Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Απόφαση
Δικαστήριο: Άρειος Πάγος
Αριθμός: 2195
Έτος: 2014
Πηγές
Όνομα Σελίδα Τόμος Έτος
ΕΕΔ 231-237 74 2015'
Συμμετέχοντες

Πρόεδρος: Γεώργιος Γιαννούλης
Εισηγητής: Χριστόφορος Κοσμίδης
Δικηγόροι: Αντώνιος Δημητρίου – Νικόλαος Αναγνωστόπουλος

Απόλυση ιατρού εργασίας. Ιατροί, Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
Ο ιατρός εργασίας, αν και προσλαμβάνεται από τον φορέα μιας επιχείρησης, συνδεόμενος με αυτόν με σχέση παροχής εξαρτημένης εργασίας, στην πραγματικότητα εξυπηρετεί το γενικό συμφέρον με την παροχή συμβουλών, την υποβολή προτάσεων και την εποπτεία της εφαρμογής των ενδεδειγμένων μέτρων για την προστασία της υγείας των εργαζομένων και των πελατών της επιχείρησης και για τον λόγο αυτό είναι ανεξάρτητος έναντι του εργοδότη σε ζητήματα που συνδέονται με την άσκηση των αρμοδιοτήτων του. Κατ’ επέκταση, η τυχόν διαφωνία του με τον εργοδότη για τα ζητήματα αυτά δεν μπορεί να αιτιολογήσει την καταγγελία της συμβάσεώς του, η οποία, τυχόν γενομένη αποκλειστικά λόγω μιας τέτοιας διαφωνίας, θα είναι άκυρη ως καταχρηστική.-Για την έγκυρη κατάρτιση συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας ιατρού σε επιχείρηση, προκειμένου να εκτελέσει τα καθήκοντα του ιατρού εργασίας, πρέπει ο προσλαμβανόμενος να έχει αποκτήσει και να ασκεί νομίμως την ειδικότητα της ιατρικής της εργασίας. Και μόνο κατ’ εξαίρεση και για μια πενταετία από τη δημοσίευση του ν.3144/2003 ήταν νομικώς ανεκτό να παρέχονται υπηρεσίες με την εν λόγω ιδιότητα από ιατρούς οι οποίοι δεν είχαν μεν την ειδικότητα του ιατρού εργασίας, συνέβαινε όμως κατά την έναρξη της ισχύος του ν. 3144/2003 να έχουν ήδη ενεργή σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου με την ιδιότητα αυτή στην επιχείρηση για την οποία πρόκειται και είτε να έχουν τίτλο άλλης ιατρικής ειδικότητας είτε, αν δεν έχουν ουδεμία ειδικότητα, να αποδεικνύουν, τουλάχιστον, προηγούμενη άσκηση τέτοιων καθηκόντων, ήτοι ιατρού εργασίας με σχέση ιδιωτικού δικαίου, επί επταετία.-Η καταγγελία συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και γι’ αυτό δεν είναι απαραίτητο να δικαιολογείται από τον καταγγέλλοντα. Αποτελεί όμως άσκηση δικαιώματος και, κατά συνέπεια, είναι απαγορευμένη όταν γίνεται καταχρηστικά. Η καταγγελία είναι καταχρηστική και όταν γίνεται εκ λόγων εκδικήσεως ή εχθρότητας, ως συνέπεια προηγούμενης συμπεριφοράς του εργαζομένου νόμιμης μεν, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη. Αντίθετα, η καταγγελία δεν θεωρείται καταχρηστική όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του εργαζομένου ή την από πλευράς αυτού παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η με υπαιτιότητα αυτού καταστροφή του κλίματος εμπιστοσύνης και καλής συνεργασίας που πρέπει να επικρατεί γενικώς στον χώρο μιας επιχείρησης, και ειδικότερα μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου.
Ν. 1568/1985 άρθρα 4, 7, 8, 9 και 10. Ν. 3144/2003 άρθρο 9 παρ.1 και 2. Ν. 2112/1920 άρθρο 7 εδ. α΄. Α.Κ. άρθρα 174, 180, 281, 288, 349, 350, 361, 648, 652, 656 και 669. Κ.Πολ.Δ. άρθρο 559 αρ. 1 εδ. α΄.

Σχετικά Κείμενα
Συνημμένο Μέγεθος
Άρειοε Πάγος 2195_2014 182.64 KB