ελεύθερης πτώσης
Ορισμός 1: Περιστρεφόμενος οριζόντιος η κεκλιμένος κάδος με εσωτερικά πτερύγια τα οποία ανασηκώνουν το μίγμα και το αφήνουν να πέσει δια βαρύτητας.

Αναρτημένα ικριώματα
Ορισμός 1: Κινητά δάπεδα, κλωβοί, κάλαθοι και άλλα παρόμοια μέσα εξ ανθεκτικών υλικών, αναρτώμενα καταλλήλως εις σταθερά σημεία.

Ανελκυστήρας πυροσβεστών
Ορισμός 1: Ειδικά σχεδιασμένος και κατασκευασμένος ανελκυστήρας που χρησιμοποιείται από τους πυροσβέστες σε περίπτωση πυρκαγιάς.

Ανήλικος
Ορισμός 1: Κάθε πρόσωπο ηλικίας κάτω των 18 ετών το οποίο απασχολείται με οποιαδήποτε μορφής σύμβαση εργασίας ή σχέση εργασίας ή με σύμβαση έργου ή με σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή αυτοαπασχολείται, πλην των απασχολουμένων με σχέση ναυτικής εργασίας στον ναυτιλιακό και τον αλιευτικό τομέα. (βλέπε νέος).

Ανθεκτικότητα
Ορισμός 1: Η ικανότητα ενός συστήματος ή μιας κοινωνίας, εν δυνάμει εκτεθειμένης σε πιθανούς κινδύνους, να αντιστέκεται ή να προσαρμόζεται, με στόχο να διατηρήσει ένα αποδεκτό επίπεδο λειτουργίας και συνοχής.

Ανθρωπογενείς εκπομπές
Ορισμός 1: Οι ατμοσφαιρικές εκπομπές ρύπων που συνδέονται με ανθρώπινες δραστηριότητες.

Αντίδραση στη φωτιά (πυραντίδραση)
Ορισμός 1: Συμπεριφορά δοκιμίου όταν εκτίθεται σε φωτιά σε καθορισμένες συνθήκες σε μια δοκιμή φωτιάς.

Αντιμετώπιση
Ορισμός 1: Περιλαμβάνει τις δράσεις, κατά τη διάρκεια ή αμέσως μετά την καταστροφή, για την προστασία της ζωής και της υγείας των ανθρώπων, για την αντιμετώπιση άμεσων αναγκών διαβίωσής τους και για τη διασφάλιση παροχής αρωγής και υποστήριξης για τον μετριασμό των επιπτώσεων της καταστροφής.

Αντίσταση στη δίοδο της θερμότητας (πυρομόνωση)
Ορισμός 1: Η ικανότητά ενός δομικού στοιχείου, όταν εκτίθεται σε φωτιά στη μία πλευρά, να περιορίζει την άνοδο της θερμοκρασίας στη μη εκτεθειμένη πλευρά για καθορισμένο χρονικό διάστημα, σε τυπική δοκιμή αντίδρασης σε φωτιά.

Αντλησιμότητα
Ορισμός 1: Είναι η ικανότητα του νωπού σκυροδέματος να μεταφέρεται μέσα από σωλήνες, ωθούμενο με κατάλληλη πίεση, χωρίς να χάνει την ομοιογένεια και την εργασιμότητα του.

Ανώτατη οριακή τιμή έκθεσης σε καρκινογόνο ή μεταλλαξιγόνο παράγοντα
Ορισμός 1: Η τιμή την οποία δεν επιτρέπεται να ξεπερνά η μέση χρονικά σταθμισμένη έκθεση του εργαζόμενου στον καρκινογόνο ή μεταλλαξιγόνο παράγοντα, μετρημένη στον αέρα της ζώνης αναπνοής του, κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε δεκαπεντάλεπτης περιόδου μέσα στο χρόνο εργασίας του, έστω και αν τηρείται η οριακή τιμή έκθεσης.

Αξιολόγηση από ομότιμους
Ορισμός 1: Διαδικασία αξιολόγησης ενός εθνικού οργανισμού διαπίστευσης από άλλους οργανισμούς διαπίστευσης με βάση τις απαιτήσεις του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 765/2008 και, όπου είναι εφαρμοστέο, με βάση πρόσθετες τομεακές τεχνικές προδιαγραφές.

Αξιολόγηση της συμμόρφωσης
Ορισμός 1: Η διαδικασία που διεξάγεται από τους κοινοποιημένους οργανισμούς, σύμφωνα με το άρθρο 15, με την οποία αποδεικνύεται κατά πόσον ο εξοπλισμός πλοίων πληροί τις απαιτήσεις που καθορίζονται στην παρούσα απόφαση.

