Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Βλέπετε τις εγγραφές : 1 - 50, σε σύνολο 314
| ( | 1 | 2 | 3 | 4 | A | B | C | D | E | F | G | H | I | J | K | L | M | N | O | P | Q | R | S | T | U | V | W | X | Y | Z
Όρος: O, O-diethyl ethylthiomethyl phosphorodithioate
Μετάφραση:

Όρος: Oak
Μετάφραση: Δρύς ή βελανιδιά

Όρος: Oak dust
Μετάφραση: Σκόνη βελανιδιάς

Όρος: Oat
Μετάφραση: Βρώμη

Όρος: Obesity
Μετάφραση: Παχυσαρκία

Όρος: Objective Evidence
Μετάφραση: Αντικειμενικά στοιχεία

Όρος: Obligate aerobes
Μετάφραση: Υποχρεωτικώς αερόβια

Όρος: Obligate anaerobes
Μετάφραση: Υποχρεωτικώς αναερόβια

Όρος: Obligation
Μετάφραση: Υποχρέωση

Όρος: Obligation to carry out investigations
Μετάφραση: Υποχρέωση διεξαγωγής ερευνών

Όρος: Observation
Μετάφραση: Παρατήρηση

Όρος: Obstruction
Μετάφραση: Απόφραξη

Όρος: Obstructive respiratory diseases
Μετάφραση: Αποφρακτική πνευμονοπάθεια

Όρος: Obtain special instructions before use
Μετάφραση: Εφοδιαστείτε με τις ειδικές οδηγίες πριν από τη χρήση

Όρος: Occasional workstation
Μετάφραση: Περιστασιακή θέση εργασίας

Όρος: Occular
Μετάφραση: Οφθαλμικός

Όρος: Occupation
Μετάφραση: Επάγγελμα

Όρος: Occupational
Μετάφραση: Επαγγελματικός

Όρος: Occupational accident
Μετάφραση: Επαγγελματικό ατύχημα

Συντομογραφία: OAR
Όρος: Occupational Air Requirement
Μετάφραση: Προδιαγραφές του αέρα στο περιβάλλον εργασίας

Όρος: Occupational disease
Μετάφραση: Επαγγελματική ασθένεια

Όρος: Occupational disease case definition
Μετάφραση: Κριτήρια οριοθέτησης της ιατρικής της εργασίας

Όρος: Occupational environment
Μετάφραση: Εργασιακό περιβάλλον ή περιβάλλον εργασίας

Όρος: Occupational exposure
Μετάφραση: Επαγγελματική έκθεση

Συντομογραφία: OEL CL
Όρος: Occupational Exposure Limit - Control Limit (South Africa)
Μετάφραση: Όριο Επαγγελματικής Έκθεσης- Ελεγχόμενο Όριο (Ν. Αφρική)

Συντομογραφία: OELV
Όρος: Occupational Exposure Limit Value
Μετάφραση: Οριακή Τιμή Επαγγελματικής Έκθεσης

Συντομογραφία: OEL RL
Όρος: Occupational Exposure Limit-Recommended Limit (South Africa)
Μετάφραση: Όριο Επαγγελματικής Έκθεσης- Προτεινόμενο Όριο (Ν. Αφρική)

Συντομογραφία: OEL
Όρος: Occupational Exposure Limit
Μετάφραση: Όριο Επαγγελματικής Έκθεσης, Οριακή τιμή επαγγελματικής έκθεσης

Συντομογραφία: VLEs
Όρος: Occupational Exposure Limits (Portugal)
Μετάφραση: Οριακές Τιμές Επαγγελματικής Έκθεσης (Πορτογαλία)

Συντομογραφία: OES
Όρος: Occupational Exposure Standard (UK)
Μετάφραση: Πρότυπο Επαγγελματικής Έκθεσης (Η.Β)

Όρος: Occupational exposure standards
Μετάφραση: Πρότυπα επαγγελματικής έκθεσης

Όρος: Occupational hazard
Μετάφραση: Επαγγελματικός κίνδυνος

Όρος: occupational health and safety management
Μετάφραση: διαχείριση της υγείας και της ασφάλειας στην εργασία

Όρος: Occupational health nurse
Μετάφραση: Νοσοκόμος εργασίας

Όρος: Occupational health physician
Μετάφραση: Ιατρός εργασίας

Όρος: Occupational health surveillance
Μετάφραση: Επιτήρηση της υγείας στην εργασία

Συντομογραφία: OH
Όρος: Occupational health
Μετάφραση: Επαγγελματική υγεία ή εργασιακή υγεία ή υγεία στην εργασία

Όρος: Occupational hearing loss
Μετάφραση: Επαγγελματική βαρηκοΐα

Όρος: Occupational hygienist
Μετάφραση: Υγιεινολόγος εργασίας

Όρος: Occupational integration
Μετάφραση: Επαγγελματική ένταξη

Όρος: Occupational medicine
Μετάφραση: Ιατρική της Εργασίας

Όρος: Occupational medicine specialty
Μετάφραση: Ειδικότητα της Ιατρικής της Εργασίας

Όρος: Occupational mobility
Μετάφραση: Επαγγελματική κινητικότητα

Όρος: Occupational noise
Μετάφραση: Επαγγελματικός θόρυβος

Όρος: Occupational nursing
Μετάφραση: Βοηθητικό προσωπικό για την Ιατρική της Εργασίας

Όρος: Occupational physician
Μετάφραση: Γιατρός εργασίας

Όρος: Occupational physiology
Μετάφραση: Φυσιολογία της εργασίας

Όρος: Occupational psychology
Μετάφραση: Ψυχολογία της εργασίας, επαγγελματική ψυχολογία

Όρος: Occupational Risk Prevention in Aerosol Therapy
Μετάφραση: Πρόληψη κινδύνων στην εργασία κατά τη θεραπεία με αερολύματα

Όρος: Occupational safety
Μετάφραση: Επαγγελματική ασφάλεια ή εργασιακή ασφάλεια ή ασφάλεια στην εργασία