Ν. 4078/2012 (ΦΕΚ 179/Α` 20.9.2012)
Σχετικό έγγραφο:
- Εγκ. MLC/03/2014/20.1.2014 «(Αριθμ. Πρωτ. : 4451.2/04/20.1.2014) Συμμόρφωση με τη Σύμβαση Ναυτικής Εργασίας, 2006, μη υπόχρεων σε πιστοποίηση πλοίων»
| Attachment | Size |
|---|---|
| ΦΕΚ 179Α_2012 | 30.85 MB |
Κυρώνεται και έχει την ισχύ, που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγµατος, η Σύµβαση Ναυτικής Εργασίας, 2006 της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας, η οποία υιοθετήθηκε στη Γενεύη την 23η Φεβρουαρίου 2006 από τη Γενική Συνδιάσκεψη της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας κατά την 94η σύνοδό της, µε τα συνηµµένα σε αυτή Παραρτήµατα, των οποίων το κείµενο σε πρωτότυπο στην αγγλική και σε µετάφραση στην ελληνική γλώσσα, έχει ως εξής:
Η Γενική Συνδιάσκεψη της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας,
Μετά τη σύγκλησή της στη Γενεύη από το Διοικητικό Συμβούλιο του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας και αφού πραγματοποίησε την Ενενηκοστή τέταρτη Σύνοδό της στις 7 Φεβρουάριου 2006, και
Επιθυμώντας να δημιουργήσει ένα ενιαίο, συνεκτικό όργανο που να ενσωματώνει, όσο το δυνατόν περισσότερο, όλα τα σύγχρονα πρότυπα των υφιστάμενων διεθνών Συμβάσεων και Συστάσεων ναυτικής εργασίας, καθώς και τις θεμελιώδεις αρχές που υπάρχουν σε άλλες διεθνείς Συμβάσεις εργασίας και συγκεκριμένα:
- στη Σύμβαση για την Αναγκαστική ή Υποχρεωτική Εργασία, 1930 (No. 29),
- στη Σύμβαση για την Συνδικαλιστική Ελευθερία και την Προστασία του Συνδικαλιστικού Δικαιώματος, 1948 (No. 87),
- στη Σύμβαση για την Εφαρμογή των Αρχών του Δικαιώματος Οργάνωσης και Συλλογικής Διαπραγμάτευσης, 1949 (No. 98),
- στη Σύμβαση για την Ισότητα ης Αμοιβής, 1951 (No. 100),
- στη Σύμβαση για την Κατάργηση π]ς Αναγκαστικής Εργασίας, 1957 (No. 105),
- στη Σύμβαση για την Διάκριση στην Απασχόληση και στο Επάγγελμα, 1958 (No. 111),
- στη Σύμβαση για το Κατώτατο Όριο Ηλικίας Εισόδου στην Απασχόληση, 1973 (No. 138),
- στη Σύμβαση για τις Χειρότερες Μορφές Παιδικής Εργασίας, 1999 (No. 182), και
Έχοντας επίγνωση της βασικής αποστολής της Οργάνωσης, που είναι η προαγωγή αξιοπρεπών συνθηκών εργασίας, και
Μνημονεύοντας τη Διακήρυξη της ΔΌ.Ε. για τις θεμελιώδεις Αρχές και Δικαιώματα στην Εργασία, 1998, και
Έχοντας επίσης επίγνωση ότι οι ναυτικοί καλύπτονται από τις διατάξεις άλλων οργάνων της ΔΌ.Ε. και έχουν άλλα δικαιώματα που θεσπίστηκαν ως θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες που ισχύουν για όλα τα πρόσωπα, και
Λαμβάνοντας υπόψη ότι, δεδομένης της παγκόσμιας φύσης της ναυπλιακής βιομηχανίας, οι ναυτικοί χρειάζονται ιδιαίτερη προστασία, και
Έχοντας επίγνωση των διεθνών προτύπων για την ασφάλεια των πλοίων, την ασφάλεια των ανθρώπων από έκνομες ενέργειες και την ποιοτική διαχείριση πλοίων, που περιέχονται στη Διεθνή Σύμβαση για την Ασφάλεια της Ζωής στη θάλασσα, 1974, όπως τροποποιήθηκε, τη Σύμβαση για τους Διεθνείς Κανονισμούς προς Αποφυγή Συγκρούσεων στη θάλασσα, 1972, όπως τροποποιήθηκε, και τις απαιτήσεις εκπαίδευσης και ικανότητας των ναυτικών που περιλαμβάνονται στη Διεθνή Σύμβαση για τα Πρότυπα Εκπαίδευσης, Έκδοσης Πιστοποιητικών και Τήρησης φυλακών των Ναυτικών, 1978, όπως τροποποιήθηκε, και
Μνημονεύοντας ότι η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της θάλασσας, 1982, παραθέτει ένα γενικό νομικό πλαίσιο εντός του οποίου πρέπει να διενεργούνται όλες οι δραστηριότητες στους ωκεανούς και τις θάλασσες και είναι στρατηγικής σημασίας ως βάση για εθνική, περιφερειακή και παγκόσμια δράση και συνεργασία στο θαλάσσιο τομέα και ότι η ακεραιότητά της είναι αναγκαίο να διατηρηθεί, και
Μνημονεύοντας ότι το Άρθρο 94 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, 1982, θεσπίζει τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις του Κράτους σημαίας, όσον αφορά, μεταξύ άλλων, στις συνθήκες εργασίας, τη στελέχωση και τα κοινωνικά θέματα επί των πλοίων που φέρουν τη σημαία του, και
Μνημονεύοντας την παράγραφο 8 του Άρθρου 19 του Καταστατικού της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας, που προβλέπει ότι σε καμία περίπτωση η υιοθέτηση οποιοσδήποτε Σύμβασης ή Σύστασης από τη Συνδιάσκεψη ή η επικύρωση οποιοσδήποτε Σύμβασης από οποιοδήποτε Μέλος δεν θεωρείται ότι επηρεάζει οποιονδήποτε νόμο, απόφαση, έθιμο ή συμφωνία, που διασφαλίζει ευνοϊκότερες συνθήκες στους εργαζομένους που αφορά σε σχέση με αυτές που προβλέπονται στη Σύμβαση ή τη Σύσταση, και
Αποφασισμένη ότι το παρόν νέο όργανο θα πρέπει να σχεδιαστεί με τρόπο ώστε να εξασφαλίζει την ευρύτερη δυνατή αποδοχή μεταξύ των κυβερνήσεων, των πλοιοκτητών και των ναυτικών, που δεσμευόμενοι από τις αρχές της αξιοπρεπούς εργασίας, ότι θα πρέπει να επικαιροποιείται άμεσα και να επιδέχεται αποτελεσματικής υλοποίησης και επιβολής, και
Έχοντας αποφασίσει την υιοθέτηση ορισμένων προτάσεων για την υλοποίηση ενός τέτοιου οργάνου, το οποίο αποτελεί το μοναδικό θέμα στην ημερήσια διάταξη της συνόδου, και
Έχοντας καθορίσει ότι οι εν λόγω προτάσεις θα λάβουν τη μορφή Διεθνούς Σύμβασης,
Υιοθετεί αυτήν την εικοστή τρίτη ημέρα του Φεβρουάριου του έτους δύο χιλιάδες έξι την ακόλουθη Σύμβαση, η οποία μπορεί να μνημονεύεται ως η Σύμβαση Ναυτικής Εργασίας, 2006.
1. Κάθε Μέλος που επικυρώνει την παρούσα Σύμβαση αναλαμβάνει να εφαρμόσει πλήρως τις διατάξεις της, κατά τον τρόπο που ορίζεται στο Άρθρο VI, ώστε να διασφαλίζει το δικαίωμα όλων των ναυτικών στην αξιοπρεπή απασχόληση.
2. Τα Μέλη πρέπει να συνεργάζονται μεταξύ τους με σκοπό να εξασφαλίζουν την αποτελεσματική υλοποίηση και εφαρμογή της παρούσας Σύμβασης.
1. Για τον σκοπό της παρούσας Σύμβασης και εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά σε συγκεκριμένες διατάξεις, ο όρος:
(α) αρμόδια αρχή σημαίνει τον υπουργό, την κυβερνητική υπηρεσία ή άλλη αρχή που έχει αρμοδιότητα να εκδίδει και να επιβάλει κανονισμούς εντολές ή άλλες οδηγίες που έχουν την ισχύ νόμου σε σχέση με το αντικείμενο του θέματος της αντίστοιχης διάταξης,
(β) δήλωση συμμόρφωσης ναυτικής εργασίας σημαίνει π) δήλωση που αναφέρεσαι στον Κανονισμό 5.1.3,
(γ) ολική χωρητικότητα σημαίνει την ολική χωρητικότητα που υπολογίζεται σύμφωνα με τους κανονισμούς περί καταμέτρησης χωρητικότητας που περιέχονται στο Παράρτημα I της Διεθνούς Σύμβασης για τη Καταμέτρηση της Χωρητικότητας των Πλοίων, 1969, ή οποιοσδήποτε άλλης διαδοχικής Σύμβασης για πλοία που καλύπτονται από το προσωρινό πρόγραμμα καταμέτρησης της χωρητικότητας που υιοθετήθηκε από τον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό, η ολική χωρητικότητα είναι αυτή που περιλαμβάνεται στη στήλη ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ του Διεθνούς Πιστοποιητικού Χωρητικότητας (1969),
(δ) πιστοποιητικό ναυτικής εργασίας σημαίνει το πιστοποιητικό που αναφέρεται στον Κανονισμό 5.1.3,
(ε) απαιτήσεις της Σύμβασης αναφέρεται στις απαιτήσεις των παρόντων Άρθρων και Κανονισμών και του Μέρους Α του Κώδικα της παρούσας Σύμβασης,
(στ) ναυτικός σημαίνει οποιοδήποτε πρόσωπο που έχει προσληφθεί ή απασχολείται ή εργάζεται, με οποιαδήποτε ειδικότητα επί πλοίου στο οποίο έχει εφαρμογή η παρούσα Σύμβαση,
(ζ) σύμβαση εργασίας ναυτικών περιλαμβάνει τόσο την ατομική σύμβαση εργασίας όσο και τους όρους συμφωνίας,
(η) υπηρεσία ναυτολόγησης και εύρεσης εργασίας ναυτικών σημαίνει οποιοδήποτε πρόσωπο, εταιρεία, ίδρυμα, πρακτορείο ή άλλο οργανισμό, του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα, που ασχολείται με τη ναυτολόγηση ναυτικών εκ μέρους των πλοιοκτητών ή με την εύρεση εργασίας ναυτικών σε πλοιοκτήτες,
(θ) πλοίο σημαίνει οποιοδήποτε πλοίο εκτός αυτού που πλέει αποκλειστικά σε εσωτερικά ύδατα ή ύδατα εντός ή πλησίον προασπισμένων υδάτων ή περιοχών, όπου εφαρμόζονται κανονισμοί λιμένα,
(ι) πλοιοκτήτης σημαίνει ο ιδιοκτήτης του πλοίου ή άλλος οργανισμός ή πρόσωπο, όπως ο διαχειριστής, ο πράκτορας ή ο ναυλωτής γυμνού πλοίου, ο οποίος έχει αναλάβει την ευθύνη λειτουργίας του πλοίου από τον ιδιοκτήτη και ο οποίος, αναλαμβάνοντας τέτοια ευθύνη, αποδέχθηκε να αναλάβει τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται στους πλοιοκτήτες σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, ανεξάρτητα με το εάν κάποιος άλλος οργανισμός ή πρόσωπα εκπληρώνουν ορισμένα από τα καθήκοντα ή τις υποχρεώσεις για λογαριασμό του πλοιοκτήτη,
2. Εκτός εάν ρητώς προβλέπεται διαφορετικά, η παρούσα Σύμβαση έχει εφαρμογή σε όλους τους ναυτικούς.