Ορισμός 2: Η διεργασία αξιολόγησης με την οποία αποδεικνύεται κατά πόσον πληρούνται οι ουσιώδεις απαιτήσεις ασφάλειας της παρούσας οδηγίας που αφορούν ένα εκρηκτικό.

Ορισμός 3: Η διαδικασία με την οποία αποδεικνύεται κατά πόσον πληρούνται οι ειδικές απαιτήσεις που αφορούν προϊόν, διαδικασία, υπηρεσία, σύστημα, πρόσωπο ή φορέα.

Απαγορευτικό σήμα
Ορισμός 1: Κάθε σήμα που απαγορεύει κάποια συγκεκριμένη συμπεριφορά που μπορεί να προκαλέσει κίνδυνο.

Απαιτούμενη αντοχή σχεδιασμού παραγωγής σκυροδέματος σε θλίψη, fασ
Ορισμός 1: Είναι η τιμή της μέσης αντοχής, για την οποία το σκυρόδεμα του έργου έχει μια ορισμένη πιθανότητα αποδοχής, όταν εξετάζεται με τα Κριτήρια συμμόρφωσης του Κανονισμού αυτού. Οι αναλογίες υλικών της μελέτης σύνθεσης πρέπει να εξασφαλίζουν μέση αντοχή τουλάχιστον ίση με την απαιτούμενη αντοχή σχεδιασμού παραγωγής fασ.

Απόμιξη
Ορισμός 1: Είναι ο διαχωρισμός των χονδρόκοκκων από τα λεπτόκκοκα συστατικά του νωπού σκυροδέματος.

Απόσταση ασφαλείας
Ορισμός 1: Η ελάχιστη απόσταση που απαιτείται, μεταξύ των επικίνδυνων στοιχείων του Σταθμού, για την αποφυγή ατυχημάτων.

Απόσυρση
Ορισμός 1: Κάθε μέτρο που αποσκοπεί να αποτρέψει τη διαθεσιμότητα στην αγορά του εξοπλισμού πλοίων που βρίσκεται στην αλυσίδα εφοδιασμού.

Ορισμός 2: Κάθε μέτρο που αποσκοπεί να αποτρέψει τη διαθεσιμότητα στην αγορά ενός προϊόντος της αλυσίδας εφοδιασμού.

Ορισμός 3: Κάθε μέτρο που αποσκοπεί στην αποτροπή της διαθεσιμότητας στην αγορά ενός εκρηκτικού που βρίσκεται στην αλυσίδα εφοδιασμού.

Ορισμός 4: Η διάθεση για πρώτη φορά, μέσα στην Κοινότητα, επ' ανταλλάγματι ή δωρεάν, μηχανήματος ή ημιτελούς μηχανήματος για διανομή ή χρήση.

Αποτύπωμα
Ορισμός 1: Η αποτύπωση με οποιοδήποτε τεχνικό τρόπο στοιχείων χαραγμένων επί του πλαισίου ή του κινητήρα (στάμπο, φωτογραφία κ.λπ).

Απροστάτευτη όδευση διαφυγής
Ορισμός 1: Το πρώτο τμήμα μιας όδευσης διαφυγής, που περιβάλλεται από δομικά στοιχεία χωρίς ειδικές απαιτήσεις πυραντίστασης και καταλήγει σε έξοδο κινδύνου.

Αριθμός εργαζομένων
Ορισμός 1: Το σύνολο των εργαζομένων σε όλα τα παραρτήματα, υποκαταστήματα, χωριστές εγκαταστάσεις ή αυτοτελείς εκμεταλλεύσεις της κύριας επιχείρησης.

Αρμόδια επιθεώρηση εργασίας
Ορισμός 1: Οι αρμόδιες υπηρεσίες του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε.) κατά το άρθρο 69 §1 του παρόντος (δηλ. ο έλεγχος εφαρμογής των διατάξεων του κώδικα αυτού και των πράξεων που εκδίδονται σε εκτέλεση του ανατίθενται στα αρμόδια όργανα του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης) και για τον κλάδο των μεταλλείων - λατομείων - ορυχείων οι αρμόδιες για τον κλάδο αυτό υπηρεσίες ελέγχου.

Αρμόδιες επιθεωρήσεις εργασίας
Ορισμός 1: Οι αρμόδιες υπηρεσίες της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης σε θέματα τεχνικής και υγειονομικής επιθεώρησης εργασίας μέχρι 30-6-1999 και στη συνέχεια οι αρμόδιες υπηρεσίες του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας σύμφωνα με το άρθρο 8 §8 του Ν. 2639/1998 (ΦΕΚ 205/Α`/2.9.1998)  jsp  «Ρύθμιση εργασιακών σχέσεων, σύσταση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και άλλες διατάξεις».

