Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Βλέπετε τις εγγραφές : 1 - 50, σε σύνολο 387
| ( | 1 | 2 | 3 | 4 | A | B | C | D | E | F | G | H | I | J | K | L | M | N | O | P | Q | R | S | T | U | V | W | X | Y | Z
Όρος: Label
Μετάφραση: Ετικέτα ή επισήμανση

Όρος: Label element
Μετάφραση: Στοιχείο επισήμανσης

Όρος: Label or mark
Μετάφραση: Ετικέτα, σήμα, σημάδι επισήμανση

Όρος: Labelled
Μετάφραση: Επισημασμένος, ιχνηθετημένος

Όρος: Labelling
Μετάφραση: Επισήμανση (π.χ. χημικών ουσιών ή παρασκευασμάτων)

Όρος: Labelling index
Μετάφραση: Δείκτης σήμανσης

Όρος: Labelling of hazardous waste
Μετάφραση: Επισήμανση επικίνδυνων αποβλήτων

Όρος: Labels
Μετάφραση: Επιγραφές

Όρος: Laboratory
Μετάφραση: Εργαστήριο

Όρος: Laboratory apparatus
Μετάφραση: Εργαστηριακή συσκευή

Όρος: Laboratory bias
Μετάφραση: Συστηματικό εργαστηριακό σφάλμα

Όρος: Laboratory biosafety
Μετάφραση: Bιοασφάλεια

Όρος: Laboratory biosecurity
Μετάφραση: Ασφάλεια Εργαστηρίου

Όρος: Laboratory confirmed infection
Μετάφραση: εργαστηριακά επιβεβαιωμένη μόλυνση

Όρος: Laboratory data
Μετάφραση: εργαστηριακά δεδομένα

Όρος: Laboratory equipment
Μετάφραση: Εργαστηριακός εξοπλισμός ή εξοπλισμός εργαστηρίου

Όρος: Laboratory frame
Μετάφραση: Εργαστηριακό πλαίσιο

Όρος: Laboratory method
Μετάφραση: Εργαστηριακή μέθοδος

Όρος: Laboratory personnel
Μετάφραση: Εργαστηριακό προσωπικό ή προσωπικό εργαστηρίου

Όρος: Laboratory safety
Μετάφραση: Ασφάλεια στα εργαστήρια

Όρος: Laboratory sample
Μετάφραση: Εργαστηριακό δείγμα

Όρος: Laboratory test
Μετάφραση: Εργαστηριακή δοκιμή

Όρος: Laboratory work
Μετάφραση: Εργαστηριακή εργασία, εργασίες εργαστηρίου

Όρος: Labour contracts
Μετάφραση: Συμβάσεις εργασίας

Όρος: Labour cost
Μετάφραση: Κόστος εργασίας

Συντομογραφία: LFS
Όρος: Labour Force Survey
Μετάφραση:

Όρος: Labour inspector
Μετάφραση: Επιθεωρητής εργασίας

Όρος: Labour Inspectorate
Μετάφραση: Επιθεώρηση εργασίας

Όρος: Labour Institute Petroleum and Chemical Industry
Μετάφραση: Κλαδικό Ινστιτούτο Εργασίας Πετρελαίου και Χημικής Βιομηχανίας

Όρος: Labour Institute Petroleum and Chemical Industry
Μετάφραση: Κλαδικό Ινστιτούτο Εργασίας Πετρελαίου και Χημικής Βιομηχανίας

Όρος: Labour law
Μετάφραση: Εργατική νομοθεσία

Όρος: Labour market
Μετάφραση: Αγορά εργασίας

Όρος: Labour or work
Μετάφραση: Εργασία

Όρος: Labour relations
Μετάφραση: Σχέσεις εργασίας

Όρος: Labour shortage
Μετάφραση: Έλλειψη εργατικών χεριών

Όρος: Lacerations
Μετάφραση: Σχισίματα

Όρος: Lack of control
Μετάφραση: Έλλειψη ελέγχου

Όρος: Lacking a centromere
Μετάφραση: Χωρίς κεντρομερίδιο

Όρος: Lacquer
Μετάφραση: Λάκκα

Όρος: Lacrimating agents
Μετάφραση: Δακρυγόνοι παράγοντες

Όρος: Lactam
Μετάφραση: Λακτάμη

Όρος: Lactic acid or α-hydroxypropionic acid or acetonic acid or milk acid
Μετάφραση: Γαλακτικό οξύ ή α-υδροξυπροπιονικό οξύ ή ακετονικό οξύ

Όρος: Lactide
Μετάφραση: Λακτίδιο

Όρος: Lactobionic acid
Μετάφραση: Λακτοβιονικό οξύ

Όρος: Lactoglobulin
Μετάφραση: Λακτοσφαιρίνη

Όρος: Lactone
Μετάφραση: Λακτόνη

Όρος: Lactonitrile
Μετάφραση: Λακτονιτρίλιο

Όρος: Lactosazone
Μετάφραση: Λακτοζαζόνη

Όρος: Lactose
Μετάφραση: Λακτόζη

Όρος: Ladder
Μετάφραση: Σκάλα, (φορητή) κλίμακα