3. Σε περίπτωση αμφιβολίας σχετικά με το εάν οποιεσδήποτε κατηγορίες προσώπων πρέπει να θεωρούνται ως ναυτικοί για τους σκοπούς π]ς παρούσας Σύμβασης, το θέμα ρυθμίζεται από την αρμόδια αρχή σε κάθε Μέλος, ύστερα από διαβούλευση με τις ενδιαφερόμενες οργανώσεις πλοιοκτητών και ναυτικών.
4. Εκτός εάν ρητώς προβλέπεται διαφορετικά, η παρούσα Σύμβαση εφαρμόζεται σε όλα τα πλοία, ανεξάρτητα εάν είναι δημόσιας ή ιδιωτικής ιδιοκτησίας, τα οποία απασχολούνται τακτικώς σε εμπορικές δραστηριότητες, εκτός από τα πλοία που απασχολούνται με την αλιεία ή
παρόμοιες εργασίες και από τα πλοία παραδοσιακής κατασκευής, όπως τα «dhow» και τα «junks». Η παρούσα Σύμβαση δεν εφαρμόζεται σε πολεμικά πλοία ή βοηθητικά του πολεμικού ναυτικού.
5. Σε περίπτωση αμφιβολίας σχετικά με το εάν η παρούσα Σύμβαση ισχύει για ένα πλοίο ή για συγκεκριμένη κατηγορία πλοίων, το θέμα ρυθμίζεται από την αρμόδια αρχή σε κάθε Μέλος, ύστερα από διαβούλευση με τις ενδιαφερόμενες οργανώσεις πλοιοκτητών και ναυτικών.
6. Σε περίπτωση που η αρμόδια αρχή αποφασίσει ότι δεν είναι λογικό ή πρακτικό, κατά τον παρόντα χρόνο, να εφαρμόσει ορισμένες λεπτομέρειες του Κώδικα που αναφέρονται στο Άρθρο VI, παράγραφος 1, σε ένα πλοίο ή σε ορισμένες κατηγορίες πλοίων που φέρουν τη σημαία του Μέλους, οι σχετικές διατάξεις του Κώδικα δεν εφαρμόζονται στο βαθμό που το θέμα αντιμετωπίζεται διαφορετικά με εθνικούς νόμους ή κανονισμούς ή συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή άλλα μέτρα. Μια τέτοια απόφαση, μπορεί να γίνει μόνο σε διαβούλευση με τις ενδιαφερόμενες οργανώσεις πλοιοκτητών και ναυτικών και μπορεί να γίνει μόνο για πλοία με ολική χωρητικότητα κάτω των 200 που δεν εκτελούν διεθνείς πλόες.
7. Οποιεσδήποτε αποφάσεις λαμβάνονται από ένα Μέλος υπό των παραγράφων 3 ή 5 ή 6 του παρόντος Άρθρου πρέπει να κοινοποιούνται στον Γενικό Διευθυντή του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας, ο οποίος πρέπει να ενημερώσει τα Μέλη της Οργάνωσης.
8. Εκτός εάν ρητώς προβλέπεται διαφορετικά, αναφορά στη Σύμβαση αποτελεί παράλληλα αναφορά στους Κανονισμούς και στον Κώδικα.
Κάθε Μέλος πρέπει να εξασφαλίζει το ίδιο ότι οι διατάξεις των νόμων και των κανονισμών του σέβονται, στο πλαίσιο της παρούσας Σύμβασης, τα θεμελιώδη δικαιώματα για:
(α) ελευθερία του συνέρχεσθαι και αποτελεσματική αναγνώριση του δικαιώματος συλλογικής διαπραγμάτευσης,
(β) εξάλειψη όλων των μορφών αναγκαστικής ή υποχρεωτικής εργασίας,
(γ) αποτελεσματική κατάργηση της παιδικής εργασίας, και
(δ) εξάλειψη των διακρίσεων σε σχέση με π]ν απασχόληση και τηv εργασία.
1. Κάθε ναυτικός έχει δικαίωμα σε έναν ασφαλή και προστατευμένο από έκνομες ενέργειες χώρο εργασίας που να συμμορφώνεται με πρότυπα ασφαλείας.
2. Κάθε ναυτικός έχει δικαίωμα σε δίκαιους όρους απασχόλησης.
3. Κάθε ναυτικός έχει δικαίωμα σε αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας και διαβίωσης επί του πλοίου.
4. Κάθε ναυτικός έχει δικαίωμα στην προστασία ης υγείας, στην ιατρική περίθαλψη, σε μέτρα ευημερίας και σε άλλες μορφές κοινωνικής προστασίας.
5. Κάθε Μέλος πρέπει να διασφαλίζει, εντός των ορίων της δικαιοδοσίας του, ότι τα εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα των ναυτικών, που παρατίθενται στις προηγούμενες παραγράφους του παρόντος Άρθρου, πραγματώνονται πλήρως σύμφωνα με τις απαιτήσεις της παρούσας Σύμβασης. Εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στη Σύμβαση, η εν λόγω πραγμάτωση μπορεί να επιτευχθεί μέσω εθνικών νόμων ή κανονισμών, μέσω συλλογικών συμβάσεων που εφαρμόζονται ή άλλων μέτρων ή κατά την πρακτική
1. Κάθε Μέλος πρέπει να εφαρμόσει και να επιβάλλει νόμους ή κανονισμούς ή άλλα μέτρα που έχει υιοθετήσει για να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με π]ν παρούσα Σύμβαση όσον αφορά στα πλοία και στους ναυτικούς υπό τη δικαιοδοσία του.
2. Κάθε Μέλος πρέπει να ασκεί αποτελεσματικά τη δικαιοδοσία και τον έλεγχό του στα πλοία που φέρουν τη σημαία του μέσω της θέσπισης ενός συστήματος που να διασφαλίζει τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις της παρούσας Σύμβασης, συμπεριλαμβάνοντας τακτικές επιθεωρήσεις, αναφορές, παρακολούθηση και νομικές διαδικασίες υπό την ισχύουσα νομοθεσία.
3. Κάθε Μέλος πρέπει να εξασφαλίζει ότι τα πλοία που υψώνουν τη σημαία του φέρουν πιστοποιητικό ναυτικής εργασίας και δήλωση συμμόρφωσης ναυτικής εργασίας, όπως απαιτείται από την παρούσα Σύμβαση.
4. Πλοίο στο οποίο εφαρμόζεται η παρούσα Σύμβαση μπορεί, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, να επιθεωρηθεί από Μέλος άλλο από το Κράτος σημαίας όταν το πλοίο βρίσκεται σε κάποιον από τους λιμένες του, για να προσδιορίσει εάν το πλοίο συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις της παρούσας Σύμβασης.
5. Κάθε Μέλος πρέπει να ασκεί αποτελεσματικά π] δικαιοδοσία και τον έλεγχό του επί των υπηρεσιών ναυτολόγησης και εύρεσης εργασίας ναυτικών, εάν αυτές είναι εγκατεστημένες στην επικράτειά του.
6. Κάθε Μέλος πρέπει να απαγορεύει παραβιάσεις των απαιτήσεων της παρούσας Σύμβασης και πρέπει, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, να θεσπίσει κυρώσεις ή να απαιτήσει την υιοθέτηση διορθωτικών μέτρων με τη νομοθεσία του, που να είναι κατάλληλα ώστε να αποθαρρύνουν τέτοιες παραβιάσεις.
7. Κάθε Μέλος πρέπει να εφαρμόσει τις υποχρεώσεις του υπό την παρούσα Σύμβασης με τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζει ότι τα πλοία που φέρουν τη σημαία οποιουδήποτε Κράτους που δεν έχει επικυρώσει την παρούσα Σύμβαση δεν λαμβάνουν ευνοϊκότερη μεταχείριση από τα πλοία που φέρουν σημαία οποιουδήποτε Κράτους που την έχει επικυρώσει.
1. Οι Κανονισμοί και οι διατάξεις του Μέρους Α του Κώδικα είναι υποχρεωτικοί. Οι διατάξεις του Μέρους Β του Κώδικα δεν είναι υποχρεωτικές.
2. Κάθε Μέλος αναλαμβάνει να σέβεται τα δικαιώματα και τις αρχές που παρατίθενται στους Κανονισμούς και να εφαρμόζει κάθε Κανονισμό με τον τρόπο που παρατίθεται στις αντίστοιχες διατάξεις του Μέρους Α του Κώδικα. Επίσης, τα Μέλη πρέπει να εξετάσουν δεόντως την εφαρμογή των υποχρεώσεών τους κατά τον τρόπο που προβλέπεται στο Μέρος Β του Κώδικα.