Άρνηση εύλογων προσαρμογών
Ορισμός 1: Για τα άτομα με αναπηρία ή χρόνια πάθηση νοείται ως διάκριση.

Αρχή εποπτείας αγοράς
Ορισμός 1: Η αρχή ή οι αρχές κάθε κράτους μέλους που είναι αρμόδιες για την πραγματοποίηση της εποπτείας αγοράς στην επικράτεια του.

Αρχικές δοκιμές (αρχικοί έλεγχοι)
Ορισμός 1: Είναι οι δοκιμές που γίνονται πριν την έναρξη της παραγωγής οποιουδήποτε τύπου σκυροδέματος. Περιλαμβάνουν την παρασκευή δοκιμαστικών αναμιγμάτων, σκοπός των οποίων είναι να διαπιστωθεί ότι το παραγόμενο σκυρόδεμα συμμορφώνεται προς όλες τις απαιτήσεις της προδιαγραφής του σκυροδέματος. Ο αριθμός αναμιγμάτων, η διαδικασία και τα κριτήρια ελέγχου αναφέρονται στα Κεφάλαια Β5.4 και Β6.4 για το εργοστασιακό και εργοταξιακό σκυρόδεμα αντίστοιχα.

Ασφαλισμένοι
Ορισμός 1: Τα πρόσωπα που υποχρεούνται να καταβάλλουν ασφαλιστικές εισφορές από την παροχή εξαρτημένης εργασίας έναντι αμοιβής ή από την άσκηση ελευθέρου επαγγέλματος ή αυτοαπασχόληση ή την άσκηση αγροτικού επαγγέλματος.

Άτομα με Αναπηρίες (ΑμεΑ)
Ορισμός 1: Τα άτομα με μακροχρόνιες σωματικές, ψυχικές, διανοητικές ή αισθητηριακές δυσχέρειες, οι οποίες σε αλληλεπίδραση με διάφορα εμπόδια, ιδίως θεσμικά, περιβαλλοντικά ή εμπόδια κοινωνικής συμπεριφοράς, δύναται να παρεμποδίσουν την πλήρη και αποτελεσματική συμμετοχή των ατόμων αυτών στην κοινωνία σε ίση βάση με τους άλλους.

Αυτοαπασχολούμενος
Ορισμός 1: Κάθε άτομο, εκτός εργοδοτών και εργαζομένων όπως αυτοί ορίζονται στο άρθ.2 (§4 & 5) (βλέπε εκπρόσωπος των εργαζομένων και τόπος εργασίας) του Π.Δ. 17/1996 (ΦΕΚ 11/Α`/18.1.1996), το οποίο με την επαγγελματική του δραστηριότητα συμβάλλει στην εκτέλεση του έργου.

Αυτοαπασχολούμενος οδηγός
Ορισμός 1: Κάθε πρόσωπο, η κύρια επαγγελματική δραστηριότητα του οποίου συνίσταται στην εκτέλεση, επ' αμοιβή, οδικών μεταφορών επιβατών ή εμπορευμάτων, κατά την έννοια της κοινοτικής νομοθεσίας, βάσει κοινοτικής αδείας ή άλλης επαγγελματικής αδείας για την πραγματοποίηση των μεταφορών αυτών, το οποίο έχει την ελευθερία να εργάζεται αυτόνομα και δεν συνδέεται με εργοδότη με σύμβαση εργασίας ή με οποιαδήποτε άλλη μορφή ιεραρχικής εργασιακής σχέσης, το οποίο είναι ελεύθερο να οργανώνει τις σχετικές δραστηριότητες, του οποίου το εισόδημα εξαρτάται άμεσα από τα πραγματοποιούμενα κέρδη και το οποίο έχει την ελευθερία, ατομικά ή μέσω συνεργασίας με άλλους αυτοαπασχολούμενους οδηγούς, να έχει εμπορικές σχέσεις με διάφορους πελάτες.

Αυτοκίνητο αναδευτήρας
Ορισμός 1: Αυτοκίνητο το οποίο φέρει κεκλιμένο αναδευτήρα ελεύθερης πτώσης, ο οποίος μπορεί να εκτελεί 26 στροφές/λεπτό ή και περισσότερες, και διατηρεί την ομοιομορφία του σκυροδέματος κατά την διάρκεια μεταφοράς.