Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Βλέπετε τις εγγραφές : 51 - 100, σε σύνολο 906
| ( | 1 | 2 | 3 | 4 | A | B | C | D | E | F | G | H | I | J | K | L | M | N | O | P | Q | R | S | T | U | V | W | X | Y | Z
Όρος: Acceptance criteria
Μετάφραση: Κριτήρια αποδοχής

Όρος: Accepted methods
Μετάφραση: Αποδεκτές μέθοδοι

Όρος: Access control
Μετάφραση: Έλεγχος πρόσβασης

Όρος: Access to employment
Μετάφραση: Πρόσβαση στην απασχόληση

Όρος: Access to justice
Μετάφραση: Πρόσβαση στη δικαιοσύνη

Όρος: Accident
Μετάφραση: Ατύχημα

Όρος: Accident at work
Μετάφραση: Εργατικό ατύχημα

Όρος: Accident gravity scales
Μετάφραση: Κλίμακες σοβαρότητας ατυχημάτων

Όρος: Accident investigation
Μετάφραση: Διερεύνηση ατυχήματος

Όρος: Accident models
Μετάφραση: Τύποι ατυχημάτων, μοντέλα ατυχημάτων

Όρος: Accident prevention
Μετάφραση: Πρόληψη ατυχημάτος

Όρος: Accident proneness
Μετάφραση: Ροπή προς ατυχήματα

Όρος: Accident statistics
Μετάφραση: Στατιστικές ατυχημάτων

Όρος: Accidental discharges
Μετάφραση: Ατυχηματικές απορρίψεις

Όρος: Accidental release measures
Μετάφραση: Μέτρα για την αντιμετώπιση τυχαίας έκλυσης

Συντομογραφία: ADR
Όρος: Accord Dangerous Routier
Μετάφραση: Ευρωπαϊκή Συμφωνία για τις διεθνείς οδικές μεταφορές επικίνδυνων εμπορευμάτων

Όρος: Accounting estimate
Μετάφραση: Λογιστική εκτίμηση

Όρος: Accounting system
Μετάφραση: Λογιστικό σύστημα

Όρος: Accreditation
Μετάφραση: Διαπίστευση

Όρος: Accreditation body
Μετάφραση: Φορέας διαπίστευσης

Όρος: Accredited body
Μετάφραση: Διαπιστευμένος φορέας

Όρος: Accumulation
Μετάφραση: Συσσώρευση

Όρος: Accumulator
Μετάφραση: Συσσωρευτής

Όρος: Accuracy
Μετάφραση: Ορθότητα Ακρίβεια

Όρος: Acentric chromosome fragments
Μετάφραση: Άκεντρα τμήματα χρωμοσώματος

Όρος: Acetal
Μετάφραση: Ακετάλη

Όρος: Acetaldehyde oxime or acetaldoxime
Μετάφραση: Οξίμη της ακεταλδεΰδης ή ακεταλδοξίμη

Όρος: Acetaldehyde, ethanal, acetic aldehyde
Μετάφραση: Ακεταλδεΰδη

Όρος: Acetaldol or 3-hydroxybutanal
Μετάφραση: Ακεταλδόλη ή 3-υδροξυβουτανάλη

Όρος: Acetaldoxime see acetaldehyde oxime
Μετάφραση:

Όρος: Acetamide see ethanamide
Μετάφραση: Ακεταμίδιο

Όρος: acetaminophenol 4- see paracetamol
Μετάφραση:

Όρος: Acetanilide
Μετάφραση: Ακετανιλίδιο

Όρος: acetate, ethanoate
Μετάφραση: Οξικό, αιθανοϊκό

Όρος: Acetic acid glacial
Μετάφραση: Πυκνό οξικό οξύ

Όρος: Acetic acid see ethanoic acid
Μετάφραση: Οξικό οξύ

Όρος: Acetic anhydride
Μετάφραση: Οξικός ανυδρίτης

Όρος: Acetic ester see ethyl ethanoate
Μετάφραση:

Όρος: Acetoacetanilide
Μετάφραση: Ακετοακετανιλίδιο

Όρος: Acetoacetic ester see ethyl acetoacetate
Μετάφραση:

Όρος: Acetol
Μετάφραση: Ακετόλη

Συντομογραφία: AOO
Όρος: Acetone - olive oil
Μετάφραση: Μείγμα ακετόνης-ελαιολάδου

Όρος: Acetone cyanohydrin or 2-cyano-2-propanol or 2-methylacetonitrile
Μετάφραση: Ακετονοκυανοϋδρίνη ή 2-κυανο-2-προπανόλη ή 2-μεθυλοακετονιτρίλιο ή κυανοϋδρινική ακετόνη

Όρος: Acetone or propanone
Μετάφραση: Ακετόνη ή προπανόνη

Όρος: Acetonic acid see lactic acid
Μετάφραση:

Όρος: Acetonitrile, cyanomethane Ethanenitrile, Ethyl nitrile, Methanecarbonitrile, Methyl cyanide
Μετάφραση: Αιθανονιτρίλιο ή ακετονιτρίλιο ή μεθυλοκυανίδιο ή οξικό νιτρίλιο

Όρος: Acetonylacetone see hexanedione
Μετάφραση:

Όρος: Acetophenone or methyl phenyl ketone
Μετάφραση: Ακετοφαινόνη ή μεθυλοφαινυλοκετόνη

Όρος: Acetotoluidine
Μετάφραση: Ακετοτολουιδίνη

Όρος: Acetoxylation
Μετάφραση: Ακετοξυλίωση