3. Μέλος που δεν είναι σε θέση να εφαρμόσει τα δικαιώματα και τις αρχές κατά τον τρόπο που παρατίθεται στο Μέρος Α του Κώδικα μπορεί, εκτός εάν ρητώς προβλέπεται διαφορετικά στην παρούσα Σύμβαση, να εφαρμόσει το Μέρος Α μέσω διατάξεων στους νόμους και τους κανονισμούς του ή μέσω άλλων μέτρων που είναι ουσιωδώς ισοδύναμες με τις διατάξεις του Μέρους Α.
4. Για τον αποκλειστικό σκοπό της παραγράφου 3 του παρόντος Άρθρου, οποιοσδήποτε νόμος, κανονισμός, συλλογική σύμβαση ή άλλο μέτρο εφαρμογής πρέπει να θεωρείται ουσιωδώς ισοδύναμο, στο πλαίσιο της παρούσας Σύμβασης, εάν το Μέλος βεβαιώνεται ότι:
(α) αυτό συντελεί στην πλήρη επίτευξη του γενικού αντικειμένου και σκοπού της εν λόγω διάταξης ή διατάξεων του Μέρους Α του Κώδικα, και
(β) αυτό επιτελεί τη εν λόγω διάταξη ή τις διατάξεις του Μέρους Α του Κώδικα.
Οποιαδήποτε παρέκκλιση, εξαίρεση ή άλλη ευέλικτη εφαρμογή της παρούσας Σύμβασης, για την οποία η Σύμβαση απαιτεί διαβούλευση με οργανώσεις πλοιοκτητών και ναυτικών μπορεί, σε περιπτώσεις που δεν υφίστανται αντιπροσωπευτικές οργανώσεις πλοιοκτητών ή ναυτικών σε κάποιο Μέλος, να αποφασίζεται μόνο από το εν λόγω Μέλος μέσω διαβούλευσης με την Επιτροπή που αναφέρεται στο Άρθρο XIII.
1. Οι επίσημες επικυρώσεις της παρούσας Σύμβασης πρέπει να κοινοποιούνται στον Γενικό Διευθυντή του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας για καταχώρηση.
2. Η παρούσα Σύμβαση είναι δεσμευτική μόνο για εκείνα τα Μέλη της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας των οποίων οι επικυρώσεις έχουν καταχωρηθεί από τον Γενικό Διευθυντή.
3. Η παρούσα Σύμβαση θα τεθεί σε ισχύ 12 μήνες μετά την ημερομηνία κατά π]ν οποία θα έχουν καταχωρηθεί επικυρώσεις από τουλάχιστον 30 Μέλη με συνολικό μερίδιο στην παγκόσμια ολική χωρητικότητα πλοίων τουλάχιστον 33 τοις εκατό.
4. Έπεσα, η παρούσα Σύμβαση θα τεθεί σε ισχύ για οποιοδήποτε Μέλος 12 μήνες μετά την ημερομηνία κατά την οποία έχει καταχωρηθεί η επικύρωσή του.
1. Μέλος που έχει επικυρώσει την παρούσα Σύμβαση μπορεί να την καταγγείλει μετά την πάροδο δέκα ετών από την ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε για πρώτη φορά σε ισχύ η Σύμβαση, με πράξη που κοινοποιείται στον Γενικό Διευθυντή του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας για καταχώρηση. Εν λόγω καταγγελία θα τεθεί σε ισχύ ένα έτος μετά την ημερομηνία κατά την οποία καταχωρήθηκε.
2. Κάθε Μέλος που, εντός ενός έτους μετά την πάροδο της περιόδου των δέκα ετών που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος Άρθρου, δεν ασκήσει το δικαίωμα καταγγελίας που προβλέπεται στο παρόν Άρθρο, δεσμεύεται για μία ακόμη περίοδο δέκα ετών και, έπειτα μπορεί να καταγγείλει την παρούσα Σύμβαση κατά την λήξη κάθε νέας περιόδου δέκα ετών υπό τους όρους που προβλέπονται στο παρόν Άρθρο.
Η παρούσα Σύμβαση αναθεωρεί τις ακόλουθες Συμβάσεις:
Σύμβαση για Ελάχιστο Όριο Ηλικίας (Θάλασσα), 1920 (Νο.7),
Σύμβαση για Αποζημίωση λόγω Ανεργίας (Ναυάγιο), 1920 (Νο.8),
Σύμβαση για Εύρεση Εργασίας σε Ναυτικούς, 1920 (Νο.9),
Σύμβαση για Ιατρική Εξέταση των Νέων (θάλασσα), 1921 (No. 16),
Σύμβαση για Σύμβαση Ναυτολόγησης Ναυτικών, 1926 (Νο.22),
Σύμβαση για Παλιννόστηση Ναυτικών, 1926 (Νο.23),
Σύμβαση για Πιστοποιητικά Ικανότητος Αξιωματικών, 1936 (Νο.53),
Σύμβαση για Άδεια μετ’ Αποδοχών (θάλασσα), 1936 (Νο.54),
Σύμβαση για Υποχρεώσεις Πλοιοκτητών (Ασθένεια - Τραυματισμός Ναυτικών), 1936 (Νο.55),
Σύμβαση για Ασφάλιση Ασθένειας (θάλασσα), 1936 (Νο.56),
Σύμβαση για Ώρες Εργασίας και Στελέχωση (θάλασσα), 1936 (No.57),
Σύμβαση για Ελάχιστο Όριο Ηλικίας (θάλασσα) (Αναθεωρημένη), 1936 (Νο.58),
Σύμβαση για Διατροφή και Τροφοδοσία Πληρωμάτων, 1946 (Νο.68),
Σύμβαση για Πιστοποιητικό Ικανότητας Ναυτομαγείρων, 1946 (Νο.69),
Σύμβαση για Κοινωνική Ασφάλεια (Ναυτικοί), 1946 (Νο.70),
Σύμβαση για Άδεια μετ’ αποδοχών (Ναυτικοί), 1946 (Νο.72),
Σύμβαση για Ιατρική Εξέταση (Ναυτικοί), 1946 (Νο.73),
Σύμβαση για Πιστοποιητικά Ικανότητος Ναυτικών, 1946 (Νο.74),
Σύμβαση για Ενδιαίτηση Πληρωμάτων, 1946 (Νο.75),
Σύμβαση για Μισθούς Ώρες Εργασίας και Στελέχωση (Θάλασσα), 1946 (Νο.76),
Σύμβαση για Άδεια μετ’ αποδοχών (Ναυτικοί) (Αναθεωρημένη), 1949 (Νο.91),
Σύμβαση για Ενδιαίτηση Πληρωμάτων (Αναθεωρημένη), 1949 (Νο.92),
Σύμβαση για Μισθούς Ώρες Εργασίας και Στελέχωση (θάλασσα) (Αναθεωρημένη), 1949 (Νο.93),
Σύμβαση για Μισθούς Ώρες Εργασίας και Στελέχωση (θάλασσα) (Αναθεωρημένη), 1958 (Νο.109),
Σύμβαση για Ενδιαίτηση Πληρωμάτων (Συμπληρωματικές Διατάξεις), 1970 (Νο.133),
Σύμβαση για Πρόληψη Ατυχημάτων (Ναυτικοί), 1970 (Νο.134),
Σύμβαση για Συνεχή Απασχόληση (Ναυτικοί), 1976 (Νο.145),
Σύμβαση για Ετήσια Άδεια μετ’ αποδοχών των Ναυτικών, 1976 (No. 146),
Σύμβαση για Εμπορική Ναυτιλία (Ελάχιστα Πρότυπα), 1976 (Νο.147),
Πρωτόκολλο του 1996 π]ς Σύμβασης για Εμπορική Ναυτιλία (Ελάχιστα Πρότυπα), 1976 (Νο.147),
Σύμβαση για Ευημερία των Ναυτικών, 1987 (No. 163),
Σύμβαση για Προστασία π]ς Υγείας και Ιατρική Περίθαλψη (Ναυτικοί), 1987 (No. 164),
Σύμβαση για Κοινωνική Ασφάλεια (Ναυτικοί) (Αναθεωρημένη), 1987 (No. 165),
Σύμβαση για Παλιννόστηση Ναυτικών (Αναθεωρημένη), 1987 (Νο.166),
Σύμβαση για Επιθεώρηση Εργασίας (Ναυτικοί), 1996 (No. 178),
Σύμβαση για Ναυτολόγηση και Εύρεση Εργασίας Ναυτικών, 1996 (Νο.179),
Σύμβαση για Ώρες Εργασίας Ναυτικών και Στελέχωση Πλοίων, 1996 (Νο.180).
1. Ο Γενικός Διευθυντής του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας πρέπει να γνωστοποιεί σε όλα τα Μέλη της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας σχετικά με την καταχώρηση όλων των επικυρώσεων, αποδοχών και καταγγελιών υπό την παρούσα Σύμβαση.
2. Όταν εκπληρωθούν οι προϋποθέσεις που προβλέπει η παράγραφος 3 του Άρθρου VIII, ο Γενικός Διευθυντής πρέπει να εφιστήσει την προσοχή των Μελών της Οργάνωσης στην ημερομηνία που η Σύμβαση θα τεθεί σε ισχύ.
Ο Γενικός Διευθυντής του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας πρέπει να διαβιβάσει στον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών για καταχώρηση, σύμφωνα με το Άρθρο 102 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών πλήρη στοιχεία όλων των επικυρώσεων, αποδοχών και καταγγελιών που καταχωρήθηκαν υπό την παρούσα Σύμβαση.
1. Το Διοικητικό Συμβούλιο του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας πρέπει να διατηρεί τη λειτουργία της παρούσας Σύμβασης υπό συνεχή επανεξέταση μέσω μιας επιτροπής θεσπισμένης από αυτό με ειδική αρμοδιότητα στον τομέα των προτύπων ναυτικής εργασίας.
2. Για θέματα που αντιμετωπίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, η Επιτροπή θα αποτελείται από δύο εκπροσώπους που ορίζονται από τη Κυβέρνηση κάθε Μέλους που έχει επικυρώσει την παρούσα Σύμβαση, και τους εκπροσώπους των Πλοιοκτητών και των Ναυτικών που ορίζονται από το Διοικητικό Συμβούλιο ύστερα από διαβούλευση με τη Μικτή Ναυτιλιακή Επιτροπή.
