Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Βλέπετε τις εγγραφές : 351 - 400, σε σύνολο 906
| ( | 1 | 2 | 3 | 4 | A | B | C | D | E | F | G | H | I | J | K | L | M | N | O | P | Q | R | S | T | U | V | W | X | Y | Z
Όρος: Alkoxylated
Μετάφραση: Αλκοξυλιωμένα

Όρος: Alkyl
Μετάφραση: Αλκύλιο

Συντομογραφία: C12−16−ADBAC
Όρος: Alkyl (C 12-16) dimethylbenzyl ammonium chloride
Μετάφραση: χλωριούχο αλκυλο(C12−16)διμεθυλοβενζυλαμμώνιο

Όρος: Alkyl benzene sulphonic acid
Μετάφραση: Αλκυλοβενζοσουλφονικό οξύ

Όρος: Alkyl bromide see bromoalkane
Μετάφραση:

Όρος: alkyl chloride
Μετάφραση: Χλωροαλκάνιο, αλκυλοχλωρίδιο

Όρος: Alkyl chloride see chloroalkane
Μετάφραση:

Όρος: Alkyl compounds
Μετάφραση: Ενώσεις αλκυλίου

Όρος: Alkyl descriptor
Μετάφραση: Περιγραφική παράμετρο αλκυλικών ομάδων

Όρος: Alkyl dihalide
Μετάφραση: Αλκυλοδιαλογονίδιο

Όρος: Alkyl halide
Μετάφραση: Αλκυλαλογονίδιο

Όρος: Alkyl hydrogen sulfate
Μετάφραση: Όξινο θειικό αλκύλιο

Όρος: Alkyl iodide
Μετάφραση: Αλκυλοϊωδίδιο

Όρος: Alkyl sulfonate
Μετάφραση: Σουλφονικός αλκυλεστέρας

Όρος: Alkyl tosylate
Μετάφραση: Αλκυλοτοσυλεστέρας

Όρος: alkylating agents
Μετάφραση: αλκυλιωτικοί παράγοντες

Όρος: Alkylation
Μετάφραση: Αλκυλίωση

Όρος: Alkylbenzene
Μετάφραση: Αλκυλοβενζόλιο

Όρος: Alkylbenzene sulphonic acid
Μετάφραση: Θειώδες οξύ αλκυλοβενζολίου

Όρος: Alkylborane
Μετάφραση: Αλκυλοβοράνιο

Όρος: Alkyllithium
Μετάφραση: Αλκυλολίθιο

Όρος: Alkylmalonic ester
Μετάφραση: Αλκυλομηλονικός εστέρας

Όρος: Alkylphenols
Μετάφραση: Αλκυλοφαινόλες

Όρος: Alkyne
Μετάφραση: Αλκίνιο

Όρος: all fields
Μετάφραση: Όλα τα πεδία

Όρος: All-Greek Congress of Physicians
Μετάφραση: Πανελλήνιος Ιατρικός Σύλλογος

Όρος: Allergen
Μετάφραση: Αλλεργιογόνο

Όρος: Allergenicity
Μετάφραση: Αλλεργιογένεση

Όρος: Allergic alveolitis
Μετάφραση: Αλλεργική φλεγμονή των πνευμονικών κυψελίδων

Όρος: Allergic and orthoallergic skin ailments not recognised in Annex I
Μετάφραση: Αλλεργικές και ορθοαλεργικές δερματικές παθήσεις που δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι

Όρος: Allergic asthma
Μετάφραση: Αλλεργικό άσθμα

Όρος: Allergic asthmas caused by the inhalation of substances consistently recognised as causing allergies and inherent to the type of work
Μετάφραση: Αλλεργικό άσθμα προκαλούμενο από την εισπνοή αλλεργιογόνων ουσιών οι οποίες έχουν αναγνωριστεί ως τέτοιες και είναι εγγενείς στο είδος της εργασίας

Συντομογραφία: ACD
Όρος: Allergic Contact dermatitis
Μετάφραση: Αλλεργική δερματίτιδα εξ επαφής

Όρος: Allergic diseases
Μετάφραση: αλλεργίες

Όρος: Allergic rhinitis
Μετάφραση: Αλλεργική ρινίτιδα

Όρος: Allergic rhinitis caused by the inhalation of substances consistently recognised as causing allergies and inherent to the type of work
Μετάφραση: Ρινίτιδες αλλεργικής φύσης προκαλούμενες από την εισπνοή αλλεργιογόνων ουσιών οι οποίες έχουν αναγνωριστεί ως τέτοιες και είναι εγγενείς στο είδος της εργασίας

Όρος: Allergy
Μετάφραση: Αλλεργία

Όρος: Allitol
Μετάφραση: Αλλιτόλη

Όρος: Allocation of functions
Μετάφραση: Ανάθεση καθηκόντων

Συντομογραφία: AS
Όρος: Allometric scaling
Μετάφραση:

Όρος: Allopyranose
Μετάφραση: Αλλοπυρανόζη

Όρος: Alloy
Μετάφραση: Κράμα

Όρος: Allyl
Μετάφραση: Αλλύλιο

Συντομογραφία: AA
Όρος: Allyl alcohol or propen-1-ol-3
Μετάφραση: Αλλυλική αλκοόλη ή προπεν-1-όλη-3

Όρος: Allyl bromide or 3-bromopropene or 3-bromopropylene
Μετάφραση: Αλλυλοβρωμίδιο ή 3-βρωμοπροπένιο ή 3-βρωμοπροπυλένιο

Όρος: Allyl chloride or 3-chloropropene or 3-chloropropylene or 3-chloro-1-propene
Μετάφραση: Αλλυλοχλωρίδιο ή 3-χλωροπροπένιο ή 3-χλωροπροπυλένιο ή 3-χλωρο-1-προπένιο ή χλωριούχο αλλύλιο

Όρος: Allyl cyanide
Μετάφραση: Αλλυλoκυανίδιο ή κυανιούχο αλλύλιο

Συντομογραφία: AGE
Όρος: Allyl glycidyl ether, allyl 2,3-epoxypropyl ether, prop-2-en-1-yl 2,3-epoxypropyl ether
Μετάφραση: Αλλυλογλυκιδυλαιθέρας

Όρος: Allyl haloprene
Μετάφραση: Αλλυλοαλοπρένιο

Όρος: Allyl phenoxy-acetate
Μετάφραση: Φαινοξυοξικό αλλύλιο