3. Οι εκπρόσωποι των Κυβερνήσεων των Μελών που δεν έχουν επικυρώσει ακόμα την παρούσα Σύμβαση μπορούν να συμμετέχουν στην Επιτροπή, αλλά δεν θα έχουν κανένα δικαίωμα ψήφου για οποιοδήποτε θέμα αντιμετωπίζεται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση. Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να καλεί άλλους οργανισμούς ή οντότητες που θα εκπροσωπούνται στην Επιτροπή από παρατηρητές.
4. Οι ψήφοι κάθε εκπροσώπου Πλοιοκτητών και Ναυτικών στην Επιτροπή θα σταθμίζονται ώστε να εξασφαλιστεί ότι τόσο η ομάδα των Πλοιοκτητών όσο και η ομάδα των Ναυτικών θα έχουν π] μισή δύναμη ψήφου από το συνολικό αριθμό Κυβερνήσεων που εκπροσωπούνται στην εν λόγω συνάντηση και έχουν δικαίωμα ψήφου.
1. Τροποποιήσεις οποιοσδήποτε από τις διατάξεις της παρούσας Σύμβασης μπορεί να υιοθετηθούν από τη Γενική Συνδιάσκεψη της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας, στο πλαίσιο του Άρθρου 19 του Καταστατικού της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας και των κανόνων και διαδικασιών της Οργάνωσης για την υιοθέτηση Συμβάσεων. Τροποποιήσεις στον Κώδικα μπορεί επίσης να υιοθετούνται σύμφωνα με τις διαδικασίες του Άρθρου XV.
2. Στην περίπτωση Μελών των οποίων οι επικυρώσεις της παρούσας Σύμβασης καταχωρήθηκαν πριν από την υιοθέτηση ης τροποποίησης, το κείμενο της τροποποίησης θα τους διαβιβάζεται για επικύρωση.
3. Στην περίπτωση άλλων Μελών της Οργάνωσης, το κείμενο της Σύμβασης όπως τροποποιήθηκε θα τους διαβιβάζεται για επικύρωση σύμφωνα με το Άρθρο 19 του Καταστατικού.
4. Μια τροποποίηση θα θεωρείται ότι έγινε αποδεκτή κατά π]ν ημερομηνία που θα έχουν καταχωρηθεί επικυρώσεις της τροποποίησης ή της Σύμβασης όπως τροποποιήθηκε, ανάλογα με την περίπτωση, από τουλάχιστον 30 Μέλη με συνολικό μερίδιο στην παγκόσμια ολική χωρητικότητα πλοίων τουλάχιστον 33 τοις εκατό.
5. Τροποποίηση που υιοθετήθηκε στο πλαίσιο του Άρθρου 19 του Καταστατικού είναι δεσμευτική μόνο για εκείνα τα Μέλη της Οργάνωσης των οποίων οι επικυρώσεις έχουν κατοχυρωθεί από τον Γενικό Διευθυντή του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας.
6. Για οποιοδήποτε Μέλος που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος Άρθρου, η τροποποίηση θα τίθεται σε ισχύ 12 μήνες μετά την ημερομηνία αποδοχής που αναφέρεται στην παράγραφο 4 του παρόντος Άρθρου ή 12 μήνες μετά την ημερομηνία κατά την οποία καταχωρήθηκε η επικύρωση της τροποποίησης, όποια ημερομηνία είναι μεταγενέστερη της άλλης.
7. Υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 9 του παρόντος Άρθρου, για τα Μέλη που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος Άρθρου, η Σύμβαση όπως τροποποιήθηκε θα τίθεται σε ισχύ 12 μήνες μετά την ημερομηνία αποδοχής που αναφέρεται στην παράγραφο 4 του παρόντος Άρθρου ή 12 μήνες μετά την ημερομηνία κατά την οποία καταχωρήθηκαν οι επικυρώσεις της Σύμβασης, όποια ημερομηνία είναι μεταγενέστερη της άλλης.
8. Για τα Μέλη εκείνα των οποίων η επικύρωση της παρούσας Σύμβασης καταχωρήθηκε πριν από την υιοθέτηση της τροποποίησης αλλά που δεν έχουν κυρώσει τη τροποποίηση, η παρούσα Σύμβαση θα παραμένει σε ισχύ χωρίς την εν λόγω τροποποίηση.
9. Οποιοδήποτε Μέλος του οποίου η επικύρωση της παρούσας Σύμβασης καταχωρείται μετά την υιοθέτηση της τροποποίησης αλλά πριν την ημερομηνία που αναφέρεται στην παράγραφο 4 του παρόντος Άρθρου μπορεί, σε δήλωση που θα συνοδεύει το όργανο της επικύρωσης, να προσδιορίσει ότι η επικύρωση του αναφέρεται στη Σύμβαση χωρίς την εν λόγω τροποποίηση. Σε περίπτωση επικύρωσης με τέτοια δήλωση, η Σύμβαση θα τίθεται σε ισχύ για το ενδιαφερόμενο Μέλος 12 μήνες μετά την ημερομηνία που η επικύρωση καταχωρήθηκε. Όταν το όργανο της επικύρωσης δεν συνοδεύεται από μια τέτοια δήλωση ή όταν η επικύρωση καταχωρείται κατά ή μετά την ημερομηνία που αναφέρεται στην παράγραφο 4, η Σύμβαση θα τίθεται σε ισχύ για το ενδιαφερόμενο Μέλος 12 μήνες μετά την ημερομηνία κατά την οποία καταχωρήθηκε η επικύρωση και, από τη θέση της σε ισχύ σύμφωνα με την παράγραφο 7 του παρόντος Άρθρου, η τροποποίηση θα είναι δεσμευτική για το εν λόγω Μέλος εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά από την τροποποίηση.
1. Ο Κώδικας μπορεί να τροποποιείται είτε με τη διαδικασία που ορίζεται στο Άρθρο
XIV ή, εκτός εάν ρητώς προβλέπεται διαφορετικά, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζει το παρόν Άρθρο.
2. Τροποποίηση του Κώδικα μπορεί να προταθεί στον Γενικό Διευθυντή του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας από την κυβέρνηση οποιουδήποτε Μέλους της Οργάνωσης ή από την ομάδα εκπροσώπων των Πλοιοκτητών ή από την ομάδα εκπροσώπων των Ναυτικών που έχουν οριστεί στην Επιτροπή που αναφέρεται στο Άρθρο XIII. Τροποποίηση που προτείνεται από κυβέρνηση πρέπει να έχει προταθεί από ή να έχει υποστηριχθεί από τουλάχιστον πέντε κυβερνήσεις Μελών που έχουν επικυρώσει τη Σύμβαση ή από την ομάδα εκπροσώπων των Πλοιοκτητών ή των Ναυτικών που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο.
3. Έχοντας επιβεβαιώσει ότι η πρόταση τροποποίησης πληροί τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του παρόντος Άρθρου, ο Γενικός Διευθυντής πρέπει αμελλητί να διαβιβάσει την πρόταση συνοδευόμενη από οποιαδήποτε σχόλια ή προτάσεις που θεωρούνται κατάλληλες, σε όλα τα Μέλη της Οργάνωσης, προσκαλώντας τα να διαβιβάσουν τις παρατηρήσεις ή τις προτάσεις τους σχετικά με την πρόταση εντός περιόδου έξι μηνών ή εντός άλλης περιόδου (που δεν θα είναι μικρότερη από τρεις μήνες ή μεγαλύτερη από εννέα μήνες) καθοριζομένης από το Διοικητικό Συμβούλιο.
4. Κατά το τέλος της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 3 του παρόντος Άρθρου, η πρόταση, συνοδευόμενη από περίληψη οποιωνδήποτε παρατηρήσεων ή προτάσεων που έγιναν υπό την εν λόγω παράγραφο, θα διαβιβάζεται στην Επιτροπή για εξέταση σε συνάντηση. Μια τροποποίηση πρέπει να θεωρείται ότι υιοθετήθηκε από την Επιτροπή εάν:
(α) τουλάχιστον οι μισές κυβερνήσεις των Μελών που έχουν επικυρώσει την παρούσα Σύμβαση εκπροσωπούνται στη συνάντηση στην οποία εξετάζεται η πρόταση, και
(β) πλειοψηφία τουλάχιστον δύο τρίτων των μελών της Επιτροπής ψηφίσουν υπέρ της τροποποίησης, και
(γ) η εν λόγω πλειοψηφία περιλαμβάνει τις θετικές ψήφους τουλάχιστον της μισής δύναμης ψήφου των κυβερνήσεων, της μισής δύναμης ψήφου των Πλοιοκτητών και της μισής δύναμης ψήφου των Ναυτικών των μελών της Επιτροπής που έχουν εγγράφει στη συνάντηση όταν η πρόταση τίθεται σε ψηφοφορία.
5. Οι τροποποιήσεις που υιοθετούνται σύμφωνα με π)ν παράγραφο 4 του παρόντος Άρθρου θα πρέπει να υποβάλλονται στην επόμενη σύνοδο της Συνδιάσκεψης για έγκριση. Η εν λόγω έγκριση απαιτεί πλειοψηφία δύο τρίτων των ψήφων που δόθηκαν από τους παρόντες αντιπροσώπους. Εάν μία τέτοια πλειοψηφία δεν αποκτηθεί, η προτεινόμενη τροποποίηση θα παραπέμπεται πίσω στην Επιτροπή για επανεξέταση, εάν η Επιτροπή το επιθυμεί.
6. Τροποποιήσεις που εγκρίνονται από τη Συνδιάσκεψη, θα γνωστοποιούνται από το Γενικό Διευθυντή σε κάθε ένα από τα Μέλη των οποίων οι επικυρώσεις της παρούσας Σύμβασης έχουν καταχωρηθεί πριν από την ημερομηνία της εν λόγω έγκρισης από τη Συνδιάσκεψη. Αυτά τα Μέλη αναφέρονται παρακάτω ως «Μέλη που επικύρωσαν». Η γνωστοποίηση πρέπει να περιέχει αναφορά στο παρόν Άρθρο και να ορίζει την περίοδο για την ανακοίνωση τυχόν επίσημης διαφωνίας. Η εν λόγω περίοδος πρέπει να είναι δύο έτη από την ημερομηνία της γνωστοποίησης, εκτός εάν, κατά το χρόνο της έγκρισης, η Συνδιάσκεψη έχει ορίσει διαφορετική περίοδο, η οποία πρέπει να είναι περίοδος τουλάχιστον ενός έτους. Αντίγραφο της γνωστοποίησης θα πρέπει να διαβιβάζεται στα άλλα Μέλη της Οργάνωσης για ενημέρωσή τους.
7. Τροποποίηση που εγκρίθηκε από τη Συνδιάσκεψη πρέπει να θεωρείται ότι έχει γίνει αποδεκτή, εκτός εάν, μέχρι το τέλος της ορισθείσας περιόδου, έχουν ληφθεί από τον Γενικό Διευθυντή επίσημες δηλώσεις διαφωνίας από περισσότερα από το 40 τοις εκατό των Μελών που έχουν επικυρώσει τη Σύμβαση και που αντιπροσωπεύουν όχι λιγότερο από το 40 τοις εκατό της ολικής χωρητικότητας πλοίων των Μελών που έχουν επικυρώσει τη Σύμβαση.
8. Τροποποίηση που θεωρείται ότι έγινε αποδεκτή θα τίθεται σε ισχύ έξι μήνες μετά το πέρας της ορισθείσας περιόδου για όλα τα «Μέλη που επικύρωσαν», εκτός από αυτά που είχαν εκφράσει επίσημα τη διαφωνία τους σύμφωνα με την παράγραφο 7 του παρόντος Άρθρου και δεν έχουν αποσύρει την εν λόγω διαφωνία σύμφωνα με την παράγραφο 11.
Εντούτοις:
(α) πριν από το πέρας της ορισθείσας περιόδου, οποιοδήποτε «Μέλος που επικύρωσε» μπορεί να ενημερώσει τον Γενικό Διευθυντή ότι θα δεσμεύεται από την τροποποίηση μόνο μετά την επακόλουθη ρητή γνωστοποίηση της αποδοχής του, και
(β) πριν από την ημερομηνία θέσεως σε ισχύ π)ς τροποποίησης, οποιοδήποτε «Μέλος που επικύρωσε» μπορεί να ενημερώσει τον Γενικό Διευθυντή ότι δεν θα εφαρμόσει την εν λόγω τροποποίηση για συγκεκριμένη περίοδο.
9. Τροποποίηση που υπόκειται στη γνωστοποίηση που α να φέρεται στην παράγραφο 8(α) του παρόντος Άρθρου τίθεται σε ισχύ για το Μέλος που προέβη στην εν λόγω γνωστοποίηση έξι μήνες αφότου το Μέλος έχει ενημερώσει τον Γενικό Διευθυντή για την αποδοχή της τροποποίησης ή την ημερομηνία κατά την οποία η τροποποίηση τίθεται για πρώτη φορά σε ισχύ, όποια ημερομηνία είναι μεταγενέστερη της άλλης.
10. Η περίοδος που αναφέρεται στην παράγραφο 8(β) του παρόντος Άρθρου δεν πρέπει να υπερβαίνει το ένα έτος από την ημερομηνία που τέθηκε σε ισχύ η τροποποίηση ή την οποιαδήποτε μεγαλύτερης διάρκειας περίοδο που καθορίσθηκε από πι Συνδιάσκεψη κατά το χρόνο έγκρισης της τροποποίησης.
11. Μέλος που έχει εκφράσει επίσημα ότι διαφωνεί με μια τροποποίηση μπορεί να αποσύρει τη διαφωνία του ανά πάσα στιγμή. Εάν η γνωστοποίηση της εν λόγω απόσυρσης παραληφθεί από τον Γενικό Διευθυντή μετά τη θέση σε ισχύ π]ς τροποποίησης, η τροποποίηση θα τεθεί σε ισχύ για το Μέλος έξι μήνες μετά την ημερομηνία καταχώρησης της γνωστοποίησης.
12. Μετά τη θέση σε ισχύ μιας τροποποίησης, η Σύμβαση μπορεί να επικυρωθεί μόνο στην τροποποιημένη μορφή της.
13. Στο βαθμό που ένα πιστοποιητικό ναυτικής εργασίας σχετίζεται με θέματα που καλύπτονται από τροποποίηση της Σύμβασης η οποία τέθηκε σε ισχύ:
(α) Μέλος που έχει αποδεχθεί την εν λόγω τροποποίηση δεν υποχρεούται να επεκτείνει το όφελος της Σύμβασης σε σχέση με τα πιστοποιητικά ναυτικής εργασίας που εκδίδονται για πλοία που φέρουν π] σημαία άλλου Μέλους, το οποίο:
(αα) σύμφωνα με την παράγραφο 7 του παρόντος Άρθρου, έχει εκφράσει επίσημα ότι διαφωνεί με την τροποποίηση και δεν έχει αποσύρει την εν λόγω διαφωνία, ή
(ββ) σύμφωνα με την παράγραφο 8(α) του παρόντος Άρθρου, έχει ενημερώσει ότι η αποδοχή του υπόκειται στη μεταγενέστερη ρητή γνωστοποίησή του και δεν έχει αποδεχθεί την τροποποίηση, και
(β) Μέλος που έχει αποδεχθεί την τροποποίηση πρέπει να επεκτείνει το όφελος της Σύμβασης σε σχέση με τα πιστοποιητικά ναυτικής εργασίας που εκδίδονται για πλοία που φέρουν τη σημαία άλλου Μέλους, το οποίο έχει γνωστοποιήσει, σύμφωνα με την παράγραφο 8(β) του παρόντος Άρθρου, ότι δεν θα εφαρμόσει την εν λόγω τροποποίηση για την περίοδο που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 10 του παρόντος Άρθρου.
Η αγγλική και η γαλλική έκδοση του κειμένου της παρούσας Σύμβασης είναι εξίσου αυθεντικές.
Σκοπός: Να εξασφαλιστεί ότι κανένα ανήλικο πρόσωπο δεν θα εργάζεται επί πλοίου.
1. Κανένα πρόσωπο κάτω του ελάχιστου ορίου ηλικίας δεν πρέπει να προσλαμβάνεται ή να απασχολείται ή να εργάζεται σε πλοίο.
2. Το ελάχιστο όριο ηλικίας κατά το χρόνο της αρχικής θέσης σε ισχύ της παρούσας Σύμβασης είναι τα 16 έτη.
3. Υψηλότερο όριο ελάχιστης ηλικίας πρέπει να απαιτείται στις περιστάσεις που παρατίθενται στον Κώδικα.
Πρότυπο Α1.1- Ελάχιστο όριο ηλικίας
1. Η πρόσληψη, απασχόληση ή εργασία επί πλοίου οποιουδήποτε προσώπου ηλικίας μικρότερης των 16 ετών απαγορεύεται.
2. Νυχτερινή εργασία ναυτικών κάτω της ηλικίας των 18 ετών απαγορεύεται. Για τους σκοπούς του παρόντος Πρότυπου, η «νύχτα» πρέπει να ορίζεται σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και πρακτική. Πρέπει να καλύπτει μια περίοδο τουλάχιστον εννέα ωρών που αρχίζει όχι αργότερα από τα μεσάνυχτα και τελειώνει όχι νωρίτερα από τις 5 π.μ.
3. Εξαίρεση από την αυστηρή συμμόρφωση με τον περιορισμό περί νυχτερινής εργασίας μπορεί να γίνει από την αρμόδια αρχή όταν:
(α) παρεμποδίζεται η αποτελεσματική εκπαίδευση των ναυτικών που αφορά, σύμφωνα με τα θεσπισμένα προγράμματα και χρονοδιαγράμματα, ή
(β) η ειδική φύση του καθήκοντος ή ένα αναγνωρισμένο πρόγραμμα εκπαίδευσης απαιτεί από τους ναυτικούς που καλύπτονται από την εξαίρεση να εκτελούν καθήκοντα τη νύχτα και η αρχή καθορίζει, ύστερα από διαβούλευση με τις ενδιαφερόμενες οργανώσεις των πλοιοκτητών και των ναυτικών, ότι η εργασία δεν θα είναι επιβλαβής για την υγεία ή την ευημερία τους.
4. Η πρόσληψη, απασχόληση ή εργασία των ναυτικών ηλικίας μικρότερης των 18 ετών απαγορεύεται όταν η εργασία ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την υγεία ή την ασφάλειά τους. Οι τύποι της εργασίας αυτής πρέπει να καθορίζονται από τους εθνικούς νόμους ή κανονισμούς ή από την αρμόδια αρχή, ύστερα από διαβούλευση με τις ενδιαφερόμενες οργανώσεις των πλοιοκτητών και των ναυτικών, σύμφωνα με τα σχετικά διεθνή πρότυπα.
Οδηγία Β1.1 — Ελάχιστο όριο ηλικίας
1. Οταν ρυθμίζουν τις συνθήκες εργασίας και διαβίωσης, τα Μέλη θα πρέπει να δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στις ανάγκες των νέων προσώπων ηλικίας μικρότερης των 18 ετών.
Σκοπός: Να εξασφαλιστεί ότι όλοι οι ναυτικοί είναι ιατρικώς κατάλληλοι να εκτελούν τα καθήκοντα τους στη θάλασσα
1. Οι ναυτικοί δεν πρέπει να εργάζονται επί πλοίου, εκτός εάν είναι πιστοποιημένοι ως ιατρικώς κατάλληλοι να εκτελούν τα καθήκοντα τους.
2. Εξαιρέσεις μπορεί να επιτρέπονται μόνο όπως καθορίζεται στον Κώδικα.
Πρότυπο Α1.2 - Ιατρικό πιστοποιητικό
1. Η αρμόδια αρχή πρέπει να απαιτεί άτι, πριν από την έναρξη εργασίας επί πλοίου, οι ναυτικοί κατέχουν έγκυρο ιατρικό πιστοποιητικό που βεβαιώνει ότι είναι ιατρικώς κατάλληλοι να εκτελούν τα καθήκοντα που θα τους ανατεθούν στη θάλασσα.
2. Με σκοπό να εξασφαλιστεί ότι τα ιατρικά πιστοποιητικά αντανακλούν γνησίως την κατάσταση της υγείας των ναυτικών, υπό το φως των καθηκόντων που πρόκειται να εκτελέσουν, η αρμόδια αρχή πρέπει, ύστερα από διαβούλευση με τις ενδιαφερόμενες οργανώσεις των πλοιοκτητών και των ναυτικών, και λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τις ισχύουσες διεθνείς Οδηγίες που αναφέρονται στο Μέρος Β του παρόντος Κώδικα, να καθορίσει τη φύση της ιατρικής εξέτασης και του πιστοποιητικού.
3. Το παρόν Πρότυπο ισχύει υπό την επιφύλαξη της Διεθνούς Σύμβασης για τα Πρότυπα Εκπαίδευσης, Έκδοσης Πιστοποιητικών και Τήρησης φυλακών των Ναυτικών, 1978, όπως τροποποιήθηκε ('STCW”). Ιατρικό πιστοποιητικό που εκδόθηκε σύμφωνα με τις απαιτήσεις της STCW πρέπει να γίνεται αποδεκτό από την αρμόδια αρχή, για το σκοπό του Κανονισμού 1.2.
Ιατρικό πιστοποιητικό που πληροί την ουσία των απαιτήσεων αυτών, στην περίπτωση ναυτικών που δεν καλύπτονται από την STCW, πρέπει ομοίως να γίνεται αποδεκτό.
4. Το ιατρικό πιστοποιητικό πρέπει να εκδίδεται από δεόντως προσοντούχο επαγγελματία ιατρό ή, σε περίπτωση πιστοποιητικού που αφορά αποκλειστικά στην όραση, από πρόσωπο αναγνωρισμένο από την αρμόδια αρχή ως προσοντούχο για την έκδοση του εν λόγω πιστοποιητικού. Οι ιατροί πρέπει να απολαμβάνουν πλήρη επαγγελματική ανεξαρτησία κατά π]ν άσκηση της ιατρικής τους κρίσης όταν αναλαμβάνουν να διενεργήσουν διαδικασίες ιατρικής εξέτασης.
5. Σε ναυτικούς στους οποίους αρνήθηκε η έκδοση πιστοποιητικού ή στους οποίους
επιβλήθηκε περιορισμός στην ικανότητά τους να εργάζονται, ιδιαίτερα σε σχέση με τον χρόνο, τον τομέα εργασίας ή π]ν περιοχή πλόων, πρέπει να δίνεται η ευκαιρία για περαιτέρω εξέταση από άλλον ανεξάρτητο επαγγελματία ιατρό ή από ανεξάρτητο ιατρικό διαιτητή.
6. Κάθε ιατρικό πιστοποιητικό πρέπει να αναφέρει συγκεκριμένα ότι:
(α) η ακοή και η όραση του εν λόγω ναυτικού και η αντίληψη χρωμάτων σε περίπτωση ναυτικού που θα απασχοληθεί σε ειδικότητες όπου η καταλληλότητα για την εργασία που θα εκτελεστεί ενδέχεται να επηρεαστεί από ελλιπή αντίληψη χρωμάτων, είναι ικανοποιητικές, και
(β) ο εν λόγω ναυτικός δεν πάσχει από οποιαδήποτε ιατρική πάθηση που ενδέχεται να επιδεινωθεί λόγω της υπηρεσίας στη θάλασσα ή να καταστήσει τον ναυτικό ακατάλληλο για αυτήν την υπηρεσία ή να θέσει σε κίνδυνο την υγεία άλλων ατόμων επί του πλοίου.
7. Εκτός εάν απαιτείται μικρότερη περίοδος λόγω των συγκεκριμένων καθηκόντων που θα εκτελεστούν από τον εν λόγω ναυτικό ή εάν απαιτείται από την STCW:
(α) ιατρικό πιστοποιητικό πρέπει να ισχύει για μέγιστη περίοδο δύο ετών, εκτός εάν ο ναυτικός είναι ηλικίας μικρότερης των 18 ετών, οπότε η μέγιστη περίοδος ισχύος πρέπει να είναι ένα έτος,
(β) η πιστοποίηση της αντίληψης χρωμάτων πρέπει να ισχύει για μέγιστη περίοδο έξι ετών.
8. Σε επείγουσες περιπτώσεις, η αρμόδια αρχή μπορεί να επιτρέπει σε ναυτικό να εργάζεται χωρίς ιατρικό πιστοποιητικό σε ισχύ έως τον επόμενα λιμένα κατάπλου όπου ο ναυτικός μπορεί να αποκτήσει ιατρικό πιστοποιητικό από διπλωματούχο επαγγελματία ιατρό, υπό την προϋπόθεση ότι:
(α) η περίοδος της άδειας αυτής δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες, και
(β) ο εν λόγω ναυτικός κατέχει ιατρικό πιστοποιητικό που έχει λήξει προσφάτως.
9. Εάν η περίοδος ισχύος του πιστοποιητικού λήγει κατά π] διάρκεια του πλου, το πιστοποιητικό εξακολουθεί να ισχύει έως τον επόμενο λιμένα κατάπλου, όπου ο ναυτικός μπορεί να αποκτήσει ιατρικό πιστοποιητικό από προσοντούχο επαγγελματία ιατρό, υπό την προϋπόθεση ότι η περίοδος αυτή δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες.
10. Τα ιατρικά πιστοποιητικά για ναυτικούς που εργάζονται επί πλοίων που απασχολούνται τακτικώς σε διεθνείς πλόες πρέπει τουλάχιστον να παρέχονται στην Αγγλική γλώσσα.
Οδηγία Β1.2 - Ιατρικό πιστοποιητικό
Οδηγία Β1.2.1 - Διεθνείς οδηγίες
1. Η αρμόδια αρχή, οι επαγγελματίες ιατροί, οι εξεταστές, οι πλοιοκτήτες, οι εκπρόσωποι των ναυτικών και κάθε άλλο πρόσωπο που ασχολείται με τη διενέργεια εξετάσεων ιατρικής καταλληλότητας υποψήφιων ναυτικών και υπηρετούντων ναυτικών θα πρέπει να ακολουθούν της Οδηγίες των Δ.Ο.Ε7 Π.Ο.Υ. για τη Διενέργεια Αρχικής (Πριν τη Θαλάσσια Υπηρεσία) και Περιοδικών Εξετάσεων Ιατρικής Καταλληλότητας Ναυτικών, συμπεριλαμβανομένων τυχόν μεταγενέστερων εκδόσεων και όποιες άλλες διεθνείς οδηγίες που εφαρμόζονται και έχουν δημοσιευθεί από τη Διεθνή Οργάνωση Εργασίας, τον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό ή τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας.
Σκοπός: Να εξασφαλιστεί ότι οι ναυτικοί είναι εκπαιδευμένοι ή έχουν τα προσόντα για να εκτελέσουν τα καθήκοντα τους επί του πλοίου
1. Οι ναυτικοί δεν πρέπει να εργάζονται σε πλοίο, εκτός εάν είναι εκπαιδευμένοι ή πιστοποιημένοι ως ικανοί ή ως άλλως έχοντες τα προσόντα να εκτελέσουν τα καθήκοντά τους.
2. Οι ναυτικοί δεν επιτρέπεται να εργάζονται σε πλοίο, εκτός εάν έχουν
ολοκληρώσει με επιτυχία εκπαίδευση για π]ν προσωπική ασφάλεια επί του πλοίου.
3. Εκπαίδευση και πιστοποίηση σύμφωνα με τα υποχρεωτικά όργανα που
υιοθέτησε ο Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός πρέπει να θεωρείται άτι πληρούν τις απαιτήσεις των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος Κανονισμού.
4. Κάθε Μέλος το οποίο, κατά το χρόνο που επικύρωσε την παρούσα Σύμβαση, δεσμευόταν από τη Σύμβαση για Πιστοποίηση Ικανών Ναυτικών, 1946 (Νο.74), θα συνεχίσει να εκτελεί τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με πρτ εν λόγω Σύμβαση, εκτός εάν και έως ότου υποχρεωτικές διατάξεις που καλύπτουν το σχετικό αντικείμενο θέματος υιοθετηθούν από τον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό και τεθούν σε ισχύ ή έως ότου περάσουν πέντε έτη από τη θέση σε ισχύ της παρούσας Σύμβασης σύμφωνα με την παράγραφο 3 του Άρθρου VIII, όποια ημερομηνία είναι προγενέστερη της άλλης.
Σκοπός: Να εξασφαλιστεί ότι οι ναυτικοί έχουν πρόσβαση σε ένα αποτελεσματικό και ορθώς ρυθμισμένο σύστημα ναυτολόγησης και εύρεσης εργασίας ναυτικών
1. Όλοι οι ναυτικοί πρέπει να έχουν πρόσβαση σε ένα αποτελεσματικό, κατάλληλο και υπεύθυνο σύστημα για την εύρεση εργασίας επί πλοίου χωρίς χρέωση για τους ναυτικούς.
2. Οι υπηρεσίες ναυτολόγησης και εύρεσης εργασίας ναυτικών που λειτουργούν στην επικράτεια ενός Μέλους πρέπει να συμμορφώνονται με τα προσόντα που παρατίθενται στον Κώδικα.
3. Κάθε Μέλος πρέπει να απαιτεί, σε σχέση με ναυτικούς που εργάζονται σε πλοία που φέρουν τη σημαία του, ότι οι πλοιοκτήτες που χρησιμοποιούν υπηρεσίες ναυτολόγησης και εύρεσης εργασίας που εδρεύουν σε χώρες ή επικράτειες στις οποίες η παρούσα Σύμβαση δεν εφαρμόζεται, εξασφαλίζουν ότι οι υπηρεσίες αυτές συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που παρατίθενται στον Κώδικα.
Πρότυπο Α1.4 - Ναυτολόγηση και Εύρεση Εργασίας
1. Κάθε Μέλος που λειτουργεί δημόσια υπηρεσία ναυτολόγησης και εύρεσης εργασίας ναυτικών πρέπει να εξασφαλίζει ότι η υπηρεσία λειτουργεί με τακτικό τρόπο που προστατεύει και προάγει τα δικαιώματα απασχόλησης των ναυτικών, όπως προβλέπονται στην παρούσα Σύμβαση.
2. Οταν ένα Μέλος έχει ιδιωτικές υπηρεσίες ναυτολόγησης και εύρεσης εργασίας ναυτικών που λειτουργούν στην επικράτειά του, των οποίων ο πρωταρχικός σκοπός είναι η ναυτολόγηση και η εύρεση εργασίας σε ναυτικούς ή οι οποίες ναυτολογούν και ευρίσκουν εργασία σε σημαντικό αριθμό ναυτικών, πρέπει να λειτουργούν μόνο σύμφωνα με ένα τυποποιημένο σύστημα αδειοδότησης ή πιστοποίησης ή άλλου είδους κανονισμό. Το εν λόγω σύστημα πρέπει να θεσπίζεται, να τροποποιείται ή να αλλάζει μόνο ύστερα από διαβούλευση με τις ενδιαφερόμενες οργανώσεις πλοιοκτητών και ναυτικών. Σε περίπτωση αμφιβολίας σχετικά με το εάν η παρούσα Σύμβαση ισχύει για ιδιωτική υπηρεσία ναυτολόγησης και εύρεσης εργασίας, το θέμα θα ρυθμίζεται από την αρμόδια αρχή κάθε Μέλους ύστερα από διαβούλευση με τις ενδιαφερόμενες οργανώσεις πλοιοκτητών και ναυτικών. Αδικαιολόγητη αύξηση του αριθμού ιδιωτικών υπηρεσιών ναυτολόγησης και εύρεσης εργασίας ναυτικών δεν πρέπει να ενθαρρύνεται.
3. Οι διατάξεις της παραγράφου 2 του παρόντος Προτύπου πρέπει επίσης να ισχύουν - στο βαθμό που καθορίζονται ως κατάλληλες από την αρμόδια αρχή, σε διαβούλευση με τις ενδιαφερόμενες οργανώσεις πλοιοκτητών και ναυτικών - και στο πλαίσιο των υπηρεσιών ναυτολόγησης και εύρεσης εργασίας που η λειτουργία τους γίνεται από οργάνωση ναυτικών στην επικράτεια του Μέλους για την προσφορά ναυτικών εθνικότητας του Μέλους σε πλοία που φέρουν τη σημαία του. Οι υπηρεσίες που καλύπτονται από την παρούσα παράγραφο είναι εκείνες που πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
(α) η υπηρεσία ναυτολόγησης και εύρεσης εργασίας λειτουργεί σύμφωνα με συλλογική σύμβαση εργασίας ανάμεσα στην εν λόγω οργάνωση και στον πλοιοκτήτη,
(β) τόσο η οργάνωση ναυτικών όσο και ο πλοιοκτήτης εδρεύουν στην επικράτεια του Μέλους, (γ) το Μέλος έχει εθνικούς νόμους ή κανονισμούς ή μια διαδικασία για να εξουσιοδοτεί ή να καταχωρεί τη συλλογική σύμβαση εργασίας, επιτρέποντας τη λειτουργία της υπηρεσίας ναυτολόγησης και εύρεσης εργασίας, και
(δ) η υπηρεσία ναυτολόγησης και εύρεσης εργασίας λειτουργεί με τακτικό τρόπο και έχουν θεσπιστεί μέτρα, για να προστατεύουν και να προάγουν τα δικαιώματα απασχόλησης των ναυτικών, συγκρίσιμα με εκείνα που προβλέπονται στην παράγραφο 5 του παρόντος Προτύπου.
4. Καμία διάταξη του παρόντος Προτύπου ή του Κανονισμού 1.4 δεν πρέπει να θεωρείται ότι:
(α) εμποδίζει ένα Μέλος από το να διατηρεί ελεύθερη δημόσια υπηρεσία ναυτολόγησης και εύρεσης εργασίας ναυτικών στο πλαίσιο κολπικής για ην ικανοποίηση των αναγκών των ναυτικών και των πλοιοκτητών, είτε η εν λόγω υπηρεσία αποτελεί μέρος είτε συντονίζεται από δημόσια υπηρεσία απασχόλησης για όλους τους εργαζομένους και εργοδότες, ή
(β) επιβάλλει σε κάποιο Μέλος την υποχρέωση να θεσπίσει ένα σύστημα για τη λειτουργία ιδιωτικών υπηρεσιών ναυτολόγησης ή εύρεσης εργασίας στην επικράτειά του.
5. Μέλος, που υιοθετεί το σύστημα που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος Προτύπου, πρέπει στους νόμους και τους κανονισμούς του ή σε άλλα μέτρα τουλάχιστον να:
(α) απαγορεύει στις υπηρεσίες ναυτολόγησης και εύρεσης εργασίας ναυτικών να χρησιμοποιούν μέσα, μηχανισμούς ή καταλόγους που στοχεύουν να εμποδίσουν ή να αποτρέψουν τους ναυτικούς από την εύρεση απασχόλησης για την οποία έχουν τα προσόντα,
(β) απαιτεί ότι καμία αμοιβή ή άλλες χρεώσεις για ναυτολόγηση ή εύρεση ή για παροχή εργασίας σε ναυτικούς δεν βαρύνουν άμεσα ή έμμεσα, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, τους ναυτικούς, εκτός του κόστους για την απόκτηση από τον ναυτικό του εθνικού θεσπισμένου ιατρικού πιστοποιητικού, του εθνικού φυλλαδίου ναυτικού και του διαβατηρίου ή άλλων παρόμοιων ατομικών ταξιδιωτικών εγγράφων, τα οποία δεν περιλαμβάνουν ωστόσο το κόστος για θεώρηση εισόδου (visa), το οποίο βαρύνει τον πλοιοκτήτη, και
(γ) εξασφαλίσει ότι οι υπηρεσίες ναυτολόγησης και εύρεσης εργασίας ναυτικών που λειτουργούν στην επικράτειά του:
(αα) διατηρούν ενημερωμένο μητρώο όλων των ναυτικών που ναυτολογήθηκαν ή βρήκαν εργασία μέσω αυτών, το οποίο να είναι διαθέσιμο στην αρμόδια αρχή για επιθεώρηση,
(ββ) βεβαιώνουν ότι οι ναυτικοί ενημερώνονται σχετικά με τα δικαιώματα και τα καθήκοντά τους, σύμφωνα με τις συμβάσεις εργασίας τους, πριν από ή κατά τη διαδικασία της πρόσληψης και όπ γίνονται κατάλληλες διευθετήσεις ώστε οι ναυτικοί να εξετάσουν τις συμβάσεις εργασίας τους πριν και μετά την υπογραφή τους και να λάβουν αντίγραφο των συμβάσεων,
(γγ) επιβεβαιώνουν ότι οι ναυτικοί που ναυτολογήθηκαν ή βρήκαν εργασία από αυτές είναι προσοντούχοι και διαθέτουν τα απαραίτητα έγγραφα για τη σχετική εργασία και ότι οι συμβάσεις εργασίας των ναυτικών είναι σύμφωνες με τους ισχύοντες νόμους και κανονισμούς και τυχόν συλλογικές συμβάσεις εργασίας που αποτελούν μέρος της σύμβασης εργασίας,
(δδ) εξασφαλίζουν, κατά το δυνατόν, ότι ο πλοιοκτήτης διαθέτει τα μέσα για να προστατεύσει τους ναυτικούς από το να εγκαταλειφθούν σε ξένο λιμένα,
(εε) εξετάζουν και ανταποκρίνονται σε οποιδήποτε παράπονο που αφορά στις δραστηριότητές τους και ενημερώνουν π]ν αρμόδια αρχή σχετικά με οποιαδήποτε παράπονα που δεν έχουν επιλυθεί,
(στστ) καθιερώνουν ένα σύστημα προστασίας, μέσω ασφάλισης ή άλλου ισοδύναμου κατάλληλου μέτρου, για να αποζημιώνουν τους ναυτικούς για χρηματικές απώλειες που μπορεί να προκόψουν, ως αποτέλεσμα αποτυχίας της υπηρεσίας ναυτολόγησης και εύρεσης εργασίας ή του εν λόγω πλοιοκτήτη να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του έναντι αυτών σύμφωνα με τη σύμβαση εργασίας ναυτικών.
6. Η αρμόδια αρχή πρέπει να εποπτεύει στενά και να ελέγχει όλες τις υπηρεσίες ναυτολόγησης και εύρεσης εργασίας ναυτικών που λειτουργούν στην επικράτεια του αντίστοιχου Μέλους. Οποιεσδήποτε άδειες ή πιστοποιητικά ή παρόμοιες εξουσιοδοτήσεις για τη λειτουργία ιδιωτικών υπηρεσιών στην επικράτεια χορηγούνται ή ανανεώνονται μόνο μετά την επιβεβαίωση ότι η ενδιαφερόμενη υπηρεσία ναυτολόγησης και εύρεσης εργασίας ναυτικών πληροί τις απαιτήσεις εθνικών νόμων και κανονισμών.
7. Η αρμόδια αρχή πρέπει να εξασφαλίζει ότι υπάρχουν επαρκείς μηχανισμοί και διαδικασίες για π] διερεύνηση, εάν χρειαστεί, παραπόνων που αφορούν στις δραστηριότητες των υπηρεσιών ναυτολόγησης και εύρεσης εργασίας ναυτικών, με τη συμμετοχή, όπως αρμόζει, εκπροσώπων των πλοιοκτητών και των ναυτικών.
8. Κάθε Μέλος που έχει επικυρώσει την παρούσα Σύμβαση πρέπει, όσο είναι πρακτικά δυνατόν, να ενημερώνει τους υπηκόους του σχετικά με τα πιθανά προβλήματα εργασίας σε περίπτωση ναυτολόγησης σε πλοίο που φέρει τη σημαία Κράτους που δεν έχει επικυρώσει τη Σύμβαση, έως ότου ικανοποιηθεί ότι εφαρμόζονται πρότ/πα ισοδύναμα με αυτά που καθορίζει η παρούσα Σύμβαση. Μέτρα που λαμβάνονται προς αυτή τη κατεύθυνση από το Μέλος που έχει επικυρώσει την παρούσα Σύμβαση δεν πρέπει να ανατίθενται στην αρχή της ελεύθερης μετακίνησης εργαζομένων που ορίζουν οι συνθήκες στις οποίες τα δύο Κράτη μπορεί να μετέχουν.
9. Κάθε Μέλος που έχει επικυρώσει την παρούσα Σύμβαση πρέπει να απαιτεί από τους πλοιοκτήτες των πλοίων που φέρουν τη σημαία του, οι οποίοι χρησιμοποιούν υπηρεσίες ναυτολόγησης και εύρεσης εργασίας ναυτικών που εδρεύουν σε χώρες ή επικράτειες, όπου δεν εφαρμόζεται η παρούσα Σύμβαση, να εξασφαλίζουν όσο είναι πρακτικά δυνατόν ότι οι υπηρεσίες αυτές πληρούν τις απαιτήσεις του παρόντος Προτύπου.
10. Καμία διάταξη του παρόντος Προτύπου δεν πρέπει να νοείται ότι μειώνει τις υποχρεώσεις και τις ευθύνες των πλοιοκτητών ή του Μέλους όσον αφορά τα πλοία που φέρουν τη σημαία του.
Οδηγία Β1.4 - Ναυτολόγηση και Εύρεση Εργασίας
Οδηγία Β 1.4.1 - Οργανωτικές και λειτουργικές οδηγίες
1. Κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της σύμφωνα με το Πρότυπο A 1.4, παράγραφο 1, η αρμόδια αρχή θα πρέπει να εξετάζει:
(α) τη λήψη των απαραίτητων μέτρων για την προώθηση αποτελεσματικής συνεργασίας μεταξύ των υπηρεσιών ναυτολόγησης και εύρεσης εργασίας, είτε είναι δημόσιες είτε ιδιωτικές,
(β) τις ανάγκες της ναυτιλιακής βιομηχανίας τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο, όταν αναπτύσσει προγράμματα εκπαίδευσης για ναυτικούς που αποτελούν μέρος του πληρώματος πλοίου, το οποίο είναι υπεύθυνο για την ασφαλή ναυσιπλοΐα και την πρόληψη ρύπανσης, με τη συμμετοχή των πλοιοκτητών, των ναυτικών και των σχετικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων,
(γ) τη διαμόρφωση κατάλληλων ρυθμίσεων για πι συνεργασία των αντιπροσωπευτικών οργανώσεων πλοιοκτητών και ναυτικών κατά την οργάνωση και λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών ναυτολόγησης και εύρεσης εργασίας, όπου υπάρχουν,
(δ) τον καθορισμό, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη το δικαίωμα ιδιωτικού βίου και την ανάγκη προστασίας της εμπιστευτικότητας, των συνθηκών υπό τις οποίες οι υπηρεσίες ναυτολόγησης και εύρεσης εργασίας ναυτικών μπορούν να επεξεργάζονται τα προσωπικά δεδομένα των ναυτικών, συμπεριλαμβανομένης της συλλογής, της αποθήκευσης, του συνδυασμού και της γνωστοποίησης αυτών των δεδομένων σε τρίτους,
(ε) τη διατήρηση ενός διακανονισμού για τη συλλογή και ανάλυση όλων των σχετικών πληροφοριών που αφορούν στην αγορά ναυτικής εργασίας, συμπεριλαμβανομένης της τρέχουσας και της αναμενόμενης προσφοράς ναυτικών που εργάζονται ως πλήρωμα,
κατηγοριοποιημένες ανά ηλικία, φύλο, βαθμό και προσόντα, και των απαιτήσεων της βιομηχανίας τη συλλογή δεδομένων για την ηλικία ή το φύλο, που επιτρέπεται μόνο για στατιστικούς λόγους ή εάν χρησιμοποιείται στο πλαίσιο προγράμματος πρόληψης των διακρίσεων που βασίζονται στην ηλικία ή το φύλο,
(στ) την εξασφάλιση ότι το προσωπικό που είναι υπεύθυνο για την εποπτεία των δημόσιων και ιδιωτικών υπηρεσιών ναυτολόγησης και εύρεσης εργασίας ναυτικών, ως πλήρωμα πλοίου με ευθύνη για την ασφαλή ναυσιπλοΐα και njv πρόληψη της ρύπανσης, έχουν λάβει επαρκή εκπαίδευση, συμπεριλαμβανομένης εγκεκριμένης εμπειρίας σε θαλάσσια υπηρεσία και έχουν σχετικές γνώσεις π]ς ναυτιλιακής βιομηχανίας, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών ναυτιλιακών διεθνών οργάνων για τα πρότυπα εκπαίδευσης, πιστοποίησης και εργασίας,
(ζ) τη θέσπιση προτύπων λειτουργίας και την υιοθέτηση κωδικών συμπεριφοράς και δεοντολογικών πρακτικών για τις υπηρεσίες ναυτολόγησης και εύρεσης εργασίας ναυτικών, και
(η) την άσκηση εποπτείας του συστήματος αδειοδότησης ή πιστοποίησης στη βάση ενός συστήματος προτύπων ποιότητας.
2. Κατά τη δημιουργία του συστήματος που αναφέρεται στο Πρότυπο Α1.4, παράγραφο 2, κάθε Μέλος πρέπει να εξετάσει το ενδεχόμενο να απαιτήσει από τις υπηρεσίες ναυτολόγησης και εύρεσης εργασίας ναυτικών που εδρεύουν στην επικράτειά του να αναπτύξουν και να διατηρούν πρακτικές λειτουργίας που είναι επαληθεύσιμες. Οι εν λόγω πρακτικές λειτουργίας για τις ιδιωτικές υπηρεσίες ναυτολόγησης και εύρεσης εργασίας ναυτικών και στο βαθμό που εφαρμόζονται για τις δημόσιες υπηρεσίες ναυτολόγησης και εύρεσης εργασίας ναυτικών θα πρέπει να αντιμετωπίζουν τα ακόλουθα θέματα:
(α) ιατρικές εξετάσεις, έγγραφα ταυτότητας ναυτικών και όποια άλλα δικαιολογητικά που μπορεί να απαιτούνται για την εύρεση εργασίας ναυτικού,
(β) διατήρηση, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη το δικαίωμα ιδιωτικού βίου και την ανάγκη προστασίας της εμπιστευτικότητας, πλήρων και ολοκληρωμένων αρχείων των ναυτικών που περιλαμβάνονται στο σύστημα ναυτολόγησης και εύρεσης εργασίας τους, τα οποία θα πρέπει να περιλαμβάνουν τα ακόλουθα χωρίς να περιορίζονται σε αυτά:
(αα) τα προσόντα των ναυτικών,
(ββ) το ιστορικό απασχόλησης,
(γγ) προσωπικά στοιχεία σχετικά με την απασχόληση, και
(δδ) ιατρικά στοιχεία σχετικά με την απασχόληση,
(γ) διατήρηση ενημερωμένων καταλόγων των πλοίων στα οποία οι υπηρεσίες ναυτολόγησης και εύρεσης εργασίας ναυτικών προσφέρουν ναυτικούς και εξασφάλιση ότι υπάρχει τρόπος με τον οποίο είναι δυνατή η επικοινωνία με τις εν λόγω υπηρεσίες σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης όλες οι ώρες,
(δ) διαδικασίες εξασφάλισης ότι οι ναυτικοί δεν υπόκεινται σε εκμετάλλευση από τις υπηρεσίες ναυτολόγησης και εύρεσης εργασίας ναυτικών ή το προσωπικό τους, σε σχέση με την προσφορά εργασίας σε συγκεκριμένα πλοία ή από συγκεκριμένες εταιρείες,
(ε) διαδικασίες πρόληψης περιπτώσεων εκμετάλλευσης των ναυτικών που προκύπτουν από το ζήτημα της διάθεσης προκαταβολών για τη ναυτολόγηση ή άλλης οικονομικής συναλλαγής μεταξύ του πλοιοκτήτη και των ναυτικών, που χειρίζονται οι υπηρεσίες ναυτολόγησης και εύρεσης εργασίας ναυτικών,
(στ) πλήρης δημοσιοποίηση εξόδων, εάν υπάρχουν, τα οποία αναμένεται να βαρύνουν τον ναυτικό στη διαδικασία ναυτολόγησης,
(ζ) εξασφάλιση ότι οι ναυτικοί ενημερώνονται για οποιεσδήποτε ιδιαίτερες συνθήκες ισχύουν για τη θέση εργασίας στην οποία θα απασχοληθούν και για τις πολιτικές του συγκεκριμένου πλοιοκτήτη σε σχέση με την απασχόλησή τους,
(η) διαδικασίες που είναι σύμφωνες με τις κοινές αρχές δικαιοσύνης για την αντιμετώπιση περιπτώσεων ανικανότητας ή απειθαρχίας, σύμφωνα με τους εθνικούς νόμους, την πρακτική και, εφόσον έχουν εφαρμογή, με τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας,
(θ) διαδικασίες εξασφάλισης, όσο είναι εφικτό, οτι όλα τα υποχρεωτικά πιστοποιητικά και έγγραφα που υποβάλλονται για την απασχόληση είναι ενημερωμένα και δεν έχουν αποκτηθεί με δόλιο τρόπο και ότι οι συστατικές επιστολές επαληθεύονται,
(ι) διαδικασίες εξασφάλισης ότι τα αιτήματα για πληροφορίες ή συμβουλές από οικογένειες ναυτικών, ενώ οι ναυτικοί εκτελούν θαλάσσια υπηρεσία αντιμετωπίζονται, ταχέως και με συμπάθεια και χωρίς κόστος, και
(ια) επιβεβαίωση ότι οι συνθήκες εργασίας στα πλοία που βρίσκουν εργασία οι ναυτικοί είναι σύμφωνες με τις ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας που συνάπτονται μεταξύ του πλοιοκτήτη και της αντιπροσωπευτικής οργάνωσης ναυτικών και, ως θέμα πολιτικής, προσφορά ναυτικών μόνο σε πλοιοκτήτες που παρέχουν όρους και συνθήκες εργασίας στους ναυτικούς, που συμμορφώνονται με τους ισχύοντες νόμους ή κανονισμούς ή συλλογικές συμβάσεις εργασίας.
3. Πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο ενθάρρυνσης της διεθνούς συνεργασίας μεταξύ Μελών και αρμόδιων οργανισμών, όπως:
(α) συστηματική ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τη ναυτιλιακή βιομηχανία και την αγορά εργασίας σε διμερή, περιφερειακή και πολυμερή βάση,
(β) ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τη ναυτιλιακή εργατική νομοθεσία,
(γ) εναρμόνιση πολιτικών, μεθόδων εργασίας και νομοθεσίας που διέπουν τη ναυτολόγηση
και εύρεση εργασίας ναυτικών,
(δ) βελτίωση των διαδικασιών και συνθηκών για τη διεθνή ναυτολόγηση και εύρεση εργασίας ναυτικών, και
(ε) σχεδιασμός εργατικού δυναμικού, λαμβάνοντας υπόψη την προσφορά και τη ζήτηση ναυτικών και τις απαιτήσεις της ναυπλιακής βιομηχανίας.